Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 30-03-2020, 08:18
ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

«Είναι τέτοια η κλίμακα της κάμψης της παγκόσμιας αγοράς την περασμένη εβδομάδα, κατά το ξέσπασμα της πανδημίας, που το «αναστήθηκε» το φάντασμα του κραχ του 1929 στη Γουώλ Στριτ και η επακόλουθη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ΄30. Οι συγκρίσεις δεν είναι πια αστείες».

Έτσι ξεκινάει άρθρο του ο Φίλιπ Ίνμαν στον Guardian πριν από μια βδομάδα.

Το φάντασμα της ύφεσης και η «κάθε εκατό χρόνια» επιστροφή, απειλούν την παγκόσμια οικονομία και η στάση των κυβερνήσεων δεν μοιάζει ικανή να αποτρέψει την ύφεση. Ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης δήλωσε ανοιχτά προ ημερών, ότι αναμένεται μείωση εισοδημάτων, αύξηση ανεργίας, κάμψη της οικονομίας.


Πόσο όμως μπορεί να αντέξει κάτι τέτοιο η ελληνική οικονομία, η οποία υποτίθεται ότι βγήκε από μια δεκαετή κρίση με ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά;

Τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης μέχρι στιγμής, είναι δειλά. Είτε υπό την πίεση της πολιτικής εξάρτησης της κυβέρνησης από τα μεγάλα και ιδιωτικά συμφέροντα, είτε από το (λογικό) φόβο ότι πολύ σύντομα θα χρειαστούν ακόμα πιο δραστικά μέτρα, οι πρώτες προβλέψεις δεν καλύπτουν το πεδίο που η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι καλύπτουν.
Καταρχάς, το επίδομα των «45 ημερών» με τα 800 ευρώ, απευθύνεται σε πολύ συγκεκριμένους επί του παρόντος κλάδους. Παρότι στις δηλώσεις των αξιωματούχων δίνεται η αίσθηση ότι αφορά όλους τους εργαζόμενους των κλάδων που πλήττονται, δικαίωμα αίτησης αυτή τη στιγμή έχουν συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αυτές που κλείνουν και όχι όλες.

Ταυτόχρονα, η μονοδιάστατη οικονομική δραστηριότητα, στον τομέα των υπηρεσιών και κυρίως στον τουρισμό, μεγεθύνει την ανησυχία για την επαύριο της καραντίνας.

Η συνεχής ανακοίνωση ΚΑΔ δημιουργεί την ψευδαίσθηση της καθολικότητας των μέτρων, αλλά ακόμα και φιλοκυβερνητικά συνδικαλιστικά και κλαδικά όργανα με ανακοινώσεις τους, αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά τους. Τα Επιμελητήρια πιέζουν, ωστόσο η κυβέρνηση μέχρι στιγμής λειτουργεί με αποφάσεις που μοιάζουν στοχευμένες σε πεδία συμφερόντων, όχι εχθρικά απέναντί της: αποζημιώσεις ιδιωτικών θεραπευτηρίων, εν μια νυκτί αποφάσεις για διαφημιστικά πακέτα στα ΜΜΕ, κ.α.

Επί του παρόντος, η πιο γενική ρύθμιση είναι η αναβολή καταβολής οφειλών ή η καταβολή με έκπτωση με 25%. Ωστόσο, η κατακόρυφη πτώση του τζίρου δεν εξασφαλίζει π.χ. ότι η καταβολή θα είναι δυνατή τον προσεχή Οκτώβριο, όταν θα έχουν προκύψει και νέες υποχρεώσεις.

Η κυβέρνηση επί του παρόντος μοιάζει να κάνει συντήρηση των κρατικών εσόδων, ακόμα και με αποφάσεις φανερά βεβιασμένες, με οικονομικό πρόσημο: μια τέτοια είναι το κλείσιμο των φοιτητικών εστιών και η μετακίνηση χιλιάδων φοιτητών εν μέσω απαγόρευσης μετακινήσεων. Και αυτή η απόφαση, κριτικάρεται έντονα.

Πόσο «άσχημο» όμως μπορεί να γίνει; Το ερώτημα διατυπώνει το Politico στις 16 Μαρτίου, με προκείμενο την απώλεια θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ και την κατάσταση που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Τραμπ.

Ο πλανητάρχης, ο οποίος χρεώνεται, μαζί με τον ομοϊδεάτη του και ασθενή πλέον Μπόρις Τζόνσον, την αποτυχία στην αντιμετώπιση της πανδημίας, χρησιμοποιεί και αυτός όρους όπως ο «αόρατος εχθρός». Το άρθρο του Politico παραθέτει την άποψη του Γουίλιαμ Λι, επικεφαλής οικονομολόγου του ινστιτούτου Milken, σύμφωνα με την οποία η τωρινή ύφεση, θα είναι η πρώτη «της οποίας το μάκρος και το βάθος θα καθοριστούν σημαντικά από το πόσο δραστικά θα απαντήσει η Ουάσιγκτον, στα μέτωπα της φορολογίας και της δημόσιας υγείας».

 Η στροφή προς το δημόσιο και την ανάγκη στήριξής του, έρχεται σαν μια μικρή εκδίκηση για το άκρατο outsourcing και την εκποίηση βασικών λειτουργιών, των τελευταίων χρόνων.

Η ανάγκη για κρατική παρέμβαση επισημαίνεται πανταχόθεν πλέον. Θα ανταποκριθούν όμως όπως οφείλουν οι κυβερνήσεις ή θα πάμε σε ένα νέου τύπου μνημόνιο, ακόμα πιο επίπονο και χωρίς «φως» εξόδου;

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
kaissa 2