Συντακτης: Βαρβάρα Αγγέλη
Δημοσιευση: 28-01-2017, 20:03
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων αποφάσισε να συμπράξει με το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης για τη φετινή χειμερινή θεατρική σεζόν. Η συνεργασία αυτή παίρνει σάρκα και οστά με το έργο του σπουδαίου ιρλανδού συγγραφέα Μπράιαν Φρίελ «Χορεύοντας στη Λούνασα» σε σκηνοθεσία και μετάφραση της Γιαννιώτισσας Νικαίτης Κοντούρη. Η παράσταση παίζεται ήδη στην Κοζάνη. Στα Γιάννενα, η πρεμιέρα στο «Καμπέρειο» θα γίνει στις 10 Φεβρουαρίου. Το έργο θα παιχτεί για δύο μήνες, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα, ο «Τύπος Ιωαννίνων» μιλά με την κ. Κοντούρη για το νέο της σκηνοθετικό εγχείρημα.


«Χορεύοντας στη Λούνασα»: Πώς έγινε αυτή η επιλογή του έργου που αφορά την ιστορία μιας οικογένειας η οποία βιώνει τη δική της κρίση;

Ήταν όνειρό μου να σκηνοθετήσω αυτό το έργο. Οι ρόλοι είναι όλοι εξίσου σημαντικοί. Είναι όλοι απαραίτητοι  για την αφήγηση της ιστορίας από τον νέο άνδρα που 25 χρόνια μετά επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του και «ξαναζωντανεύει « μέσα από την αφήγηση του το καλοκαίρι του ‘ 36 με την παγανιστική γιορτή της Λούνασα στο επίκεντρό της.

Είναι ένα βαθειά ανθρώπινο, με θέμα την απομονωμένη οικογένεια Μάντυ στη Βόρεια Ιρλανδία την εποχή του μεσοπολέμου. Μια οικογένεια γεμάτη αντιφάσεις, που, όπως όλες οι ενδιαφέρουσες οικογένειες,  καταφέρνουν παρά τις δυσκολίες να επιβιώνουν με καλή διάθεση, αγάπη, αποδοχή, αξιοπρέπεια. Συγγραφέας με ισχυρή αγάπη για τη χώρα του, τη μουσική της, τη λογοτεχνία της, ο Μπράιαν Φρίελ έγραψε ένα υπέροχο έργο για την ελευθερία κόντρα στους περιορισμούς του φανατικού θρησκευτικού και κοινωνικοπολιτικού περίγυρου μιας χώρας που η ιστορία της μετρά άπειρους αγώνες, τεράστια κύματα μετανάστευσης, αστείρευτα γλέντια, πολύ θυμό και πολύ πόνο. Δικαίως ονομάζουν τον Μπράιαν Φρίελ «Τσέχωφ της Ιρλανδίας» γιατί και αυτός, όπως και ο Τσέχωφ, καταπιάνονται με τη ζωή πολύ απλών ανθρώπων και την αναγάγουν σε ποίηση υψηλής αισθητικής αξίας.


Στο θεατρικό αυτό έργο όλα υπακούουν στους ρυθμούς της μουσικής και στον χορό. Γεφυρώνει ο χορός τις αποστάσεις; Την πραγματικότητα με το ιδεατό; 

Ο χορός είναι η πρώτη έκφραση του ανθρώπου. Η κίνηση είναι ανάσα και η ανάσα ζωή. Στα δικά μας πανηγύρια πιανόμαστε χέρι-χέρι, πίνουμε από την ίδια μπουκάλα ρακί, ερωτευόμαστε αυτούς που σέρνουν τον χορό και -ναι- υπερβαίνουμε την πραγματικότητα. Στο «Χορεύοντας στη Λούνασα», η μουσική, ο ρυθμός, ο χορός, γίνονται κραυγή απελευθέρωσης και στη συνέχεια σκληρό τίμημα ελευθερίας…


Πόσο οικεία μπορεί να είναι τα όσα ζει μια οικογένεια της Ιρλανδίας σε μια οικογένεια της Ελλάδας; 

Κατά διαβολική σύμπτωση με τους Ιρλανδούς έχουμε μοιραστεί πολλά κοινά πράγματα και στον 20ο και στον 21ο αιώνα. Μοιάζουμε πολύ. Ξενιτευόμαστε για τους ίδιους ή ανάλογους λόγους από τη χώρα μας, και προοδεύουμε όπου ξεκινάμε καινούργια ζωή. Το συναισθηματικό δέσιμο όμως με την πατρίδα, είναι εξίσου παθιασμένο. Γλεντάμε με κάθε αφορμή όπως γλεντούν κι εκείνοι και είμαστε απόλυτοι για την αξία της πατρίδας, της ζωής, των ανθρώπων μας, της οικογένειας μας.

