Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 18-12-2021, 13:27
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Του Βασίλη Νιτσιάκου*

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν είχαν ήδη καταρρεύσει τα καθεστώτα στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, στην Ελλάδα δόθηκε το σύνθημα της πολλαπλής, επιθετικής πάντως, διείσδυσης. Ανάμεσα στα άλλα, το Υπουργείο εξωτερικών αλλά και άλλοι φορείς, επίσημοι και ανεπίσημοι (ανάμεσα σε αυτούς και μια επιτροπή Βλάχων «ακτιβιστών» αποτελούμενη από γνωστά πρόσωπα της πολιτικής και όχι μόνο σκηνής), επιδόθηκαν σε έναν ξέφρενο αγώνα προσεταιρισμού πληθυσμιακών ομάδων, που μια αλυτρωτική αντίληψη τις θεωρούσε ελληνικές ή δυνάμει ελληνικές. Κατεξοχήν τέτοια ομάδα ήταν οι Βλάχοι της Αλβανίας και της τότε πΓΔΜ.

Θα αναφερθώ σε τούτο το κείμενο μόνο στους Βλάχους της Αλβανίας, καθώς γνωρίζω το θέμα σε βάθος, λόγω της εντατικής επιτόπιας εθνογραφικής έρευνας που πραγματοποίησα επί 20 σχεδόν συναπτά έτη. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής δημοσιεύτηκαν σε διάφορα επιστημονικά άρθρα, αλλά κυρίως στο βιβλίο μου «Στο Σύνορο», το οποίο εκδόθηκε και στην αγγλική γλώσσα (2010).

Στο βιβλίο μου αυτό υπάρχει αναφορά σε μια συνάντηση Βλάχων «παραγόντων» με πρωτοβουλία της τότε Πανελλήνιας Ένωσης Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων, στην οποία συζητήθηκε το θέμα των Βλάχων της Αλβανίας και πιο συγκεκριμένα πώς να τους βοηθήσουμε και να τους φέρουμε κοντά στην Ελλάδα. Ήδη η επίσημη πολιτεία είχε προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες που έδιναν πολλά προνόμια σ' αυτή την ομάδα, δίνοντάς της μάλιστα προτεραιότητα στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής για τους «ομογενείς», κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν αμφισβητούμενη η ταυτότητά της. Σ' αυτή τη συνάντηση, λοιπόν, το πνεύμα ήταν ανάλογο. Προσωπικά, μόλις άκουσα κάποιον να λέει «τους παίρνουμε μ' ένα κομμάτι ψωμί»... αποχώρησα.

Λίγο αργότερα, πάντως, επί υπουργίας Σαμαρά, με επισκέφτηκε στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο γνωστός μου δημοσιογράφος, Βλάχος στην καταγωγή. Μου πρότεινε συνεργασία σ' ένα «ερευνητικό» πρόγραμμα, που θα υλοποιούνταν σε συνεργασία με τοπική εταιρία μελετών με κονδύλιο, του οποίου το ακριβές ποσό δεν θυμάμαι (άλλωστε δεν με ενδιέφερε). Αρνήθηκα ευγενικά την πρόταση για λόγους που είναι προφανείς...

Κάποια χρόνια αργότερα, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο άγνωστου σε μένα εκδοτικού οίκου. Ο συγγραφέας με ψευδώνυμο. Με ψευδώνυμο και όλοι οι «πρωταγωνιστές» του συγγράμματος. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα στην Κορυτσά και τα γύρω Βλαχοχώρια, περιοχή αναφοράς, ήμουν σε θέση να ταυτοποιήσω σχεδόν όλα τα πρόσωπα...

Βεβαίως, αυτά που εγώ έζησα και διαπίστωσα, διεξάγοντας επιστημονική ανεξάρτητη έρευνα, ουδεμία σχέση είχαν με τα περιεχόμενα στο βιβλίο ή μάλλον τα περιεχόμενα του βιβλίου επιβεβαίωναν τις δικές μου παρατηρήσεις και διαπιστώσεις περί ωφελιμιστικής διαχείρισης της ταυτότητας εκ μέρους των ντόπιων από τη μια και από την άλλη περί της πολιτικής προσεταιρισμού της συγκεκριμένης ομάδας, όχι μόνο από το ελληνικό κράτος βέβαια... Είναι πραγματικότητες που τις έχει περιγράψει Γερμανίδα ανθρωπολόγος στη διδακτορική της διατριβή τεκμηριωμένα και λεπτομερώς.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Τίποτα παραπάνω από τη διαπίστωση ότι άλλος είναι ο ρόλος του επιστήμονα και της επιστήμης και άλλος ο ρόλος του πολιτικού και της πολιτικής. Σε ό,τι αφορά τους ποικιλώνυμους «πολιτιστικούς» φορείς και παράγοντες, είναι προφανές πως όταν αναλαμβάνουν πολιτικές αποστολές αμφιβόλου χαρακτήρα μπορεί να γίνουν και επικίνδυνοι...

*Ο Βασίλης Νιτσιάκος είναι καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

** Φωτό: στην Ντρενόβα Κορυτσάς-από την επιτόπια εθνογραφική έρευνα

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα