Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 26-05-2017, 07:59
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Ο Μανώλης Πάππος, ο μουσικός του ρεμπέτικου, ο δάσκαλος του μπουζουκιού και ο δεξιοτέχνης του πάλκου, μιλάει στον Τύπο Ιωαννίνων για τη μουσική, λίγο πριν τις δύο εμφανίσεις στο Χασ’ουμέρ

Πόσο ζωντανό είναι ακόμα το ρεμπέτικο τραγούδι;

Το ρεμπέτικο τραγούδι ενώ τα τελευταία σαράντα χρόνια έζησε δυο αναβιώσεις και ενώ αγαπήθηκε πολύ από τον λαό δεν έδωσε σημεία δημιουργικής αναβίωσης. Εννοώ ότι εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, τραγούδια με τα ιδιαίτερα θέματα που καταπιάστηκε εκτός του ερωτικού ζητήματος που έτσι κι αλλιώς είναι κοινό και με τις άλλες μορφές του αστικού τραγουδιού, δεν ξαναθίχτηκαν. Από την άλλη ο μουσικός πλούτος της τροπικότητας  (κλίμακες της ανατολίτικης μουσικης, δρόμοι) δεν απασχόλησε τους σύγχρονους δημιουργούς. Έτσι, το ρεμπέτικο, έμεινε απλώς στην αναπαραγωγή ή το πολύ σε κάποιες καλές ή κακές προσπάθειες διασκευής του.

Το μπουζούκι κρατάει τη θέση του στην ελληνική μουσική;

Το μπουζούκι είναι ένα όργανο που στη σημερινή του μορφή διαμορφώθηκε πριν από 100 χρόνια περίπου, από τους Έλληνες της Αμερικής. Από εκεί μας ήρθαν και οι πρώτοι δίσκοι με ρεμπέτικα τραγούδια. Η θέση του, σαν το βασικό όργανο της λαϊκής μας μουσικής εδραιώθηκε κυρίως στη μεταπολεμική δισκογραφική παραγωγή παρά τις διώξεις που υπέστη. Σιγά σιγά, με την είσοδο στη λαϊκή ορχήστρα οργάνων από άλλες μουσικές κουλτούρες (πιάνο, κόντραμπασσο, χάλκινα πνευστά κ.λπ.) και την επιρροή από τη λάτιν, το σουίνγκ κ.α, άρχισε να χάνει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Από μια εποχή και μετά δε,  η συνθεση του τραγουδιού έφυγε από την αποκλειστικότητα που μέχρι τότε είχαν οι μπουζουκτσήδες και πέρασε σε μουσικούς, εκτελεστές άλλων οργάνων οι οποίοι δεν ήταν απαραίτητα και γνώστες του λαϊκής μουσικης και της ιδιαιτερότητας των δρόμων, με αποτέλεσμα, το μπουζούκι να χάσει τη θέση που είχε μέχρι τότε. Ο μπουζουκτσής-συγκροτηματάρχης-δημιουργός έχασε τη θέση του από τον τραγουδιστή-φίρμα και από τον μαέστρο των μεγάλων κέντρων διασκέδασης.

Υπάρχει ενδιαφέρον από τους νέους κυρίως, να μάθουν να παίζουν μπουζούκι;

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και με αφορμή το θεσμό των μουσικών σχολείων της μέσης εκπαίδευσης αλλά και την εμφάνιση του υβριδίου που ονομάστηκε «έθνικ», υπάρχει ένα αξιοσημείωτο ενδιαφέρον από τους νέους για την παράδοσή μας. Μαζί με το ούτι, το νέυ, το κανονάκι, το λαούτο κ.ά και μέσα από μια άλλη διαδρομή, αυτή του ταμπουρά που είναι ο ένας από τους δυο γονείς του σύγχρονου μπουζουκιού (ο άλλος είναι το μαντολίνο) οι νέοι πλησιάζουν το μπουζούκι από τη μεριά της ανατολίτικης καταγωγής του μαθαίνοντας και στοιχεία της θεωρίας της τροπικής μουσικής. Από την άλλη, οι νέοι που ανακαλύπτουν τα ρεμπέτικα τραγούδια ταυτίζονται εύκολα με την ανυπάκουη θεματολογία τους και έτσι, όλο και πιο συχνά συναντά κανεις παρέες που παίζουν και τραγουδούν τα τραγούδια του Μάρκου, του Παπαϊωάννου, του Τσιτσάνη, του Χατζηχρήστου.

Δισκογραφία ή πάλκο; Είναι θέμα επιλογής;

Κατ´ αρχήν, προηγείται το πάλκο, της δισκογραφίας. Μέχρι την μεγάλη έκρηξη της δισκογραφικής παραγωγής που έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 50 με την είσοδο των μεγάλων λαϊκών τραγουδιστών, το τραγούδι που επρόκειτο να δισκογραφηθεί, παιζόταν και ζυμώνονταν σιγά σιγά στο πάλκο και μόνο αν άρεσε στο κοινό πέρναγε στο στούντιο. Προσωπικά, έχω παίξει πολύ στη σύγχρονη δισκογραφία κυρίως την εικοσαετία 1985-2005, θεωρούσα όμως πάντα τη δουλειά στο στούντιο σαν πάρεργο και σαν κυρίως εργασία το πάλκο. Γνωρίζω ελάχιστους μουσικούς που έκαναν το αντίθετο.

Μετά από τόσα χρόνια στη μουσική, υπάρχει ένα τραγούδι που σας «τυραννάει» ακόμα, όπως την πρώτη φορά που το ακούσατε;

Θεωρώ ότι είμαι από τους τυχερούς που έπαιξαν τραγούδια δικής τους επιλογής, εκτός από τα χρόνια που δούλευα με «φίρμες» και που, πάλι, δεν αναγκάστηκα να παίξω πράγματα που με έκαναν να ντρέπομαι. Διαπίστωσα πολύ νωρίς όμως ότι παίζοντας καθημερινά τα κομμάτια που αγαπούσα, μέσα από την επανάληψη ξεθώριαζαν και έχαναν την αρχική συγκίνηση που μου δημιουργούσαν, έτσι, αποφάσισα να κρατήσω κάποια απ αυτά σε μια «συναισθηματική εφεδρεία» και να τα παίζω σπάνια και σε ειδικές περιπτώσεις. Ένα απ’ αυτά είναι η «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη και ένα άλλο «Ο Γυρισμός» του Παπαιωάννου.


200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα