Συντακτης: Βαρβάρα Αγγέλη
Δημοσιευση: 20-02-2017, 15:35
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι Καλαρρύτες, ένας από τους πιο παραδοσιακούς οικισμούς της Ηπείρου, αποτελούσαν κάποτε ένα από τα κέντρα της ηπειρώτικης αργυροχοΐας, με ξακουστούς τεχνίτες να μεταφέρουν τις δημιουργίες τους και σε μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης. Σε αυτό το χωριό, γράφηκαν πολλές σελίδες της ασημουργίας. Για αυτή την ιστορία των Καλαρρυτών μίλησε σε χτεσινή εκδήλωση στο Μουσείο Αργυροτεχνίας ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Απόστολος Κατσίκης. Μια εκδήλωση που διοργάνωσε το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων και τον Πατριωτικό Σύνδεσμο Καλαρρυτών «Η Πίνδος».

Η καλαρρυτινή αργυροχοΐα άρχισε να ανθεί από τον 17ο αιώνα. Οι Καλαρρυτινοί φέρεται να μαθήτευσαν στα εργαστήρια ασημουργίας των Ιωαννίνων. Στη συνέχεια, μετέφεραν την τέχνη στα εργαστήρια του χωριού τους. Ασχολήθηκαν με όλα τα είδη των αργυρών αντικειμένων. Είναι όμως περισσότερο γνωστοί για τα εκκλησιαστικά αντικείμενα που φιλοτέχνησαν.

Όπως ανέφερε ο κ. Κατσίκης, κατά την περίοδο 1750-1850 σε καλαρρυτινά εργαστήρια δημιουργήθηκαν τα διασημότερα αργυροχοϊκά έργα της νεότερης Ελλάδας. Αρκετοί από τους τεχνίτες του ασημιού ήταν πλανόδιοι. Με μόνο εφόδιο τα σύνεργα της δουλειάς τους, την έμπνευση και τη μοναδική τους τεχνική περιόδευαν και εκτελούσαν παραγγελίες. Με τον τρόπο αυτόν διέσωσαν την τέχνη της αργυροχοΐας σε όλη τη Βαλκανική, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, την Ιταλία και την Αυστρία.

Το 1821 ανακόπηκε η πορεία της καλαρρυτινής αργυροχοΐας καθώς οι οικισμός καταστράφηκε από τους Τούρκους ως αντίποινα για την εξέγερση που είχε ξεσπάσει στην περιοχή. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές της Ηπείρου, στη Θεσσαλία, στα Επτάνησα. Πολλοί δε καλαρρυτινοί ασημουργοί επέκτειναν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες στην Ιταλία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, σύμφωνα με τον κ. Κατσίκη, αποτελούν η οικογένεια Νέσση, εγκατεστημένη μέχρι σήμερα στη Ρώμη, και η οικογένεια Βούλγαρη («οίκος κοσμημάτων Bulgari»).

Οι τεχνίτες του ασημιού, μακριά από τον τόπο τους, μετάλλαξαν την παραδοσιακή τεχνοτροπία και δημιούργησαν μια νέα «σχολή» στην καλλιτεχνική ασημοτεχνική. Τα καλύμματα ευαγγελίων του Αθανασίου Τζημούρη και η λάρνακα του Αγίου Διονυσίου διά χειρός Γ. Μπάφα θεωρούνται αντιπροσωπευτικά δείγματα της εκκλησιαστικής αργυροτεχνίας. Δημιουργίες των δύο αυτών τεχνιτών όπως και πολλών άλλων Καλαρρυτινών πλούτισαν και ανανέωσαν τη νεοελληνική αργυροχοΐα,σύμφωνα με τον κ. Κατσίκη.  

Ο Τζημούρης, μυθικό πρόσωπο για τους ασημουργούς της εποχής του, γεννήθηκε στους Καλαρρύτες. Μετά την καταστροφή του οικισμού, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο όπου πέθανε το 1823. Δούλεψε ως αρχιχρυσικός του Αλή πασά και δάσκαλος της αργυροτεχνίας. Τα παλαιότερα δημιουργήματά του, έργα της ηπειρωτικής περιόδου, θεωρούνται τα πλέον σημαντικά. Πάντα στα καλύμματα των Ευαγγελίων που δημιουργούσε, σκάλιζε εν είδει υπογραφής, τη φράση: «Εκατεσκεβάσθη και κατασκευάζωνται εις Καλαρρύταις, χωρίον των Ιωαννίνων, δια χειρός Αθανασίου Νικολάου Τζημούρη».

Ο δεύτερος μεγάλος καλαρρυτινός μάστορας του ασημιού ήταν ο Γεώργιος Μπάφας, γιος του Διαμαντή. Γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1854, όπου είχε εγκατασταθεί προεπαναστατικά η οικογένειά του. Τα τεχνουργήματα του Μπάφα είναι πολλά και γνωστά. Από το 1812 ο Μπάφας εργάζεται για το ναό του Αγίου Διονυσίου και μέχρι το 1829 δημιούργησε πολλά έργα μεταξύ άλλων τη λάρνακα που περιέχει το σκήνωμα του Αγίου, πολιούχου του νησιού. Η λάρνακα του αγίου Διονυσίου φέρει την εξής επιγραφή που επιβεβαιώνει τον δημιουργό και την καταγωγή του: «Εις την διετίαν των Ευγενών Επιτρόπων κυρίου Φραντζέσκου Μοντζά, Γεωργίου Κομόντου και Νικολάου Κανδακίτη 1829. Διά χειρός (Γεωργίου Διαμαντή Μπάφα Καλαρυτιότου».

Το τέλος για την καλαρρυτινή αργυροτεχνία έρχεται τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όταν και οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν στο κλείσιμο των εργαστηρίων στους Καλαρρύτες. Η ιστορία όμως είχε ήδη γραφεί με ασημένια γράμματα.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα