Συντακτης: Βαρβάρα Αγγέλη
Δημοσιευση: 8-11-2020, 12:10
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Στο τελευταίο τεύχος της διμηνιαίας εφημερίδας «Το Ζαγόρι μας», που εκδίδεται εδώ και 40 χρόνια από την Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Ζαγορίου (ΙΛΕΤ), φιλοξενείται ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο.

Ένα κείμενο διά χειρός του βιολιστή Κώστα Καψάλη (1908-1988), την«ψυχή» της θρυλικής ζαγορίσιας κομπανίας «Τα Τακούτσια», η οποία «έδρασε» μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που γράφηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με τον Κώστα Καψάλη να το παραδίδει στον Βασίλειο Τζιόβα σε μια συνάντησή τους στο στέκι των Κάτω Σουδενιωτών, στο υποδηματοποιείο του Κώστα Φωτέτσιου στην οδό Ανεξαρτησίας, στα Γιάννενα. 

Όπως γράφει στην εισαγωγή του στο «Ζαγόρι μας» ο κ. Τζιόβας, πρόεδρος της ΙΛΕΤ, ο Κώστας Καψάλης του «ενεχείρισε εμπιστευτικά το βιογραφικό κατάλοιπό του με την αυστηρή προειδοποίησή του να μην προσθέσω τίποτε παραπάνω, επειδή πολλές φορές τον πείραζα για κάποια… ‘μικροαμαρτήματά’ του, για τα ‘μεράκια’ του, με την απειλή ότι θα με καταραστεί από τον τάφο του». «Ο Κώστας δεν γλεντούσε τους άλλους μόνο, ήταν ο ίδιος γλεντζές κι όταν έβλεπε να χορεύει κάποια ‘νταλιάνα’, όπως έλεγε, χτυπώντας όρθιος το βιολί του φώναζε: ‘κόψε με Θέ μου, κόψε με Αη-Θανάση μου’ (η εκκλησία που στην πλατεία της γινόταν το πανηγύρι μας» αναφέρει. Είναι η πρώτη φορά που το κείμενο του Κώστα Καψάλη δημοσιεύτηκε. 

Ο «Τύπος Ιωαννίνων» αναδημοσιεύει το κείμενο αυτό, με την άδεια της έκδοσης «Το Ζαγόρι μας».

Το αυτοβιογραφικό κείμενο του Κώστα Καψάλη:

Γεννήθηκα εις Κάτω Πεδινά Ζαγορίου, το 1908 από πολύ πτωχούς γονείς αλλά εργατικούς και τίμιους. Πρωτότοκος εγώ, δεύτερος ο αδελφός μου Σπύρος, τρίτη η αδελφή μου Έλλη, τέταρτος ο Γιώργος. Εγώ τελείωσα το δημοτικόν Σχολείον. Ο πατέρας μου έπαιζεν βιολί που πήρα τα πρώτα μαθήματα στο βιολί, αλλά επειδή ο μπαμπάς της Μητέρας μου από την Βίτσα λεγόμενος Παναγιώτης Γκανάς έπαιζεν πολύ καλό βιολί καθώς είχεν και τον υιόν του Δημήτριον Γκανάν που και αυτός ήταν πολύ καλός στο βιολί τους παρακάλεσεν η μητέρα μου και με πήρανε στη Βίτσα. Αφού κάθισα περίπου κάνα χρόνο μου έδειξαν όλην την τέχνη τους.

Πράγματι εγώ είχα πολύ μεράκι για βιολί που όπου πήγαιναν όλο το συγκρότημα να παίζουν με κλαρίνο ο Νικόλαος Νίνος ο περιβόητος, ο Παναγιώτης και Δημήτριος Γκανάς βιολιά, ο Αθανάσιος Μπεκάρης ξακουστός λαβούτο και τραγούδι και ο Κώστας Μανούσης το καλύτερο ντέφι όλα τότε, τα παλιά τραγούδια του Ζαγοριού καθώς και την σειρά που παίρνανε τα γλέντια, όλους τους χορούς εγώ πήγαινα και τους άκουγα έως που τα έμαθα όλα.

Τώρα εγώ βέβαια είχα ανάγκη από βοηθόν. Έμαθα και τον αδελφόν μου Σπύρον, του αγόρασα ένα παλιό  λαβούτο από τον συχωρεμένον Θωμάν Χρόνην, όπου αρχίσαμαν να παίζωμεν και να τραγουδάμε ωραία. Εξασκηθήκαμεν πολύ καλά τότες βέβαια.

Μας χρειάστηκεν και Ντέφιι, παίρνωμεν το Ζιούλη, του έφτιαξεν ο μπαμπάς του ένα ντέφι από λίγο λίγο γινήκαμεν τρεις τότες στο χωριό μας. Όλα τα κορίτσια είχαν μια συνήθεια, κάθε Κυριακή πήγαιναν περίπατο. Στο Βαρκό πηγαίναμεν κι εμείς οι τρεις με τα όργανα και τους τραγουδούσαμεν και κάθε Πάσχα επίσης χορεύανε με μας και μας έδιναν κουλούρια και αυγά που τρώγαμαν. Κάθε Κυριακή πηγαίναμαν εκεί όμως εξασκηθήκαμεν πάρα πολύ, από λίγο λίγο καλύτερα. Παίζαμε αφού τελειώσαμαν και το Δημοτικό Σχολείον. Τώρα βέβαια χρειασθήκαμαν και το κλαρίνο.

Κάποιος από το Μονοδένδρι, λεγόμενος Σταύρος Κόντος έπαιζεν κλαρίνο αφού μας είδεν που προοδεύαμαν μας πήρεν μαζί του έπιανε γάμους, πανηγύρια και ότι άλλη δουλειά, αφού ο κόσμος ευχαριστιότανε. Τους λέγανε να μας φέρνεις αυτά τα ΤΑΚΟΥΤΣΙΑ. Η λέξις τακούτσια προήρχετο επειδή εγώ και ο Σπύρος είμασταν του Τάκη παιδιά, πολύ μικρά δηλαδή και του Τάκη τα μικρά και έμεινε ο τίτλος ΤΑΚΟΥΤΣΙΑ και μας λένε Τακούτσια.

Εφόσον γινήκαμε πολύ καλοί το Νίνο και τους Γκανάδες δεν τους ήθελαν τους φέραμεν μεγάλη αντίπραξη στα καλά τότες πανηγύρια Δεκαπενταύγουστο Βίτσα, Τσεπέλοβο, Ασπράγγελοι, Αγία Παρασκευή, Μονοδένδρι, Σκαμνέλι, Αϊλιά Καπέσοβο, Παλιορή, Βραδέτο, Αγία Τριάδα, Μπούλτση, Αϊγιάννη Ρογκοβό που πήγαιναν οι Γκανάδες Μπεκάρης Νίνος Μανούσης πηγαίναμαν κι εμείς. Επειδή τότες τόσο μας αγαπούσαν όπου γινότανε κόματα διά να παίξωμεν κι εμείς, αλλά ας είναι ελαφρύ το χώμα του αειμνήστου Τάκη Γκράτζιου, Αλέκου Τσιάντη, Αδ/φών Σαρηγιάννη, Παντελή Τσέπη όπου τότες για μας ο Τάκη Γκράτζιος έκαναν τσακωμούς με δαρμούς διά να υποστηρίξουν εμάς στα Σουδενά στο Βραδέτο κ.τ.λ. Ιδίως ο Αλέκος Τσιάντης με τον Γκράτζιο τότες είχαν αυτοκίνητο και μας βάζανε μέσα, πηγαίναμαν σε όλα τα χωριά διά να μας διαφημίζουν. Έγραφαν στο αυτοκίνητο μετά μουσικής τα Τακούτσια. Επίσης ο Δημοσθένης και Τιμωλέων Σαρρηγιάνης στο Καπέσοβο τα ίδια γινότανε κόμματα στους χορούς ποιος να μας φέρει περισσότερον κόσμο να χορεύουν σ’ εμάς μέχρι ξυλοδαρμούς.

Επίσης στο Σκαμνέλι ο αείμνηστος Παντελής Τσέπης είχαν καταντήσει να μαζεύουν υπογραφές διά το πανηγύρι πόσοι θέλουν τα ΤΑΚΟΥΤΣΙΑ και πόσοι θέλουν τους Μπαγιώτες με κλαρίνο τότε τον εξαίρετον Τάκη Κολτσιάρα και Αγησίλαον Δέρβα. Αυτό όμως οφείλεται που μας αξιοποίησεν ο αείμνηστος Φίλιππος Ρούντας κλαρίνο, ο αείμνηστος Χρόνης Καψάλης που αυτά τα κλαρίνα τότες έπαιζαν έπεφταν τα φύλλα από τα δένδρα τόσο ωραίοι ήταν.

Αυτά όμως οφείλονται και εις τον αξέχαστον φίλον μας Κύριον Μάνθον Μάνθου ή Τάγιαν ο οποίος μας εγνώρισεν παντού, Δολιανά, Αρίστη, Γιάννενα. Παντού όπου γνώριζεν μας υποστήριζεν και μας έμαθε πολλά τραγούδια. Όπως οι Σαρρηγιανναίοι, ο Ευριπίδης Βουλόδημος, ο Κώστας Βαρτζώκας, Λώνης Τόλογλου, Απόστολος Βουγάς και άλλοι πολλοί. Ιδίως το Καπέσοβον ήταν το Σχολείο στα τραγούδια για μας.

Τότε όμως ήταν και πολύ δύσκολη η ζωή, δεν βγαίναν εύκολα τα λεφτά, επειδή είμασταν πολύ μικρά παιδιά ο κόσμος σε μερικά χωριά όχι του Ζαγοριού, αλλά αλλού όταν γλεντάγανε αφενός που μας ταλαιπωρούσαν αλλά είχον και ένα έθιμο μας κολλούσαν λεφτά.

Τότε τα εκατοστάρικα είχαν κοπεί σε 75 δραχ. και πενηντάρικα σε 37 ½ μας λέγανε στις 75 δραχ. θα κρατάτε 20 δρ. και στα 37 1/2, 10 δραχ. Εμείς τότε βέβαια δεν ημπορούσαμεν να κρατούμε λογαριασμό. Έπρεπεν να έχουμε ταμία ή λογιστή μόλις κολλούσαν αντί για 2 ή τρία που μας έδιναν έλεγαν έχουμεν 5 ή 6 ή 7 και ας είχαν μόνον 2 ή τρία. Στο τέλος που έρχονταν για λογαριασμόν μας παίρνανε και τα δικά μας εάν είχαμε, αλλά αυτοί εξ επαγγέλματος τέτοιοι χαρακτήρες, αλλά όταν τους μάθαμε βέβαια, όταν μεγαλώσαμε και ολίγο τους βάλαμε στη θέση τους.


 Τα Τακούτσια στο Δίκορφο το 1936 (από το cd «Ζαγόρι-Τακούτσια»-Ιστορικές ηχογραφήσεις 1961-1975 από το αρχείο του Σίμωνος Καρρά, Πολιτιστικός Σύνδεσμος Ζαγορισίων, 2009)

Στην εργασία τότε μας ταλαιπωρούσαν πολύ, διότι τότε δεν υπήρχαν μπύρες, ήταν όλο κρασιά και τσίπουρα γινότανε τύφλα στο μεθύσι και ούτε ήξεραν τι έκαναν 3 έως 4 ημερονύκτια ακατάπαυστο γλέντι. Θυμάμαι κάποτε στους Μπεκάρηδες για να αντέξουν  στη πολύ δουλειά, μέχρι ενέσεις τους έκαναν στο Τσεπέλοβο οι γιατροί Λιάπης και Γιαννακός 4 βράδια που συνέχιζαν τα γλέντια.

Εκείνον τον καιρό θυμάμαι τόσο μανία είχον όπου πηγαίναμαν στο πανηγύρι στο Τσεπέλοβο, βγαίναν να μας δεχθούν στην καρυά, διότι τότες πηγαίναμαν πεζοπορία και ο κόσμος μας υποδεχόταν στην καρυά με πολύ ζήλο διότι δεν υπήρχαν ούτε μαγνητόφωνα ούτε ράδια ούτε ηλεκτρόφωνα.

Θα αρχίσω να σας περιγράφω ποιοι ήταν οι παλαιοί γλεντζέδες τότε και τώρα τελευταία. Οι πεθαμένοι και ζώντες.

Και αρχίζω με τα Κάτω Πεδινά, το χωριό μου, ήταν ο μακαρίτης Βασίλειος Τζιόβας παππούς του Βάσιου Τζιόβα, ο αείμνηστος Τάκης Γκράτζιος, ο Θεοφάνης Τζιόβας, ο Μιχαήλ Βούρδας, ο Ορέστης Βέτσης, Νικ. Σκεπαριώτης, Δημήτριος Κοματσέλης, Χρήστος Πανταζής. Νέοι γλεντζέδες: Μιχ. Τζιόβας, Βάσιος Τζιόβας, Παναγ. Τζιόβας, Άρης Τζιόβας, Μιχαήλ Γκράτζιος, Φώντας Βούρδας, Ξενοφών Κονδούρης, Λάκης Αρβανίτης, Δ. Κυρίτσης και Κ. Φωτέτσιος.

Στον Ελαφότοπον ήταν παλαιοί, Σπύρο Λιόγκας ή Σεβταλής, επειδή ήτο πολύ γλεντζές τον είχαν βγάλει Σεβταλή. Μακαρίτης Ιωάννης Λιόγκας και Δημήτριος Λιόγκας.

Νέοι γλεντζέδες: Κώστας Γκέλπας, Κων/νος Κράλλιος, Ευάγγελος Εμμανουήλ, Τάσιο Λιόγκας και πολλοί που μας διαφεύγουν.

Εις τα Άνω Πεδινά ήτο ο Μακαρίτης Νικολ. Πριμυκήρης εν ζωή Κώστας Τσιγαράς, Φιλοποίμης Κατζιόφας, Ιωάννης Τσιγαράς και πολλοί που δεν τους θυμάμαι. Στη Βίτσα ήταν σχεδόν όλοι οι Βασδεκαίοι Φάνης Σακελαρίου, ο Βριζόπουλος Ανασ. Πριμηκήρης. Νέοι Αθανάσιος Βασδέκης, Φώτης Βασδέκης, Δήμος Βασδέκης και ο αείμνηστος γαμπρός του Κώστα Βασδέκη ονομαζόμενος Λάζαρος Βενέτης ειςε τον οποίον του έχω βγάλει και τραγούδι. Θα σας το γράψω να το διαβάσετε.

Στο Μονοδένδρι ο μακαρίτης Αλέκος Τσιάντης, ο ιατρός Διαμάντης Ράπτης. Εν ζωή ο Σπύρος Τσιάντης και Τάκης Κόντος, Παρνασός και πολλοί που μου διαφεύγουν.

Στους Ασπράγγελους τους πολύ παλαιούς δεν τους έφθασα διότι είχαν όργανα δικά τους, τους Σαργέους. Νέους Γούλα Κουμπάρο, μακαρίτη δάσκαλο. Κουμπάρο εν ζωή Μιχαήλ Γιακουμή, ο Βασίλης Τσαπάρης με τους δύο υιούς του ο υιός του Γούλα Καραγιάννη ο Φρίξος, ο Τόλης Λιάπης και άλλοι πολλοί και Τάκης Μαλετσίδης, Βύρων Κουμπάρος.

Ελάτη, ο Τάκης Βέλης που για μας μια χρονιά στην Αγία Τριάδα έδιωξεν τον Νίνο με Γκανάδες και Μπεκιάρη και παίξαμεν εμείς και έλεγα στο χορό κόψε με Αγία Σωτήρα μου. Και ακόμη οι Καλωτάδες, όπου με βρίσκουνε και τώρα μου λένε Κόψε με Αγιά Σωτήρα μου.

Στους Κήπους δεν περιγράφω τους γλεντζέδες διότι είχανε ντόπιους οργανοπαίκτες. Επίσης και στο Κουκούλι.

Στο Καπέσοβο οι αείμνηστοι αδελφοί Σαρρηγιάνη Δήμος και Τιμολέων και ο πατήρ των Γεώργ. Σαρηγιάνης, Απόστολος Βογάς, Λώνης Τόλογλου. Νέοι γλεντζέδες: Ανδρέας Σαρηγιάννης, Ευριπίδης Βουλόδημος, Μενελ. Τόλογλου, Κωνσταντίνος Βαρτζώκας, Γούλας Δαλκαβούκης, Γεώργ. Βασδέκης και πολλοί που μου διαφεύγουν, δεν θα με παρεξηγήσουν που δεν αναφέρω τα ονόματά τους.

Τσεπέλοβο, ο αείμνηστος Γεώργιος Καραβασίλης, επίσης Πέτρος Γιαννακός, Παναγιώτης Γεροκώστας, Κώστας Φερεντίνος, Δημήτριος Τσουμάνης, Παύλο Γιαννάκης, Ηλ. Βαγγελής, Θεόδωρος Κέντρος. Οι νέοι γλεντζέδες εν ζωή Παύλος και Δημήτριος Τσουμάνης, Γεώργιος Τσουμάνης, Καθηγητής Κώστας Γιαννάκης, Γεώργιος Ντέμκας, Τάκης Βούρβος, Πάνος Βούρβος, Τάσιος Δούβαλης, Ευριπίδης Γιαννακός, Αδελφοί Γιαννακών, Ιωάννης και Αλέκος Βαγγελέοι και ο φίλος μας Γεώργιος Γιαννακός του Ηλία και Αθανάσιος Ρακόπουλος και πολλοί που δεν θυμάμαι.

Στο Σκαμνέλι ο αείμνηστος Παντελής Τσέπης, Στέργιος Δούβλης, Θεοφάνης και Θεόδωρος Φραγκούλης, Πανταζή Βλάχος. Ζώντες Λούσια Ντάλα, Μιλτιάδης Τσέπης, Θεοδωράκης Γόγολος, Νικολ. Τζιάσιος, Οδυσσέας Φραγκούλης, Θεόφιλος Κουσιουρής, Αδελφοί Δώδου κ.τ.λ.

Στο Βραδέτο Τιμολέων Βασδέκης, Θεόδωρος Βασδέκης, Κων/νος Βασδέκης μετά των παιδιών των. Αδελφοί Καπρίτσιου Ντίνος, Γιάννης και Δάσκαλος, Γρηγόριος Μυριούνης, Ιωάννης Μυριούνης, Γεώργιος Μυριούνης, Ιωάννης Μυριούνης, Ανδρέας Τσουμάνης, Λάμπρος Τσουμάνης και πολλοί άλλοι.

Θυμάμαι στην Αρίστη μέχρι το νεκροταφείον πηγαίναμεν με τα όργανα και λέγαμεν Σήκω Μαργιώλα. Παύλος Βέλλης, Κώστας Παπακώστας, Ηλίας Μπατζιόρας, Χαρίσης Ντινούλης και άλλοι.

Μεσοβούνι, Βασίλειος Κυργιάννης, Αδελφοί Κοντονάσιου, Απόστολος Φίλιος, Αντώνιος και Παν. Κοντονιάσιος, Ελευθέριος Δούσμπης.

Άνω Ραβένια, Νικόλαος Μήλιος, Τάσος Μήλιος, Κώστας Κόκκινος, Ευριπίδης και Νεοπτόλεμος Ρίζος, Γρηγόριος Κάππης, Ζαρίτας Ευαγ. Πρωτόπαπας, Κυριάκος Τσάτσης, Ιωάννης Αριστείδης και Θεόδωρος Τσουμάνης, Μιχ. Κάππης, Νικολ. Κάππης και άλλοι πολλοί.

Δολιανά, ο περιβόητος φίλος μας Μάνθος Μάνθος, λεγόμενος Τάγιας και αυτός ήταν ο δάσκαλός μας σε όλα τα τραγούδια, Κώστας Νταφόπουλος και πολλοί άλλοι.

Τις Νεγράδες, ο αείμνηστος Απόστολος Βαλέτης τώρα βγήκαν όλα τα παιδιά του γλεντζέδες, Λεωνίδας, Κωνσταντίνος, Γεώργιος και όλοι οι συγγενείς του, ο Κώστας Τσελίκης και άλλοι δεν θυμάμαι. Με συγχωρείτε που δεν θα αναφέρω όλα τα χωριά διότι τόσοι πολλοί είναι που θα σας γίνω βαρετός εάν τα περιγράψω όλα.

Τώρα θα επανέλθω εις το επάγγελμά μας. Αξιοποιηθήκαμεν πολύ διότι ταξιδέψαμαν το 1935 με 1936 εις Αθήνας με κλαρίνο τον Φίλιππον Ρούνταν είμασταν δε εις την καλύτερην ηλικίαν. Είχα παντρευτεί το 1931 και είχα αποκτήσει 2 παιδιά τότες διά τρεις 4 μήνες που καθίσαμαν εκεί άνω από τα 130 νέα τραγούδια, είχαμεν φέρει και τα σερβίραμαν στα γλέντια από τότε πήραμεν την μεγαλύτερη φίρμα μέχρι το 1939. Απέκτησα το τρίτο μου παιδί. Το 1940 μας έπιασε ο πόλεμος τότες μας έπιασε μέχρι το 1944 η μεγάλη πείνα πηγαίναμε να εργασθούμε όλο με είδος, με καλαμπόκι στους γάμους ή φασόλια ή μαλλία από πρόβατα ή τυρί. Όλα με είδος. Το 1945 απέκτησα το τέταρτό μου παιδί. Τυρανιστήκαμαν πολύ, αλλά εγώ έκανα και πολλές δουλειές. Δούλευα τσαγκάρης, ήμουνα κουρέας.

Ως ανταρτόπληκτοι ήλθαμε στα Ιωάννινα. Πήρεν ολίγο να καλυτερεύει η κατάστασις. Πιάσαμε το κέντρο Βενιζέλου και δουλεύαμε κάθε βράδυ πολύ καλά.

Ήμασταν όλοι εδώ στα Ιωάννινα. Οικογενειακώς, εγώ επειδή καθόμουνα κοντά στο Τμήμα Ασφαλείας, δούλευα ως γραφεύς, άδειες ταξιδίων, εκτός αυτού βγήκα και Γραμματέας των Μουσικών επί 45ετία, αλλά ήμασταν και τίμιοι άνθρωποι και ενημερώναμε όταν δίναμε λόγο σε γάμους ή σε πανηγύρια ότι θα έλθουμε. Δεν υπήρχε λόγος να γελάσουμε διά αυτό αποκτήσαμε την αγάπη στον κόσμο. Δεν ήμασταν παραδόπιστοι και με τα λίγα το ίδιο παίζαμε και με τα πολλά το ίδιο. Επίσης είχαμε και μεράκι στο επάγγελμά μας, δεν βαριόμασταν, ούτε κουραζόμασταν. Εγώ ιδίως, όταν ερχότανε η ώρα να τελειώσω μεν το γλέντι να φύγουμε εγώ στενοχωρούμουν. Ήθελα να μην τελειώσουμεν χωρίς τις πρωινές ώρες να τρώγαμε τις αλευρόπιτες με τα ωραία μας πρωινά χαβάδια να πηγαίνουμεν στις ωραίες κρύες βρύσες σαν στον Κονόμο στο Τσεπέλοβο, στις Βρύσες της Καλωτάς, στην Ελάτη στη βρύσου του Σπανού στο Σκαμνέλι, στη Γκούρα μεθούσα και χόρευα στο τέλος έσχιζα τα λεφτά όλα και μου τα έδιναν όλοι οι γλεντζέδες. Τα είχα όλα εγώ επειδή ήμουνα ο ταμίας.

Την ωραία ζωή που περάσαμεν δεν μπορώ να σας τα περιγράψω από το 1964 και μέχρι το 1977. Την χειμερινή σεζόν από Οκτώβριον μέχρι την Κυριακήν των Βαΐων ταξιδεύαμε στη Θεσ/νίκη. Τότε είχαμε τον Φίλιππον Ρούνταν και το Χρόνη και τον αδελφόν μας Γιώργον, τρία κλαρίνα.

Εκεί μας γνώρισεν ο αγαπητός μας και πολύ γλεντζές Γεώργιος Γιαννακός όπου διά τον ζήλον που είχε στα όργανα με μας τα Τακούτσια εγκατέλειψεν το μαγαζί που είχεν με τους  θείους του και άνοιξεν Κέντρον Διασκεδάσεως για να γλεντάει περισσότερο και ακόμη το συνεχίζει βέβαια για μας ήταν ευεργέτημα. Παίρναμε πολλά λεφτά από κεί, φτιάξαμε σπίτια, σπούδασα παιδιά, ο ένας υπλο/γός Στρ. Μουσικής, κόρη Δασκάλα, ο μικρότερος Διπλωματούχος άριστος στο βιολί.

Είμαι πολύ ευχαριστημένος απ’ το επάγγελμά μας. Γνώρισα κόσμο καλό, πρόσωπα επίσημα, αξιοπρεπέστατα, φίλους πάρα πολλούς, επιστήμονες, όπου τους έβγαζα και τραγούδια, στιχουργός όπως του ιατρού Διαμάντη Ράπτη, που θα το γράψω παρακάτω, να το διαβάσετε, το Λάζου Βενέτη, του φίλου μας πολύ γλεντζές θα τα γράψω και πολλά άλλα.

Όταν σε διάστημα ετών ο Φίλιππος Ρούντας μας εγκατέλειψε επειδή πήγε στην Αμερική σχεδόν σε 10ετία πήραμε μαζί μας τον αείμνηστο Χρόνη Καψάλη και αυτός πολύ ωραίος διά το Ζαγόρι μοναδικό κλαρίνο, επί άλλη 10ετίαν εργασθήκαμε πολύ καλά και με το Χρόνη πάλι. Ο κόσμος μας αγαπούσε, ήταν πολύ καλός και κλαρινίστας και σοβαρός κύριος και τίμιος αλλά πέρασαν και τα χρόνια αρρώστησε από ανίατη ασθένεια δεν μπορούσε να μας ακολουθήσει, ας είχαμε και τον αδελφό μας Γιώργο για δεύτερο κλαρίνο.

Είδαμε τον Γρηγόριο Καψάλη απ’ το Τσερβάρι, του μάθαμε στο συγκρότημά μας όλα τα Ζαγορίσια. Μαζί με το Χρόνη για λίγο που ήταν και ο Ρούντας κανα δυο χρονιές στη Θεσ/νίκη αφού ο Ρούντας μετά και ο Χρόνης πεθάνανε βγάλαμε το Γρηγόρη που έγινε το πιο εξαιρετικό κλαρίνο.

Για παντού τώρα για μας τα ΤΑΚΟΥΤΣΙΑ έληξεν το όνομά μας όμως. Θα ακούγεται, δεν θα σβήσει ποτέ, γιατί από τις πολλές ταινίες που βγάλαμε και ακόμη μας μαγνητοφωνούν.

Από το επάγγελμά μας είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι αφενός μεν που δημιουργηθήκαμε όλοι και εγώ και ο Σπύρος, ο Γιώργος, ο Ζιαούλης και όλο το συγκρότημα. Αν και μερικοί, ας πούμε οπισθοδρομικοί το έχουνε για υποτιμητικό το επάγγελμά μας, αλλά κρατούν το παλαιό έθιμο, τόσο ξέρουν. Ευχαριστούμε όλους σας που μας μαγνητοφωνούν διά την τέχνη μας. Δόξα το Θεό ταξιδευτήκαμε στο εξωτερικό, Λονδίνο, Οξφόρδη, Αγγλία, Κύπρο, Κρήτη, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Δράμα, Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Τρίκαλα, Λάρισα, Καρδίτσα, Πάτρα και απανταχού της Ελλάδος.

Σας ευχαριστούμε όλους τους γνωστούς μας που ακόμα μας αγαπάτε αν και απομακρυνθήκαμε από το επάγγελμα, εγώ ιδίως που λόγω της καρδιοπάθειάς μου δεν θα δύναμαι να σας εξυπηρετήσω για πολύ αλλά για μικρές δουλίτσες έστω και διά ολίγα χαβάδια. 

Θα δίνω το παρών διά να έχω και λίγη ψυχαγωγία όταν θα σας ανταμώνω, να μου βγαίνει ο πόνος επειδή έγινα σχεδόν απόμαχος.

Στενοχωρούμαστε όλοι μας που σχεδόν αποστρατευόμαστε και δεν αφήσαμε απογόνους για να σας εξυπηρετούν να μη σβήσει το Ζαγόρι διότι τα παιδιά μας πήραν άλλην τροπήν. Δυστυχώς. Θα σβήσει το Ζαγόρι, θα ακούγεται το όνομά μας όμως.

Σας εύχομαι και πάλι όλους τους γνωστούς και φίλους μας να έχετε υγεία με τα παιδιά σας να γλεντάτε πάντοτε με τα τραγούδια μας.

Γεια σας Γιντέκια

ο Απόμαχος

Κώστας Δ. Καψάλης

Τα ξακουστά «ΤΑΚΟΥΤΣΙΑ»

Τώρα να γλεντάτε με τον Γρηγόρη Καψάλη και να τον προσέχετε διότι είναι γνήσιος για τα Ζαγορίσια και για όλα.

Η αυτοβιογραφία του Κώστα Καψάλη κλείνει με την καταγραφή δύο τραγουδιών, για τον γιατρό Διαμάντη Ράπτη και τον Λάζαρο Βενέτη.

 

*Η λέξη γιντέκια σημαίνει (υπό μεταφορική έννοια) παλικάρια, άνθρωποι γεροί σαν άλογα

** Kεντρική φωτογραφία: Αρχείο Πολύβιου Καρρά

 

200 λέξεις απομένουν.
  • mihalis petrakis
    mihalis petrakis
    ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ.
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα