Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 23-07-2020, 20:43
ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ «ΤΥΠΟ»

Της αρχιτέκτονα Μίνας Κουβάρα


Με τα Τζουμέρκα διατηρώ έναν ιδιαίτερο δεσμό για διάφορους λόγους που με έφεραν και με κράτησαν για κάμποσο καιρό στον τόπο, αν και διακοπτόμενα. Κυρίως, νιώθω ένα δέσιμο λόγω μιας μακρινής καταγωγικής σχέσης που κρατάει πιο πολύ από το μύθο παρά από την πραγματικότητα (ο πατέρας μου μεγάλωσε στον Ορχομενό Βοιωτίας).

O Κέπετζης (2019:122) λέει ότι «η καταγωγή παίζει ρόλο προσθετικό στη βιολογική μας οντότητα αν αξιοποιείται από το άτομο, διαμορφώνεται από το οικογενειακό περιβάλλον και τους δασκάλους και βέβαια όλα μέσα στο χώρο και τη χρονική στιγμή που γεννιέσαι και γίνεσαι». Είναι λοιπόν κανείς ελεύθερος να αυτοπροσδιορίζει τις καταγωγικές του σχέσεις.

Ως εκ τούτου, υπάρχει η δυνατότητα μια κοινότητα της υπαίθρου να συνίσταται και από ανθρώπους σαν κι εμένα, αστικοποιημένους από κούνια και γαλουχημένους σε μια μητρό-πολη, που παλεύουν να ξανασυνδεθούν με την αρχέγονη μήτρα, τη γη. Έτσι, από ανάγκη ορμώμενοι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να οραματιστεί και να πειραματιστεί με την εν δυνάμει αποαστικοποίηση, την υγιή συμβίωση μεταξύ ημών και της φύσης, και την πρόοδο του πολιτισμού που υπακούει στα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά που ο εκάστοτε τόπος υποδεικνύει.

Αυτή είναι η θέση του ποιητή που με ό,τι μέσα διαθέτει —τα χέρια, το λόγο ή έναν υπολογιστή— πλάθει το χάος σε δημιούργημα με τάξη και δομή. Όλοι οι άνθρωποι έχουν αυτήν την έμφυτη ικανότητα, και θέλει προσπάθεια σήμερα να μην την ξεχνάμε μεγαλώνοντας. Ταυτόχρονα, ως κοινωνίες έχουμε απομακρυνθεί πολύ από αυτήν, και παραδόξως φαίνεται ότι όσο πιο «ανεπτυγμένη» είναι η κοινωνία, τόσο πιο πολύ αποστρέφεται τη συλλογική δημιουργική της διάνοια.

Στις 11 Ιουλίου 2020, κατά την επίσκεψή του στα Τζουμέρκα, και πριν την Κέρκυρα, ο πρωθυπουργός δήλωσε για τη Γέφυρα Πλάκας ότι πρόκειται για θαύμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Αυτή είναι μια άποψη που συμμερίζομαι. Θα αξιοποιήσω λοιπόν την ευκαιρία για να εμβαθύνω στο θαύμα, αλλά και να μιλήσω επίσης για το θύμα.

Ένα έργο αναστήλωσης, όπως αυτό της Γέφυρας Πλάκας, συνιστά μια διαδικασία κατά την οποία προσπαθούμε με σύγχρονα μέσα να αναστήσουμε ό,τι επιλέγουμε να κρατήσουμε από το παρελθόν. Στην προκειμένη περίπτωση ως στόχος τέθηκε το ξαναχτίσιμο της γέφυρας πέτρα-πέτρα.

Αυτή η λογική συνόδευσε και την έρευνα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου σχετικά με την κοινωνική αξία της αναστήλωσης, από την οποία και προέκυψε ότι το έργο δεν έχει απλά τοπικό, αλλά εθνικό (δηλαδή υπερτοπικό) χαρακτήρα, ενώ οι πολίτες ανταποκρίθηκαν θετικά απέναντι στο υποθετικό σενάριο του να συμβάλουν οικονομικά για την υλοποίησή του με ένα μικρό ποσό. Βέβαια, είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά μπορεί και να τα είχαμε γλιτώσει με μια σωστή αποκατάσταση του σαθρού θεμελίου, εφόσον το πρόβλημα ήταν γνωστό πολύ πριν την κατάρρευση.

Το «ξαναχτίσιμο πέτρα-πέτρα» σημαίνει την προσπάθεια η γέφυρα να αναστηλωθεί σύμφωνα με την προϋπάρχουσα δομή, το υλικό (πέτρα, κονίαμα) και την τεχνική, αλλά και την αισθητική ποιότητα της αρχικής κατασκευής, αξιοποιώντας τα νέα μέσα και τη σύγχρονη τεχνολογία. Η αισθητική ποιότητα είναι ιδιαίτερα αφηρημένη έννοια ως συνδυασμός δύο αόριστων επίσης εννοιών: της αισθητικής και της ποιότητας! Πρόκειται όμως για το γνώρισμα που προσδίδει στο έργο τη μοναδικότητά του και αποτελεί μη μετρήσιμο μέγεθος. Η ποιότητα αυτή της γέφυρας αποτυπώθηκε στο βαθμό του δυνατού με το μεράκι ορισμένων επιστημόνων, όπως του κ. Κορρέ. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω, αφηρημένα ή μη, καθώς και αρκετά ακόμη χαρακτηριστικά του μνημείου, συνθέτουν τη συνολική του αξία.

Το έργο της αναστήλωσης είναι πράγματι θαυμαστό από πολλές απόψεις, όπως της τεχνολογικής καινοτομίας, αλλά και της συνεργασίας πλήθους επιστημονικών και διοικητικών φορέων, κάτι που στην Ελλάδα από μόνο του αποτελεί επίτευγμα. Από την άλλη, χωλαίνει σε διάφορα σημεία.

Πολλά μπορεί να πει κανείς για το θέμα αυτό, αλλά δε θα επιμείνω μιας και η εμπειρία λέει ότι είναι κάπως περίπλοκο και δύσκολο να γίνει αντιληπτό το πολιτικό και μικρο-πολιτικό του περιεχόμενο. Θα σημειώσω μόνο ότι η κληρονομιά ήταν κατεξοχήν στα χέρια της εκάστοτε άρχουσας τάξης, άλλοτε ως (εθνικό) θαύμα και άλλοτε ως θύμα, αναλόγως του σκοπού.

Αυτό στο οποίο θα ήθελα να επικεντρωθώ είναι η άμεση σχέση του τεχνίτη και της τεχνίτριας με το εκάστοτε έργο. Αυτή παραμένει αδιαμεσολάβητη όσοι φορείς κι αν εμπλακούν. Είναι μέλημα του τεχνίτη να προσεγγίσει την αφηρημένη αισθητική ποιότητα, αλλά και το πνεύμα του μνημείου, ώστε να μας το παραδώσει ολόκληρο βοηθώντας μας να μη λησμονήσουμε. Το ύψος του μάστορα φαίνεται από  το πώς αντιλαμβάνεται το ρόλο του μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και πώς επιλέγει να τον επιτελέσει, λογοδοτώντας στον εαυτό και τη συνείδησή του  -κάτι που στην πραγματικότητα αφορά όλους τους ανθρώπους, αλλά ας μην ξεφύγουμε από το θέμα.

Αναρωτιέμαι λοιπόν αν ο ρόλος του τεχνίτη, και αυτή η εξάρτηση (στο βαθμό που συμβαίνει) της ποιότητας του έργου από αυτόν, εκτιμάται επαρκώς από την πολιτεία. Η αλήθεια είναι πως με βάση έναν απλοϊκό συλλογισμό νομίζω ότι δεν εκτιμάται όσο χρειάζεται. Αν η σημασία της συμβολής του αναγνωριζόταν από τους επίσημους επιστημονικούς και διοικητικούς φορείς επαρκώς, η τεχνική εκπαίδευση στην Ελλάδα δε θα είχε καταβυθιστεί στα τάρταρα, το πρόγραμμα σπουδών των πολυτεχνείων ανεξαιρέτως θα φρόντιζε για την επαφή των σπουδαστών μηχανικών με την πρακτική πλευρά του κτίζειν και τέλος, θα υπήρχε σοβαρή μέριμνα για την επαγγελματική οντότητα του τεχνίτη. Αν η παρα-λογική συνεχίσει, τι θα απογίνει η Γέφυρα Πλάκας σε 50 χρόνια; Ποιος ξέρει. Μπορεί να την φροντίζουν τα ρομπότ. Είναι αυτή η πρόοδος το ζητούμενο;

Θα ένιωθα καλύτερα αν στην τελευταία μου επίσκεψη εκεί δεν είχε εκφράσει τη γνώμη του για το έργο ένας ηλικιωμένος κύριος. Είπε: «Χαίρομαι που ξανάγινε η γέφυρα, αλλά αυτή η γέφυρα δεν είναι η Γέφυρα Πλάκας». Τον ρώτησα τι εννοεί και αποκρίθηκε: «Δεν είναι που φαίνεται καινούρια, γιατί θα παλιώσει. Αλλά με πειράζει που χρειάζεται να πείσω τον εαυτό μου ότι είναι χτισμένη όπως η παλιά. Γιατί μου μοιάζει σαν οι πέτρες να είναι επένδυση επάνω σε μπετόν». Κοίταξα καλύτερα. Μου φάνηκε πως είχε δίκιο. Οι πέτρες αν και πελεκημένες, θα είναι πάντα πέτρες κομμένες στον τροχό. Αυτό δε σημαίνει ότι μειώνεται η αισθητική ποιότητα. Είναι όμως διαφορετική.

Ίσως αν αποδιδόταν στη μαστορική τέχνη η σημασία που της αρμόζει και που μάλιστα την απαιτεί το ίδιο το έργο, η εντύπωση να ήταν διαφορετική. Η τέχνη του κτίζειν, με τροχό ή χωρίς τροχό, σημαίνει εμψύχωση, και η τεχνολογία δύναται να διευκολύνει τη δουλειά του μάστορα, χωρίς να αφαιρεί από την ιδιαίτερη ποιότητα του χειροποίητου. Πιο απλά δεν αρκεί η τεχνολογική καινοτομία, η διεπιστημονικότητα και η συνεργασία μεταξύ των φορέων για να αναστηλωθεί ένα τέτοιο δημιούργημα στο σύνολό του, αν λείπει ο τεχνίτης που νοιάζεται και η πολιτεία που νοιάζεται για τον καλό τεχνίτη.

Όποια κι αν είναι η πρόοδος την οποία οι πολίτες τελικά αποζητούν, ένα είναι βέβαιο: ότι το πραγματικό θαύμα της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν μπορεί να προσβληθεί, να αλλάξει, να διαρραγεί. Μπορεί μόνον να πάψει. Δίχως τη φροντίδα από την πολιτεία, αλλά κυρίως από τις ίδιες τις κοινότητες, το θαύμα θα πάψει και μάλιστα κάνοντας πολύ θόρυβο. Είναι πράγματι αυτό μια συνειδητή επιλογή προς την πρόοδο;

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τον οποίο μένουν όρθια τα γεφύρια, και κάθε είδους γέφυρες υλικές ή φανταστικές, είναι ότι ο δημιουργός μεταλαμπαδεύει στους επόμενους την ομορφιά και όσα κληρονόμησε, αλλά και ότι ο αποδέκτης φροντίζει να τα διαφυλάξει και να τα εξελίξει. Οι ισχυροί δεσμοί τόσο της τοπικής κοινότητας με τα έργα διαχρονικά (ακόμη κι αν αλλάζει η ανάγκη), αλλά και του διαβάτη ως χρήστη της κάθε λογής γέφυρας, είναι αυτοί που το προστατεύουν από το βέβαιο τέλος που προμηνύει η εγκατάλειψη.

Η κληρονομιά είναι δικαίωμα και ευθύνη μας, και είναι στόχος «όλοι μαζί», όπως δήλωσε ο Περιφερειάρχης, να βαδίζουμε στο δρόμο της ενότητας. Και με αυτό συμφωνώ και επαυξάνω. Εφιστώ όμως την προσοχή στο συμβολισμό που συνόδευσε τη δήλωση, επισημαίνοντας και πάλι τη σημασία που έχει η θέση από την οποία επιλέγει κανείς να αναμετρηθεί με την ιστορία. Η συμφωνία Μυρόφυλλου-Πλάκας δεν έγινε μεταξύ του Άρη και του Ζέρβα. Εκείνοι μόνον έδωσαν συμβολικά τα χέρια και, όπως ξέρουμε, προσωρινά.

Η επιλεκτική «θαυματοποίηση» της κληρονομιάς (π.χ. η υλική κατασκευή έναντι της τεχνικής), καθώς και η χρησιμοποίηση κατακερματισμένων ιστορικών γεγονότων, μπορεί να μην οδηγεί πάντα σε εμφύλιες συγκρούσεις ή άλλα τραγικά γεγονότα. Αλλά θα είναι ζήτημα τύχης το να αποτελέσει υγιή βάση προόδου και ολοκληρωμένης ανάπτυξης με ισότιμους όρους.

Με τη γλώσσα του σύγχρονου Ανθρώπου, που με το ένα πόδι πατάει σταθερά στη γη και με το άλλο στο φεγγάρι —δεν ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κόσμους, απλά αντιλαμβάνεται την ενότητα του Κόσμου— το ποιείν, είναι μια ισχυρή, μη-βίαιη και ανθρώπινη μορφή αντίστασης στην τάξη και ασφάλεια της νέας κανονικότητας που τείνει να εξαλείψει τη συλλογική μας διάνοια, με την άδειά μας. Μαστορεύετε λοιπόν γιατί χανόμαστε!

* Κέπετζης, Α. (2019). Η ζωή μου μια μαγεία. Αθήνα: Οδός Πανός

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα