Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 24-12-2016, 13:36
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Αυτό, δεν είναι ένα ακόμα ένα κομμάτι που θα γράφει για «πάθος με τα βινύλια», για «το φετίχ των συλλεκτών» και άλλα τέτοια, έστω και αν σε μερικά σημεία τα εννοήσει. Ωστόσο, οι μουσικοί δίσκοι βινυλίου (για να γίνουμε όσο πιο συγκεκριμένοι γίνεται), είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση και ένα κομμάτι της αγοράς που ενδεχομένως να μην φαντάζεστε ότι επιστρέφει δριμύτερο. Καταρχάς, η τεχνολογία καταγραφής του ήχου σε επιφάνεια, έγινε πρώτα από έναν εκδότη και βιβλιοπώλη, τον Εντουάρ-Λεόν Σκοτ ντε Μαρτινβίλ το 1857. Η πρώτη γνωστή ηχογράφηση στην ανθρώπινη ιστορία, ανήκει στον ίδιο και είναι το Au claire de la lune, ένα παραδοσιακό τραγουδάκι που ταλαιπώρησε πολύ τους μετέχοντες τη γαλλική παιδεία…

Μερικά χρόνια αργότερα, ο «τέλειος κλέφτης» Θωμάς Έντισον τελειοποίησε την τεχνολογία, πατεντάροντας (αυτό έκανε κατά βάση ο Έντισον) το φωνογράφο. Η ιδέα ήταν ότι η επιφάνεια καταγραφής ήταν πλέον μαλακή και ότι η συσκευή μπορούσε και να καταγράφει, αλλά και να παίζει την καταγραφή της.

Για να μην τα πολυλογούμε και να φτάσουμε πιο γρήγορα στο νούμερο 2Γ της οδού Κάνιγγος στα Γιάννενα (θα δείτε τι και πως λίγο πιο κάτω), η παραγωγή βινυλίου που τελικά κατέληξε να είναι το βασικό υλικό καταγραφής της μουσικής με το αποτέλεσμα να είναι ό,τι πιο κοντινό στο ανθρώπινο αυτί, συνδέθηκε άμεσα με τον απέραντο και θαυμαστό κόσμο της μουσικής. Και φυσικά, με τους ακροατές και καταναλωτές της.

Αλλά, what’s the fuzz που θα λέγαμε αν ήμασταν Τεξανοί, με το βινύλιο;

«Με το βινύλιο πουλάς και το αντικείμενο. Δεν είναι ένα βιβλιαράκι 10Χ10 εκατοστά» λέει στον «Τύπο Ιωαννίνων» ο Λεωνίδας Βαταβάλης, στην οδό Κάνιγγος 2Γ όπου βρίσκεται το δισκάδικό του, το The Real Thing. «Επίσης, το βινύλιο φαίνεται στην προθήκ ηκαλύτερα από το cd», συμπληρώνει.

Δεν πρόκειται φυσικά για φτηνή αγορά, κυρίως γιατί χρειάζεται μια υποδομή η οποία δεν περιορίζεται σε ένα λάπτοπ, π.χ. Ενισχυτής, πικάπ, ηχεία, μόνο αυτά κοστίζουν, σε μια μέση προς καλή τους εκδοχή, γύρω στα 1.000 ευρώ. Ο δίσκος βινυλίου καθαυτός, δεν είναι ιδιαίτερα ακριβός. «Αν σκεφτείς ότι το 1980 είχε 2.000 δραχμές, ισχύει περίπου η ίδια αναλογία σήμερα» συνεχίζει ο Λ. Βαταβάλης. 

Το βινύλιο όμως παρουσιάζει μια ιδιαίτερη ανθεκτικότητα στον καιρό και στην πρόοδο της τεχνολογίας. Παρότι στις αρχές των ‘90s, με την εμπορική διάδοση των ψηφιακών δίσκων, αλλά και αργότερα, με τη σταδιακή άνοδο των συμπιεσμένων δεδομένων (mp3 κυρίως, αλλά και flac, ogg κ.λπ) και τη σύντομη βασιλεία του Napster, έγιναν αρκετά βιαστικά «μνημόσυνα» για τα βινύλια κάθε διάστασης, αυτά δεν λένε να εξαφανιστούν. Πέρα από την κάπως αδιέξοδη συζήτηση «τι ακούγεται καλύτερα» (εντάξει, τα βινύλια ακούγονται καλύτερα…), το θέμα είναι ότι ο δίσκος βινυλίου έχει συνδεθεί αδιάρρηκτα με τη μουσική και ειδικά με το ροκ εν ρολ. Πλέον, σχεδόν όλες οι μπάντες προσπαθούν να βγάζουν και εκδόσεις βινυλίου, ενώ υπάρχουν και κυκλοφορίες που σε «τρισδιάστατη» μορφή, κυκλοφορούν μόνο έτσι, προσφέροντας στον αγοραστή τη δυνατότητα να κατεβάσει και το ψηφιακό αρχείο.

«Το βινύλιο επιστρέφει. Με αργά βήματα, αλλά επιστρέφει» λέει ο Λ. Βαταβάλης και προσθέτει: «Σήμερα, αυτός που έρχεται να αγοράσει βινύλια, ξέρει τι ακριβώς θέλει να πάρει. Έχει κάνει την αναζήτησή του στο ίντερνετ, έχει ακούσει τη μουσική και έρχεται να αγοράσει συγκεκριμένα πράγματα ή ακόμα και να παραγγείλει κάποιο δίσκο».

Ηλικιακά, οι αγοραστές ποικίλλουν: «Είναι άνθρωποι από 40 έως 50 χρονών που έχουν τα μηχανήματα που απαιτούνται. Είναι μικρότεροι σε ηλικία που έχουν ‘κληρονομήσει’ βινύλια από μεγαλύτερους συγγενείς τους. Είναι ακόμα και μικρότεροι όμως, φοιτητές, που μαζεύουν δίσκους χωρίς να έχουν ακόμα πικάπ, π.χ.», περιγράφει ο βινυλιακός οικοδεσπότης.

Εν τέλει, η υπόθεση «επιστροφή του βινυλίου» είναι πολύ πιο απλή υπόθεση, από μακρόσυρτες αναλύσεις για τις τεχνικές διαστάσεις και συγκρίσεις ή για το φετιχισμό που κρύβει μια μεγάλη ή μια μικρότερη και πιο «μερακλίδικη» συλλογή. Ίσως η πιο σωστή παρατήρηση, σε μια εποχή που είναι πλέον αστειάκι σε αμερικάνικα τηλεοπτικά sitcoms το «πώς χωράει αυτή η μεγάλη δισκέτα στο cd και πού μπαίνουν τα ακουστικά», είναι ότι το βινύλιο αντέχει. Πέρυσι, τα έσοδα από πωλήσεις βινυλίου στις ΗΠΑ, έφτασαν τις εισπράξεις του 1988. Ωστόσο, το 70% της μουσικής αγοράς αφορά «μη υλικές πηγές», δηλαδή streaming, αρχεία ήχου κ.λπ.


Αλλά, αν μπαίνεις σε ένα δισκάδικο, π.χ. στο Real Thing και βρίσκεις το Howlin’ Mercy του Τζον Κάμπελ, τετράγωνο, δωδεκάιντσο και καμαρωτό, όλα τα παραπάνω είναι λεπτομέρειες…


200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα