Συντακτης: Βαρβάρα Αγγέλη
Δημοσιευση: 20-10-2019, 17:33
ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Η ρωμαϊκή Νικόπολη, ο αρχαιολογικός χώρος Δωδώνης, το Ιτς Καλέ στο Κάστρο των Ιωαννίνων, βυζαντινά μοναστήρια…: τόποι πολιτισμού και σύνδεσης του παρελθόντος με το παρόν, για τους οποίους οι τοπικές κοινωνίες νιώθουν σήμερα μια περηφάνια. Η οργάνωση και η διαχείριση των τόπων αυτών, με τις όποιες ελλείψεις υπάρχουν ακόμη, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι σχέσεις των τοπικών κοινωνιών με τις αρχαιολογικές υπηρεσίες δοκιμάστηκαν πολλές φορές στο παρελθόν, ενώ δεν έλειψαν και οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο μερών. Απέναντί τους, οι υπηρεσίες βρήκαν ιδιοκτήτες, την τοπική αυτοδιοίκηση, την Εκκλησία. 

Διάφορα «μέτωπα» συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, μόνο που το επίδικο πια είναι η εμπορευματοποίηση του πολιτιστικού αγαθού. Παλιότερα ήταν η αναγνώριση της σημασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις τοπικές κοινωνίες και η αποτίναξη απόψεων του τύπου «κάτι παλιόπετρες είναι»…

Αν είχαν κυριαρχήσει βέβαια τέτοιου είδους απόψεις, τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά. Τόποι όπως το Ιτς Καλέ, το οποίο οι Γιαννιώτες και οι επισκέπτες, το έχουν σημείο αναφοράς, δεν θα υπήρχαν. Το αρχαιολογικό αυτό πάρκο δεν «ξεφύτρωσε» έτσι απλά, δεν αποτελεί κάποια κληρονομιά χαμένη μέσα στον χρόνο. Κάποιοι άνθρωποι το οραματίστηκαν, και μάλιστα σε εποχές που τα περί πολιτιστικής διαχείρισης έμοιαζαν μακρινά, δούλεψαν γι’ αυτό και έθεσαν τις βάσεις για να γίνει ένας «ζωντανός» χώρος πολιτισμού, με την τοπική κοινωνία να το νιώθει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς της. Και οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι άγνωστοι: Ο Δημήτρης Κωνστάντιος και η Φραγκίσκα Κεφαλλωνίτου, δύο πρόωρα εκλιπόντες εν υπηρεσία αρχαιολόγοι, άφησαν το αποτύπωμά τους όχι μόνο στα Γιάννενα αλλά και σε άλλες περιοχές της Ηπείρου, της Λευκάδας και της Κέρκυρας.

Photo: Παν. Τσιγκούλης

«Οι δύο αυτοί άνθρωποι ‘υπάρχουν δίπλα μας’ γιατί μας επηρέασαν. Μας έδωσαν ιδέες, εμβολίασαν τα οράματά μας. Χωρίς αυτούς, ο χώρος όπου βρισκόμαστε, το Ιτς Καλέ, μπορεί να μην ήταν ακόμη ένα ζωτικό κομμάτι της πόλης» είπε ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων Κώστας Σουέρεφ, στην εκδήλωση τιμής που έγινε το Σάββατο 19 Οκτωβρίου στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Βυζαντινού Μουσείου. Στην εκδήλωση τιμής, η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων πήρε το όνομα του Δημήτριου Κωνστάντιου ενώ το όνομα της Φραγκίσκας Κεφαλλωνίτου δόθηκε στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου.

Για την οφειλόμενη αυτή απόδοση τιμής, την πρωτοβουλία πήρε ο Σύλλογος Υπαλλήλων Βορειοδυτικής Ελλάδας του υπουργείου Πολιτισμού, με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων να την αποδέχεται. «Για μας το Ιτς Καλέ είναι το δεύτερο σπίτι μας. Τη δουλειά μας την αγαπήσαμε, τα μνημεία μας τα νιώθουμε. Και τον δρόμο μάς τον έδειξαν ο Δημήτρης και η Φραγκίσκα» τόνισε η πρόεδρος του Συλλόγου Ελένη Μποβίλα.

Photo: Παν. Τσιγκούλης

Και οι δύο αρχαιολόγοι, με καταγωγή από την Εύβοια ο Δημήτρης Κωνστάντιος (1950-2010) και από την Τήνο η Φραγκίσκα Κεφαλλωνίτου (1951-2009), σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Κατά τη μεταπολίτευση ξεκίνησαν να εργάζονται ως έκτακτοι αρχαιολόγοι στην 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, σε μια αρχαιολογική υπηρεσία με μεγάλο πεδίο δράσης και με ελάχιστο προσωπικό τότε. Για τη ζωή τους και το έργο τους, μίλησε αναλυτικά η αρχαιολόγος Ξένια Δημητρακοπούλου. Οι δύο τους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν και ζευγάρι στη ζωή. Οι δρόμοι τους στη συνέχεια χώρισαν. 

Η Φραγκίσκα Κεφαλλωνίτου παρέμεινε στα Γιάννενα, και υπηρέτησε στη θέση της διευθύντριας της 8ης Εφορείας από το  1988 έως το 2006 (το 2006 μετατέθηκε στη Ναύπακτο), ενώ ο Δημήτρης Κωνστάντιος ήταν ο άνθρωπος που αναμόρφωσε το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Για τους δύο αυτούς σημαντικούς αρχαιολόγους μίλησαν ακόμη η επίτιμη διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Ευγενία Χαλκιά και ο πρώην δήμαρχος Ιωαννίνων Αλέκος Σόφης σε μία από τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του. 

Εργασίες αποκατάστασης των μαγειρείων (αναψυκτήριο σήμερα) κατά τη δεκαετία του '90


Ιδιαίτερη αναφορά έκαναν στην έντονη πολιτικοποίηση του Δημήτριου Κωνστάντιου, με άρθρα του σε περιοδικά όπως το «Αντί», και στον χαρακτήρα του, χάρη στον οποίο ήταν εφικτή η άρση πολλών εμποδίων στις σχέσεις της αρχαιολογικής υπηρεσίας με την τοπική κοινωνία. «Ο Δημήτριος Κωνστάντιος προβληματίστηκε πολύ με το δίπολο τοπικές κοινωνίες-πολιτιστική κληρονομιά. Ασχολήθηκε πολύ με τον εξορθολογισμό των μεταξύ τους σχέσεων με στόχο την προσέγγιση των δύο πλευρών» τόνισε, ενώ δεν παρέλειψε να μιλήσει για τις ευθύνες του κράτους απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά: «Το κράτος με τις γνωστές του αντιφάσεις από τη μια επιβάλλει την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και από την άλλη την αφήνει έκθετη και ανυπεράσπιστη άλλοτε στη φθορά και στην καταστροφή κι άλλοτε σε έναν ψευδεπίγραφο, βίαιο εκμοντερνισμό με τα πολιτιστικά αγαθά να μεταλλάσσονται σε προϊόντα ανίερης συναλλαγής και άκριτης εμπορευματοποίησης με τη συνενοχή παραγόντων…».

Στην εκδήλωση, το παρών έδωσε και η οικογένεια του Δημήτριου Κωνστάντιου.

Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΟΥ ΙΤΣ ΚΑΛΕ

Το Ιτς Καλέ ανήκε στον Στρατό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Νωρίτερα, οι αρχαιολογικές υπηρεσίες είχαν κάνει κάποιες αναστηλωτικές εργασίες σε μνημεία. Ωστόσο, ο σπόρος της διαμόρφωσης ενός αρχαιολογικού πάρκου μπήκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ο τότε έφορος βυζαντινών αρχαιοτήτων Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος διεκδίκησε το πρώην βασιλικό περίπτερο για να γίνει το Βυζαντινό Μουσείο. Κάτι που δεν επιτεύχθηκε παρά αρκετά χρόνια μετά. Το Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων έγινε τελικά πραγματικότητα το 1995, όταν στη διεύθυνση της Εφορείας βρισκόταν η Φραγκίσκα Κεφαλλωνίτου. 

Κατά τη δεκαετία του ’80, στο Ιτς Καλέ έγιναν αρκετές ανασκαφές από τον Δημήτριο Κωνστάντιο, ενώ άρχισε να συγκροτείται και ο τρόπος ανάδειξης του χώρου ως αρχαιολογικού πάρκου. Προς αυτήν την κατεύθυνση, προχώρησαν εργασίες αποκατάστασης των μνημείων, όπως της πυριτιδαποθήκης (χώρος εκπαιδευτικών προγραμμάτων), του Θησαυροφυλάκιου (μουσειακός χώρος για την τέχνη της αργυροχοΐας) και των μαγειρείων, τα οποία μετατράπηκαν σε αναψυκτήριο για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών…

Από τότε, η ακρόπολη έχει εξελιχθεί περισσότερο με τη δημιουργία του Μουσείου Αργυροτεχνίας Ιωαννίνων και έχει μπροστά της πια άλλες προκλήσεις.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
Ντοτη3