Στο «Χορεύοντας στη Λούνασα», οι γυναίκες λαχταρούν να πάνε στο πανηγύρι γιατί εκεί γινόταν το νυφοπάζαρο, γιατί εκεί τα νιάτα και η ομορφιά έβρισκαν ταίρι. Το ίδιο δεν συνέβαινε και στη δικιά μας κοινωνία; Το ίδιο δεν γινόταν και στην αντίστοιχη αγροτική κοινωνία της Ισπανίας, της Ιταλίας κ.ο.κ; Όμως, όταν επιστρέφει από τη Ρουάντα ο ιερέας αδελφός της οικογένειας, ο «άγιος των λεπρών» όπως τον αποκαλούσαν , ανακαλύπτουμε πως κι άλλες κοινωνίες -στην προκειμένη περίπτωση η Αφρική- απελευθερώνονται και ευτυχούν μέσα από το χορό και τη μουσική, για το χορό και τη μουσική. Έτσι το έργο του Φρίελ γίνεται πανανθρώπινο, αγκαλιάζοντας όλους τους αδικημένους και ξεχασμένους της γης κάτω από την ποιητική του μπαγκέτα.

Λέγεται συχνά ότι το θέατρο περνάει κρίση. Το πιστεύετε; Μήπως ακριβώς λόγω της οικονομικής κρίσης, οι θεατές έχουν γίνει πιο απαιτητικοί; Μήπως και οι άνθρωποι του θεάτρου, από την άλλη, έχουν επιστρέψει σε πιο ουσιαστικές έννοιες;

Πόσο ουσιαστικό είναι να δυσκολεύεσαι συνέχεια, να μιζεριάζεις, και πόσο χρόνο μπορείς να αντέξεις και να αντεπιτίθεσαι δημιουργικά και απαιτητικά; Θεατές και καλλιτέχνες, κοινό και δημιουργοί, μοιραζόμαστε τις ίδιες σκληρές συνθήκες.  

Το θέατρο είναι ακριβή τέχνη -όχι πανάκριβη, αλλά ακριβή. Οι θεατές στην κρίση έγιναν σαφώς πιο επιλεκτικοί και οι καλλιτέχνες πιο συνεργάσιμοι Όλοι γίναμε πιο ανοιχτοί στις προκλήσεις και βαθιά μας επιθυμία είναι να μας χαρίζει η θεατρική πράξη στιγμές ευτυχίας.

Κάπως έτσι αποφασίστηκε και η Λούνασα, με πρωτοστάτες την κ. Δημοπούλου , καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και την κ. Βακαλοπούλου, πρόεδρο του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων. Ακολούθησε ενθουσιασμός και από όλα τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων.Το εγχείρημα είναι πρωτοπόρο, δεν φείδεται εξόδων ,αμείβει ικανοποιητικά όλους τους συνεργάτες και φιλοξενεί απλόχερα τους βασικούς συντελεστές του εγχειρήματος, δηλ. τους ηθοποιούς. Θέατρο χωρίς καλούς  επαγγελματίες ηθοποιούς δεν μπορεί να συνεχίσει να γίνεται. Γιατί –δικαίως- οι θεατές θα στραφούν σε άλλα ενδιαφέροντα. Ας ελπίσουμε πως θα ακολουθήσουν και άλλοι φορείς τα παράδειγμα αυτής της συμπαραγωγής.


Ποια μπορεί να είναι η ταυτότητα του θεάτρου στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, στην Ελλάδα της κρίσης; Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ποιο είναι το μέλλον των ΔΗΠΕΘΕ;

Οι συνεργασίες επαγγελματικών φορέων, η συνένωση δυνάμεων, θα ισχυροποιήσει τα κατά τόπους θέατρα, θα δώσει δουλειά σε άξιους καλλιτέχνες και θα ανοίξει την ψυχή και το βλέμμα των ανθρώπων που εκτιμάνε το Θέατρο και πιστεύουν  σ’ αυτό. Στόχος της συμπαραγωγής δεν ήταν μία ακόμα παράσταση, αλλά μία παράσταση άρτια με καλλιτεχνική συνέπεια και ωριμότητα. Και πραγματικά έγινε μία παράσταση χωρίς «εκπτώσεις».


Σας είναι δύσκολο όταν ένα δικό σας έργο «εκτίθεται» στους Γιαννιώτες; 

Αντιθέτως με γεμίζει συγκίνηση! Νοιώθω να μοιράζομαι με το κοινό της αγαπημένης πόλης, όλα όσα ονειρεύομαι και όλα για όσα έχω μοχθήσει στη ζωή μου. Είναι χαρά να μοιράζεσαι με θεατές , συνεργάτες και  ηθοποιούς το όραμά σου. Πόσο μάλλον όταν οι θεατές είναι και φίλοι και συγγενείς και γνωστοί, και δάσκαλοί σου, και πάνω απ’ όλους ο πατέρας σου… Εύχομαι να μπορέσει να παρακολουθήσει την παράστασή μας. Στον πατέρα μου οφείλω την καλή σχέση που έχω με τη μουσική.


Ευχαριστούμε πολύ.

Κι εγώ

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα