Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 18-03-2017, 14:00
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο Νίκος Ντούγιας είναι ενδεχομένως ο ψηλότερος άνθρωπος στα Γιάννενα που έχει πιάσει μπάλα μπάσκετ στα χέρια του και έχει παίξει σε επαγγελματικό επίπεδο. Σήμερα, είναι ο ιθύνων νους της «Ακαδημίας μπάσκετ Ντούγιας», διοργανώνει μπασκετικά καμπ με προπονητές από τις ΗΠΑ, εκεί δηλαδή όπου το μπάσκετ είναι τρόπος ζωής και πίσω του, έχει μια απίθανη ιστορία στα παρκέ, με  την κατάκτηση του δαχτυλιδιού του πρωταθλητή στις ΗΠΑ με το κολλέγιο Cedar Valley του Ντάλας, να είναι ένα από τα… «μικρά γεγονότα». Οπότε, μια κουβέντα μαζί του, δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

Πώς ξεκίνησε η ιστορία της ακαδημίας και των καμπ;

Η ακαδημία Ντούγιας υπάρχει εδώ και 9 χρόνια. Από την αρχή ήταν στα σχέδια ένα καμπ, αλλά όχι όμως όπως όλα τα άλλα. Θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από όσες αντίστοιχες εκδηλώσεις γίνονται στην πόλη, που είναι αρκετές ήδη. Η διαφορά ήταν η εξής: να φέρουμε προπονητές από τις ΗΠΑ, προπονητές που μπορούν να μάθουν στα παιδιά κάτι που εμείς δεν μπορούμε να τα διδάξουμε. Άρα, φέρνοντας αυτούς τους ανθρώπους που δουλεύουν με μικρές ηλικίες, τα παιδιά ζούνε μια πρωτόγνωρη εμπειρία και εμείς αποκτάμε μεγαλύτερη τεχνογνωσία. Είναι μια δύσκολη οργανωτικά διαδικασία. Είναι χρονοβόρα έχει μεγάλα κόστη και προσπαθούμε πάντα να κρατήσουμε το αντίτιμο σε επίπεδο που να μπορεί να το «αντέξει» η οικογένεια. Το να πείσεις όμως αυτούς τους ανθρώπους να έρθουν από την άλλη άκρη του κόσμου στα Γιάννενα, είναι πολύ δύσκολο. Οι διασυνδέσεις υπάρχουν, βρίσκουμε πάντα αυτόν που θέλουμε να φέρουμε, αλλά για να «κλέψουμε» μερικές μέρες από τις υποχρεώσεις τους. Συχνά, συζητάμε με κάποιους για οκτώ μήνες και μας δίνουν το τελικό «ΟΚ» τον τελευταίο μήνα, για να έρθουν εδώ αυτές τις 4-5 μέρες. Υπάρχει όμως το background, έχουμε καλή φήμη, όταν έρχονται εδώ περνάνε καλά και είναι ευχαριστημένοι από τη διοργάνωση των καμπ. Οπότε στο τέλος πάντα λες «χαλάλι» για το τρέξιμο, γιατί όλα πηγαίνουν καλά.

Τι λένε συνήθως οι κόουτς από το NBA όταν έρχονται εδώ;

Έχουνε ακούσει πολλά, έχουν παραστάσεις, επίσης, μην ξεχνάς ότι τους έχουμε κερδίσει και μας σέβονται. Ξέρουν δηλαδή ότι έρχονται σε μια μπασκετική χώρα. Μου κάνει όμως εντύπωση η αντίδρασή τους όταν μπαίνουν στις αθλητικές εγκαταστάσεις. Παθαίνουν πάντα ένα μικρό σοκ, ειδικά όταν τους λέω ότι αυτό (σ.σ. η Λιμνοπούλα) είναι το μοναδικό ουσιαστικά κλειστό γυμναστήριο της πόλης. Βλέπουνε μέσα στο καμπ ότι υπάρχουν παιδιά που είναι σε νορμάλ επίπεδο, δουλεμένα και το χαίρονται οι ίδιοι. Αλλά με ρωτάνε πάντα «με ποιες συνθήκες δουλεύετε για να γίνει αυτό». Φαντάσου πως αντιδρούν όταν τους λέω ότι πολλά από τα παιδιά μπαίνουν για πρώτη φορά σε αξιοπρεπές κλειστό, πού να πάμε και στα γύρω-γύρω δηλαδή... Ωστόσο, έχουν εικόνα τι να περιμένουν. Το καμπ είναι οργανωμένο πάνω σε βάσεις που τους είναι οικείες, πάντα ζητάνε φωτογραφίες για να δούνε τις εγκαταστάσεις που θα γίνει, η οργάνωση είναι άρτια, οπότε όταν έρχονται, είναι όλα έτοιμα για να δουλέψουν.


Στις ΗΠΑ πώς βρέθηκες;

Μεγάλη ιστορία. Από σπόντα βασικά. Το δίλημμα ήταν ή εκεί ή Γιάννενα. Ήταν τρελό βήμα, δεν ήξερα καν τη γλώσσα όταν πήγα. Είχα όμως από τότε τεράστια αγάπη για το μπάσκετ και την πίστη ότι μπορώ να τα καταφέρω. ‘Ημουν ήδη στις μικρές εθνικές και είχα ένα καλό επίπεδο.  Ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή, φαντάσου ότι μέχρι να πάω στις ΗΠΑ, τα Γιάννενα μου φαίνονταν μεγαλούπολη (γέλια). Είναι λίγο σαν ιστορία που βλέπεις στις ταινίες. Είχα όμως ένα στόχο, ήξερα ότι άλλη επιλογή δεν υπάρχει, οπότε το προσπάθησα και το κατάφερα.

Καλά, το «κατάφερα» έχει διαφορετικό περιεχόμενο όταν κατακτάς κολεγιακό πρωτάθλημα…

Εκείνη τη χρονιά (σ.σ. 2000-2001) το πήραμε κυριολεκτικά από το πουθενά. Ούτε αουτσάιντερς δεν ήμασταν. Βρεθήκαμε 30 παίκτες, από τους οποίους οι 18 δεν άντεξαν την προετοιμασία. Μιλάμε για παίκτες που θα έπαιζαν σήμερα άνετα στην Α1, για παράδειγμα.  Η πίεση του κολεγιακού όμως ήταν τεράστια. Δεν λέω ότι επειδή εγώ την άντεξα ήμουν καλύτερος από τους άλλους, αλλά εγώ δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, δεν είχα περιθώριο να μην αντέξω. Αυτοί ήταν στη χώρα τους, μπορούσαν να κάνουν και κάτι άλλο, που λέει ο λόγος. Ήταν όμως τεράστιο σχολείο για μένα αυτή η ιστορία και κέρδισα πολλά πράγματα, που τα εφαρμόζω σήμερα. Μιλάμε για απίστευτες ώρες προπόνησης, 5, 6 κάθε μέρα. Όλη μέρα έπρεπε να ασχολείσαι με το μπάσκετ και τα μαθήματα. Άντε, εντάξει και τα πάρτι… (γέλια). Όπου αλλού και να πήγα, σε επαγγελματικό επίπεδο, μου φαίνονταν απλές οι προπονήσεις. Στο κολεγιακό τα πράγματα είναι πολύ αυταρχικά, στο NBA μετά σε προσέχουν γιατί είσαι «προϊόν».

Τι θυμάσαι πιο έντονα από αυτή τη θητεία;

Θυμάμαι τον Ρικ μακ Κόρμικ, τον προπονητή μας: μου την έμπαινε πολύ, αλλά στην πορεία φάνηκε ότι πίστευε κιόλας σε μένα. Για να καταλάβεις, έλεγε στους καινούργιους παίκτες «δείτε αυτόν, είναι Έλληνας και ό,τι και να του κάνω είναι εδώ, προσπαθεί και δεν λέει τίποτα». Είχα όμως τέτοια νεύρα μαζί του που όταν πήραμε το πρωτάθλημα δεν  τον αγκάλιασα καν. Στον αγώνα πριν τα νοκ άουτ είχα κάνει το χειρότερο παιχνίδι μου. Με φωνάζει στο γραφείο του και μου λέει «ξέρεις, εφόσον παίζεις έτσι δεν μπορείς να βοηθήσεις την ομάδα. Άρα, μάλλον δεν θα έρθεις Νέα Υόρκη που θα πάμε για τα νοκ άουτ». Εγώ τρελάθηκα. Οι υπόλοιποι μου λέγανε «μη μασάς, έτσι το κάνει». Και όντως, το έκανε επίτηδες για να με ιντριγκάρει. Όταν φύγαμε το καλοκαίρι που τέλειωσε η χρονιά και πρακτικά δεν θα τον ξανάβλεπα, κάλεσε στο σπίτι του 4 συγκεκριμένα άτομα για μπάρμπεκιου και μένα ανάμεσά τους. Το βράδυ αποχαιρετιστήκαμε και έβαλε τα κλάματα. Μου είπε ότι μπορεί να ήταν σκληρός μαζί μου, αλλά με είχε «σαν παιδί του». Μιλάμε για έναν εξαιρετικά σκληρό τύπο, στο στυλ του Μπόμπι Νάιτ. Όταν τα σκέφτομαι, λέω «πώς άντεξα». Θυμάμαι ένα από τα καψόνια του: ένα βράδι που είχαμε πάρτι, κατά τις 2 το βράδυ μας παίρνει τηλέφωνο και μας λέει «5.30 το πρωί προπόνηση».  Όντως, πάμε ξαγρυπνισμένοι στο γήπεδο και τρέχαμε πάνω-κάτω 45 λεπτά για να ξυπνήσουμε. Κάναμε τελικά προπόνηση για 3 ώρες και μετά μπάνιο και κατευθείαν στη σχολή για μάθημα. Φτάνει η μέρα του τελικού και πριν το ματς μας κάνει ένα κήρυγμα, θυμίζοντας όλα αυτά που μας είχε κάνει όλη τη χρονιά: «Πιστεύετε ότι αυτοί που θα αντιμετωπίσετε τώρα, έχουν περάσει ό,τι περάσατε εσείς; Κάνανε ποτέ 5.30 το πρωί ποτέ αυτοί προπόνηση; Επειδή δεν τα κάνανε, βγείτε στο γήπεδο και τσακίστε τους». Όπως και έγινε…

Στα Γιάννενα έχουμε πολλές ομάδες μπάσκετ, καμία όμως φτάνει στις δύο μεγαλύτερες κατηγορίες, στους άνδρες τουλάχιστον. Είναι καλό ή κακό αυτό που συμβαίνει στην πόλη;

Είναι σύνθετο το ζήτημα. Για να φτιάξει κάποιος μια ομάδα, υπάρχουν συνήθως δύο λόγοι: ή να έχει…  τσακωθεί με κάποιους άλλους και να δηλώσει ότι «είμαι και εγώ εδώ» ή να πει ότι έχει τελείως διαφορετική φιλοσοφία και να θέλει να την περάσει σε μια ομάδα. Εμείς δεν έχουμε τσακωθεί με κανένα, είμαστε στη δεύτερη κατηγορία λόγων. Όταν υπήρχαν δυο-τρεις ομάδες ακόμα, ξεκίνησε η προσπάθεια της ακαδημίας για να κάνουμε τα πράγματα όπως τα είχαμε στο μυαλό μας. Είπαμε δηλαδή ότι, με σεβασμό στην δουλειά των υπολοίπων, θέλουμε να κάνουμε πέντε πράγματα, να τα κάνουμε αλλιώς. Δόξα τω θεώ, ο κόσμος αγκάλιασε την προσπάθεια. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος να πεις σε κάποιον «μην κάνεις ομάδα, υπάρχουν ήδη αρκετές». Ότι όμως δεν έχουμε μια ομάδα που να παίζει σε μεγάλη κατηγορία, είναι θέμα. Άλλο θέμα. Μια καλή πρόταση νομίζω, είναι να δημιουργηθεί μια ομάδα που να παίζει μόνο ανδρικό τμήμα, με ένα ή δύο διοικούντες από όλες τις υπόλοιπες ομάδες και να αποτελείται από τους καλύτερους παίκτες που παίζουν στην πόλη. Αφού δηλαδή δεν μπορούμε να ενώσουμε τις φιλοσοφίες μας και όλα τα υπόλοιπα, ας ενωθούμε σε αυτό.

Και κάτι τελευταίο: είσαι ο ψηλότερος που έχει βγάλει το γιαννιώτικο μπάσκετ;

Νομίζω πως ναι, εγώ και ο Καλόγηρος πρέπει να είμαστε οι ψηλότεροι…

Σ’ ευχαριστώ πολύ

Ευχαριστώ κι εγώ

200 λέξεις απομένουν.
  • Γιάννης
    Γιάννης
    το ψέμα έχει πάει σε άλλο τόπο, κοροιδέψτε τον κόσμο που δε γνωρίζει
    200 λέξεις απομένουν.
  • Πάνος
    Πάνος
    Πηγαίνετε σε μία προπόνηση του και θα δείτε ότι αυτό που παρουσιάζετε και εσείς και ο ίδιος δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα...δυστυχώς
    200 λέξεις απομένουν.
  • ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞΑΡΧΟΣ
    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞΑΡΧΟΣ
    Πολύ καλή δουλειά σέ ὅλους τούς τομεῖς. Ἐμπνέει τά παιδιά ὄχι μόνο λόγω τοῦ ὕψους του ἀλλά κυρίως λόγω τοῦ χαρακτήρα του.
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
Ντοτη3