Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 20-02-2021, 08:04

Αργά το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου 1913, γύρω στις 11, οι προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων σταμάτησαν μια άμαξα, περίπου στο ύψος της σημερινής Ανατολής, στις παρυφές της πόλης των Ιωαννίνων.

Οι επιβάτης ήταν ο επίσκοπος Δωδώνης Πανάρετος και δύο τούρκοι αξιωματικοί, ο υπολοχαγός Ρεούφ και ο ανθυπολοχαγός Ταλάατ.

Ο άνθρωπος που παρέλαβε την επιστολή, γραμμένη στα γαλλικά, ήταν ο ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου, γεννημένος 52 χρόνια πριν στο Πλοέστι της Ρουμανίας, με καταγωγή από την Κύμη, στην Εύβοια.

Αν σας αρέσει ο Τύπος, μπορείτε να τον στηρίξετε με μια συνδρομή εδώ:

Ο συγκεκριμένος άνθρωπος, είναι αυτός που, μαζί με τον ομόβαθμό του Γεώργιο Ιατρίδη, είχαν κάνει όλη τη μέρα της 20ης Φεβρουαρίου μια από τις πιο παράτολμες στρατιωτικές κινήσεις. Με τα σώματά τους πέρασαν ανάμεσα από ενεργά τουρκικά φυλάκια, έφτασαν πίσω από αυτά, περνώντας μέσα από δύσβατες και ελώδεις περιοχές, έκοψαν τις τηλεποικοινωνίες και δημιούργησαν την αίσθηση ότι τα οχυρά του Μπιζανίου και άλλα προκεχωρημένα (και απόρθητα) σημεία άμυνας του τουρκικού στρατού, είχαν πέσει.

Ο Βελισσαρίου ήταν άνθρωπος του στρατού. Κατατάχθηκε μετά το γυμνάσιο για να υπηρετήσει τη θητεία του, πήρε προαγωγές και μετά, μπήκε με εξετάσεις στη σχολή Υπαξιωματικών. Το 1887 ήταν ανθυπολοχαγός πεζικού και στη συνέχρια, για τρία περίπου χρόνια, υπηρέτησε ως αστυνόμος.

Πολέμησε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στον Α’ Βαλκανικό, διοικούσε τάγμα του 4ου συντάγματος Πεζικού. Διακρίθηκε στη μάχη του Σαραντάπορου και στη συνέχεια, ήρθε στα Γιάννενα.

Όταν οι Βελισσαρίου-Ιατρίδης έφτασαν στο προκεχωρημένο σημείο, αποκόπτοντας τον τουρκικό στρατό, αλλά και τους… ίδιους από το ελληνικό στράτευμα. Ο Βελισσαρίου σταμάτησε την προέλαση λίγο πριν τα Γιάννενα.

Όταν συναντήθηκε με τους απεσταλμένους της τουρκικής ηγεσίας και των προεστών των Ιωαννίνων, αποφασίστηκε να τους συνοδεύσει ο ίδιος στο Εμίν Αγά, όπου βρισκόταν το στρατηγείο.

Στα απομνημονεύματά του, περιγράφει ότι «καθ’ οδόν, οι Τούρκοι Αξιωματικοί με ρωτούσαν για τις θέσεις που κατείχαν τα στρατεύματά μας. Απάντησα ότι η Φάλαγγα του Αγίου Νικολάου, με 3 Συντάγματα, είναι στην Ράψιστα, η Φάλαγγα της Μανωλιάσσας με άλλα 3 Συντάγματα κατέβηκε στην πεδιάδα, και η Φάλαγγα της Τσούκας είχε κατέβει στο Δουρούτι, προς το οποίο προέλαυνε και η δεξιά μας Φάλαγγα από το Λοζέτσι. Όταν επιστρέφαμε, ήταν πια πρωί και είχε ξημερώσει, και οι Τούρκοι Αξιωματικοί ψάχνανε μάταια να δουν τα στρατεύματα που τους είχα περιγράψει».

Αυτός, τους απάντησε ότι «στην πεδιάδα μόνο εμείς είχαμε κατέβει» και τότε αντιλήφθηκαν ότι στην πραγματικότητα, είχαν παραδοθεί σε μια πολύ μικρή δύναμη του ελληνικού στρατού, χάρη στον ελιγμό του Βελισσαρίου.

Εξ ου και η ατάκα του Κωνσταντίνου, βασιλιά τότε, που, πρώτα φίλησε τον Βελισσαρίου και μετά του είπε: «Είσαι άξιος ραπίσματος, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα».

Ο Βελισσαρίου συνέχισε στην επόμενη μάχη. Στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, στη μάχη της Κρέσνας, ο Βελισσαρίου άφησε την τελευταία του πνοή, χτυπημένος από εχθρικά πυρά.

Στα Γιάννενα, το όνομά του φέρει, εκτός από το στρατόπεδο στην είσοδο της πόλης και ένας δρόμος που καταλήγει στην οδό Κενάν Μεσαρέ.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα