Συντακτης: Βαρβάρα Αγγέλη
Δημοσιευση: 17-03-2018, 09:28
ΡΕΤΡΟ

Το παραλίμνιο κομμάτι της συνοικίας Σιαράβα, έχει καταγραφεί στην ιστορία της πόλης ως «Ταμπάκικα». Η βυρσοδεψία αποτελούσε μια βασική βιοτεχνική δραστηριότητα για τους Γιαννιώτες από τον 17ο αιώνα και μετά. Ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα όμως όταν η δραστηριότητα αυτή αναπτύχθηκε πολύ, σε συνδυασμό και με την πολεοδόμηση των Ιωαννίνων. Η οδός Ζαλοκώστα, αλλά και από την άλλη μεριά του Κάστρου, η οδός Σούτσου (σε μικρότερο βαθμό) στη συνοικία Λειβαδιώτη, έγιναν οι τόποι ανέγερσης των εργαστηρίων των ταμπάκων. Τα ταμπάκικα –ένας συνδυασμός εργαστηρίου και κατοικίας- ήταν μονώροφα ή διώροφα, στενόμακρα κτίρια με άμεση πρόσβαση στη λίμνη (όταν αυτή… απλωνόταν περισσότερο), η οποία αποτελούσε επί της ουσίας μέρος της δουλειάς. Πριν την απελευθέρωση εκατοντάδες χιλιάδες δέρματα εξάγονταν στην Τεργέστη κι από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Τα μεγάλα εργαστήρια βυρσοδεψίας θα δηλώνουν το έντονο παρών τους στην οικονομική ζωή της πόλης και μέχρι την περίοδο του μεσοπολέμου.

Η δουλειά του ταμπάκου δεν ήταν καθόλου εύκολη. «Χειμώνα καλοκαίρι μέσα στα νερά και στις ασβεσταριές. Στο κάμα του μεγάλου καζανιού όπου ζέσταναν το νερό  για τους αμπαστάδες, στις μεγάλες κρεβάτες με τα πολλά ρεύματα, όπου στεγνώναν τα πετσιά. Ύστερα οι βαριές, τα λάδια, οι ντιγράδες, τα πεύκα, τα βελανίδια, το σμάκι. Σκληρή η  δουλειά του ταμπάκου και βαριά. Μαυρισμένα χέρια σαν τα πετσιά και ψημένο πρόσωπο» αναφέρει ο λόγιος Δημήτρης Σαλαμάγκας στα «Άπαντα».

Μια σειρά από μικροεπαγγέλματα συμπλήρωναν τη χορεία των ταμπάκων: αχθοφόροι (χαμάληδες), βαρκάρηδες-μεταφορείς, συλλέκτες περιττωμάτων και οι κάθε τύπου βοηθοί. «Άλλωστε πάντα υπήρχε ένα διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, που περίμενε να εργαστεί εποχικά, και ένα άλλο στις παρυφές των επαγγελμάτων για συμπληρωματικές εργασίες» σημειώνει η καθηγήτρια Βασιλική Ρόκου στο βιβλίο της «Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων» (2004).

Η άσκηση της βυρσοδεψίας απαιτούσε κάποια απαραίτητα υλικά, όπως τα περιττώματα σκύλων, με τη βοήθεια των οποίων οι ταμπάκοι καθάριζαν και αποστείρωναν τα δέρματα. Με το τενεκέ και το φαράσι, λοιπόν, οι πιο φτωχοί Γιαννιώτες τριγυρνούσαν σε όλη την πόλη για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Την πραγματικά απελπιστική αυτή εικόνα φαίνεται ότι την αξιοποίησαν… δεόντως όσοι είχαν έρθει από τα χωριά, και τους οποίους οι Γιαννιώτες αποκαλούσαν «ντατσκαναραίους». «Η απαξιωτική φράση ‘Τι ήταν οι Γιαννιώτες, όλη μέρα μάζευαν σκυλόσκατα στα σοκάκια’ αναφέρεται ακόμη και σήμερα για να δηλώσει ότι οι χωρικοί  που ‘πήγαιναν μέσα’ (δηλαδή στα Γιάννινα) και όσοι διέμεναν μονιμότερα στην πόλη (μαθητευόμενοι στα εργαστήρια, υπηρετικό προσωπικό στα καλοστεκούμενα νοικοκυριά κ.ά) είχαν τη βούληση και το κουράγιο να επιστρέφουν στους πολίτες των Ιωαννίνων την πολιτισμική υποτίμηση με την οποία τους αντιμετώπιζε, και αυτούς συλλήβδην, ο αστικός πληθυσμός» αναφέρει η Ευαγγελή Ντάτση στο βιβλίο της «Τα ισνάφια μας τα βασιλεμένα» (2006).

Η εργασία στα ταμπάκικα, μεταπολεμικά, άρχισε να γίνεται υποτονική. Τη δεκαετία του ’70 η δύσκολη και βρόμικη αυτή βιοτεχνία έγραψε τον επίλογό της. Ο ταμπάκος έμεινε όμως στην ιστορία, στην κοινωνική μνήμη και στη λογοτεχνία. «Κι οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν' άλλαξε τάχα και πότε ν' άλλαξε, κι η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, αδιάβροχα τα φέρναν απόξω, φτηνότερα και καλύτερα δουλεμένα, ακόμα και τις βακέτες και τα σολοδέρματα. Δυο τρεις παλιοί δερματεμπόροι στο παζάρι της πόλης το βρήκανε συμφερότερο, αντίς να παιδεύονται με τους ταμπάκους, να μαζώνουνε τα τομάρια και να τα στέλνουν ακατέργαστα στην Ιταλία, στη Μασσαλία, ακόμα και στη Σύρα, για να τ' αργαστούν εκεί. Με τις μηχανές» γράφει ο Δημήτρης Χατζής στο διήγημά του «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» από τη συλλογή των διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» (1963).


* Tα ταμπάκικα στη συνοικία Σιαράβα το 1948, με τον φακό του Άγγελου Καλογερίδη

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
Ντοτη3