Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 18-05-2021, 19:53
ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ «ΤΥΠΟ»

Ο Ναπολέων Ροντογιάννης, ένας δραστήριος Γιαννιώτης που ζει στην Αθήνα, διάβασε πριν από μερικές εβδομάδες το άρθρο «Νταμπανιό, μια παλιά γειτονιά» στον Τύπο Ιωαννίνων, με τις φωτογραφίες του Πέρου Μπέχλη. Ο κ. Ροντογιάννης θυμήθηκε τη γειτονιά των παιδικών του χρόνων και σήμερα, γράφει ένα κείμενο, με πολλές ιστορίες μέσα σε μια, από και για το Νταμπανιό.

Το Νταμπανιό οδηγούσε στη (Μάντρα Σορόκα).

Εκεί γεννήθηκα το 1946, και ο αδελφός μου Αριστοτέλης  το 1943.

Δεν υπήρχαν γυναικολογικές Κλινικές τότε, κάποια μαμή μας ξεγέννησε, στο σπίτι μας που ήταν στην Σεμιτέλου 7 και αργότερα άλλαξε σε 9.

H οικογένεια: Από από αριστερά μάνα (Μαρία), πατέρας (Γιάννης) -(κάτω) Ναπολέων-γιαγιά (Βασιλική Πούλια)-Αριστοτέλης


Ο Πλάτανος το Πηγάδι και η βρύση

Νταμπανιό και τα δύο χάνια του Γοργόλη και το Βακούφικο (δωρεά προς την Εκκλησία) Ετυμολογία: βακούφι ( τουρκ. Vakif )

Ο Γοργόλης είχε και παντοπωλείο και αγοράζαμε βερεσέ, μας το έγραφε σε ένα μπλοκάκι και πληρώναμε στο δεκαπενθήμερο ή στο τέλος του μήνα, όταν πληρώνονταν ο Πατέρας μας. Δεν υπήρχαν τότε συσκευασίες, ήταν χύμα σε τσουβάλια, και μας έβαζε αυτό που θέλαμε σε σακούλες με τη σέσουλα. Οι οικογένεια Γοργόλη αργότερα έφυγε για την Αμερική.

Τα δύο Χάνια φιλοξενούσανε όσους ερχόταν από την μεριά των Τζουμέρκων.

Πλάτανος και Τζαμάλες: Όταν ερχόταν οι αποκριές, πηγαίναμε στα μποστάνια και μαζεύαμε ξύλα για τη Τζαμάλα. Τα κουβαλάγαμε σέρνοντάς τα και τα βάζαμε δίπλα στον πλάτανο, που θα άναβε η φωτιά για τις αποκριές. Στη μάντρα Σορόκα γίνονταν μια από τις ποιο μεγάλες Τζαμάλες στα Γιάννενα (μικροί είμασταν αλλά καπνίζαμε και κάποιο τσιγάρο τις απόκρινες)

Πλάτανος  και βρύση. Κουβαλάγαμε νερό με το γκιούμι από τη βρύση στον Πλάτανο (βρύση δεν είχαμε στο σπίτι). Και τον γυάλινο μαστραπά (τον έσπασε ο αδελφός μου προσπαθώντας να τον ξεπλύνει στη βρύση).



Στον Πλάτανο οι μεγάλες γυναίκες μαζεύονταν και γίνονταν και κάποιο κουτσομπολιό.

Παιχνίδια:

Ψαροκόκαλο, Ψαρ’ και κόκαλο: Αυτό ήταν το κατ΄ εξοχήν παιγνίδι μας. Μαζευόμασταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς (αγόρια συνήθως) και φωνάζαμε δυνατά «Ψαροκόκαλο, Ψαρ’ και κόκαλο» πολλές φορές, και σε λίγο μαζεύονταν όλοι και χωριζόμαστε σε δυο ομάδες. Ρίχναμε κλήρο ποιος θα τα φυλάει και έπρεπε αυτοί που τα φυλάγανε να πιάσουν όλους από την άλλη ομάδα, να τους τοποθετήσουν σε έναν τοίχο (με την πλάτη στον τοίχο), μέχρι που να τους πιάσουν όλους, βασικά να τους ακουμπήσουν κάπου στο σώμα τους. Στον τοίχο όμως ήταν πιασμένοι από τα χέρια και αν ένας δικός τους κατάφερνε να τρέξει και να ακουμπήσει κάποιον, τότε όλοι ελευθερώνονταν, και ξανά πάλι η προσπάθεια να τους ξαναμαζέψουν.

Κρυφτό: Παίζαμε και κρυφτό αλλά συνήθως τα κορίτσια.

Πετροπόλεμος. Μάντρα με Μπρούζο: Αυτό ήταν άγριο παιχνίδι. Όλα τα παιδιά από τη Μάντρα μαζευόμαστε και με πέτρες, σφεντόνες, τόξα, κάναμε επιθέσεις ενάντια στα παιδιά από το Μπρούζο που ήταν από την παραπέρα γειτονιά, προς την έξοδο από τα Γιάννενα. Εκεί ανοίγαμε τα κεφάλια μας. (ευτυχώς δεν χάσαμε και κάποιο μάτι μας). Φτιάχναμε σφεντόνες και τόξα.

Ασετιλίνη:  φτιάχναμε μια λακκούβα στο χώμα με άσβεστη ασβέστη παραγόταν Ασετιλίνη και εμείς με ένα καλάμι ένα πανί στην άκρη βάζαμε φωτιά στο πανί το πηγαίναμε στην τρύπα του ντενεκέ και μπουμ έκρηξη τιναζόταν ο τενεκές πολύ ψηλά.

Στο σπίτι μας το μαγειρειό ήταν ξεχωριστό από το σπίτι, όπως και το Αποχωρητήριο που ήταν στον κήπο

Όταν ακούγαμε τη Χαμάλα να έρχεται ανεβαίναμε για να μας πάει μια βόλτα. (Η χαμάλα ήταν ένα κάρο μακρύ, με τέσσερες ρόδες που το έσερνε συνήθως ένα άλογο.

Πρώτα ζεσταινόμαστε με το μαγκάλι, αργότερα ξυλόσομπα και μετά σόμπα με πετρέλαιο.

Στην Σκαφίδα έπλενε η μάνα μας τα ρούχα και μας έπλενε και εμάς στο μικρό δωμάτιο που είχε τη σόμπα ή το μαγκάλι.

Μαγκάλι και Φωκίωνας: Στο νηπιαγωγείο έπαιζα παρέα με τον φίλο μου τον Φωκίωνα. Καθώς παίζαμε στα χώματα με τις πέτρες, (φτιάχναμε ποταμάκια), εγώ δεν είχα πέτρα και ζήτησα μία από τον Φωκίωνα, ο Φωκίωνας βρίσκει μία πέτρα, μου την πετάει και πέφτει πάνω στο χέρι μου. Αίματα άρχισαν να τρέχουν και έχω ακόμη στα 75 χρόνια μου το σημάδι. Όμως μια μέρα όλη η γειτονιά ξύπνησε με μια δυσάρεστη είδηση. Έφυγε από κοντά μας ό Φωκίωνας και ο Πατέρας του μάλλον από το μαγκάλι που δεν είχε χωνέψει και ζέσταινε το δωμάτιο που κοιμόταν την νύχτα. Μεγάλο πένθος έπεσε σε όλη τη (μάντρα) και εγώ δεν ξεχνάω ποτέ τον φίλο μου, αφού έχω ακόμη το σημάδι του στο χέρι μου.

Φτιάχναμε πατίνια με ξύλο και ρουλεμάν και τιμόνι και φρένο, μεγάλη φασαρία γινόταν όταν τρέχαμε και ακουγόταν ό ήχος από τα ρουλεμάν.

Φτιάχναμε και αυτοκινητάκια με σύρμα και μεγάλο τιμόνι.

Καινούργια παπούτσια μας αγόραζαν συνήθως το Πάσχα (Με καρφιά στις σόλες για να μην φθείρονται). Βγάζαμε και εμείς σιγά-σιγά τα καρφιά, γιατί δεν μας άρεσε καθόλου να περπατάμε και να ακούγεται αυτός ο περίεργος ήχος από τα καρφιά.

Τα παντελόνια ήταν κοντά (για οικονομία στο ύφασμα) και δεν υπήρχαν έτοιμα ρούχα, αλλά στο ράφτη που μας έπαιρνε μέτρα.

Η Μάννα μου έφτιαχνε καρέκλα, ψάθινη. Έπαιρνε από τη Λίμνη τη βρίζα την έβαφε σε μπλε χρώμα, μετά την τύλιγε μαζί με μια άσπρη βρίζα και έκανε διχρωμία. Τις καρέκλες τις έφερνε από τον Τσινάβο, (ήταν μεγάλο ξυλουργείο, δίπλα στο σπίτι μας). Έτσι μας βοήθησε οικονομικά η μάννα μου εμάς να σπουδάσουμε στην Αθήνα.

Ο πατέρας μου, ο μαστρογιάννης, δούλεψε στην Ηλεκτρική Εταιρεία στα Γιάννενα, (βομβαρδίστηκε από τους Ιταλούς και καταστράφηκε, νομίζω πως ήταν κάπου εκεί που είναι σήμερα το Ξενοδοχείο Παλλάδιο). Μυλωνάς στην κατοχή, μετά τορναδόρος στο Γκαράζ του Νέσση, και έπειτα στα παγοποιεία Γκόκας Καρανίκας και Σια. 

Ιωάννης Ροντογιάννης

Οι εφευρέσεις του:

  • Έφτιαξε μια μάσκα αυτόματη για ηλεκτροκόλληση. Όταν κάνεις ηλεκτροκόλληση, καλό είναι να έχεις και τα δύο χέρια ελεύθερα, με το ένα χέρι να κρατάς το ηλεκτρόδιο και με το άλλο να κρατάς αυτό το μέταλλο που θέλεις να κολλήσεις σε κάποιο άλλο μέταλλο, και να μην κρατάς τη μάσκα. Αυτή την εφεύρεση την κατοχύρωσε και ήταν παγκόσμια πατέντα. Μπορούσε να την εκμεταλλευτή για 15 χρόνια, αλλά έπρεπε να παράγει έναν μεγάλο αριθμό στον πρώτο χρόνο, που ήταν αδύνατον με τα οικονομικά του πατέρα μου να γίνει αυτό. Έτσι έμεινε στο «ράφι» η εφεύρεση αυτή. Σήμερα γίνεται με ένα ειδικό γυαλί που απορροφά την βλαβερή ακτινοβολία για τα μάτια μας.
  • Επειδή ήταν και μυλωνάς, έφτιαξε έναν μηχανισμό για να πλένει το σιτάρι, να το στεγνώνει και μετά κατευθείαν να αλέθεται στις μυλόπετρες. Αυτόν τον μηχανισμό τον έκανε δώρο σε έναν φίλο του, που είχε μύλο στο Λυκόστομο λίγο έξω από τα Γιάννενα. (το σιτάρι δεν μπορεί να το αλέσεις βρεγμένο, έπρεπε να το στεγνώσεις στον Ήλιο)
  • Όταν δούλευε στα παγοποιεία και η ψύξη στους θαλάμους γινόταν με εκτόνωση της υγρής αμμωνίας, τα μηχανήματα δούλευαν μέρα νύχτα, για να κρατάνε τα τρόφιμα σε σταθερή ψύξη ή κατάψυξη.  Το ηλεκτρικό ρεύμα όμως στα Γιάννενα (εκείνη την εποχή), κόβονταν συχνά. Έτσι ήταν αναγκασμένος να σηκώνεται πολλές φορές τη νύχτα, να πηγαίνει στα παγοποιεία, να μαζεύει τις αμμωνίες και να ξαναβάζει μπροστά τα μηχανήματα για την ψύξη. Έκανε λοιπόν μια πατέντα, (και αυτή παγκόσμια πρωτοτυπία) που δεν επέτρεπε στην αμμωνία να εκτονωθεί εκτός των θαλάμων και όταν ερχόταν το ρεύμα, αυτόματα ξανά έπαιρναν μπροστά τα μηχανήματα.
  • Τετραγωνισμός του Κύκλου. Τα βράδια που καθόμαστε γύρο από το μαγκάλι εγώ και ο αδελφός μου συζητήσαμε κάποτε για το άλυτο πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου. Το ακούει ο πατέρας μου και άρχισε να μας ρωτάει, τι είναι αυτό. Του εξηγήσαμε και αυτός άρχισε να σκέφτεται αν υπάρχει λύση. Έτσι άρχισε να μας βάζει να κάνουμε ατέλειωτες διαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς. Βράδια ολόκληρα.  Εγώ τι γλίτωνα γιατί ήμουν μικρότερος και έκανα συχνά και λάθη. Στο τέλος είπε, ας το πάρουμε ανάποδα. Δεν ξέρω πως το σκέφτηκε. Οπότε βγήκε ένα (π) τέλειο, δηλαδή όχι ατελές. Αυτό το (π) είναι: 3,1415435536. Βέβαια, όλα αυτά με μια μικρή αυθαιρεσία, εννοείται…

Αυτά σε γενικές γραμμές και για τον πατέρα μου, που όταν πήγαινα στον τόρνο να φτιάξω κάτι και εγώ, με έδιωχνε και δεν καταλάβαινα το γιατί, ώσπου μια μέρα μου είπε: φύγε από δω, να πας να μάθ’ς γράμματα.  Ο πατέρας μου πήγε μέχρι τα 12 του χρόνια σχολείο. Μετά έπρεπε να δουλέψει για να προικίσει τις αδελφές του. Όταν απόκτησα το πτυχίο Οδοντιατρικής και ήθελα να κάνω χυτές οδοντιατρικές στεφάνες, δεν είχα χρήματα να αγοράσω τα εργαστηριακά μηχανήματα (Χυτήρια), το είπα στον πατέρα μου και αυτός με ρώτησε τι είναι αυτό? Τον πήγα σε ένα εργαστήριο στα Γιάννενα, το είδε μια φορά,  το είδε ξανά και μου το έφτιαξε.

Αγαπούσε πολύ και τις γάτες και όταν επέστρεφε στο σπίτι, έφερνε και λίγα ψαράκια από τη λίμνη, για να τις ταΐζει. Τότε χρειαζόμαστε πολύ τις γάτες γιατί είχαμε και πολλά ποντίκια στο σπίτι μας.

Ξέχασα να σας πω, πως όταν ήταν μικρούλης στην Πράμαντα, είχε ζέψει μια χελώνα και όργωνε το (Χωράφι). Όταν κάποτε τον ρώτησα «τι ήταν αυτό που έκανες;», μου απάντησε «λιγόλογα»: δεν ξέρεις πόση δύναμη έχει μια χελώνα!

Υπήρχαν και αυτοί οι κάτοικοι στη μάντρα Σορόκα, φτωχοί αλλά τίμιοι, πού πάλευαν για να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. 

Όταν μεγάλωσα και έκανα παιδιά, φρόντισα και εγώ να σπουδάσουν τα παιδιά μου.

Σήμερα το σπίτι μου και άλλα πολλά σπίτια, είναι ερείπια, γιατί δεν καταφέραμε να τα δώσουμε αντιπαροχή. Ελπίζω κάποια μέρα τα παιδιά μου να το αξιοποιήσουν, για να έχουμε και εμείς ένα σπίτι να μένουμε στα Γιάννενα.


(οι κεντρικές φωτογραφίες είναι το Π. Μπέχλη-οι φωτογραφίες στο κείμενο είναι από το αρχείο του κ. Ροντογιάννη)

200 λέξεις απομένουν.
  • Ναπολέων Ροντογιάννης
    Ναπολέων Ροντογιάννης
    ευχαριστώ πολύ για τη δημοσίευση
    200 λέξεις απομένουν.
  • ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
    ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
    Το ένα χάνι ήταν του Παναγιώτη Γοργόλη, που ήταν παππούς μου που συνταξιοδοτήθηκε περίπου το 68 και έφυγε από την περιοχή της Καλούτσανης. Το άλλο ήταν του αδελφού του Κώστα Γοργόλη, τα παιδιά του οποίου έφυγαν για Αμερική. Στα δύο χάνια διανυκτέρευαν όχι μόνο Τζουμερκιώτες ( ήταν κτίστες) αλλά και από άλλες περιοχές.
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα