Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 8-05-2020, 13:47
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Υπουργείο Πολιτισμού βρίσκεται στο λάθος τόπο, το λάθος χρόνο. Καλείται να διαχειριστεί μια κρίση και τις προεκτάσεις της και μέχρι στιγμής, έχει δείξει και αργά αντανακλαστικά, αλλά και ελλιπή εικόνα (ή και αδυναμία) για το εύρος των αναγκών που πρέπει να καλύψει.

Η έκφραση της υπουργού Λίνας Μενδώνη, άλλου ενός «βενιζελικού» στελέχους σε καίρια θέση, στην κυβέρνηση της ΝΔ, όταν ρωτήθηκε για τη θέση που εξέφρασε ο μουσικοσυνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, στέλεχος παλιότερα της ΝΔ, είναι όλη η εικόνα της αντίληψης του υπουργείου για τον πολιτισμό.

Όχι μόνο τώρα, αλλά από την εποχή που η κα Μενδώνη ήταν ένα υψηλόβαθμό υπηρεσιακό στέλεχος.

Η μερική κάλυψη ενός πολύ ευαίσθητου εργασιακά κομματιού, αυτού των ανθρώπων που ασχολούνται με τον πολιτισμό επαγγελματικά, δεν είναι απλά όμως μια αδυναμία που προκύπτει από (μόνο) την άγνοια του θέματος ή από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, τους οποίους η κυβέρνηση σέβεται ευλαβικά, ακόμα και σε περίοδο έκτακτης ανάγκης. Είναι χρόνια αντίληψη.

Ο πολιτισμός, για την ηγεσία του υπουργείου, είναι βασικά μια ανταλλακτική διαδικασία και μια συμπληρωματική όλων των υπολοίπων κοινωνικών διεργασιών, δευτερεύουσα όταν δεν παράγει κέρδος. Είναι επίσης ένα εκθεσιακό είδος, το οποίο έρχεται «επικουρικά» να συμπληρώσει μια αδιόρατη ανάγκη των πολιτών. «Να πάμε να δούμε» κανένα θέατρο, καμία έκθεση, κανέναν αρχαίο τάφο.

Δεν είναι μόνο το υπουργείο υπεύθυνο όμως για την πρακτική εγκατάλειψη των ανθρώπων του πολιτισμού. Η ελληνική οικονομία έχει δομηθεί με τρόπους που δεν χωράνε στα νέα μοντέλα ανάπτυξης, αν δεν ξεθεμελιωθεί και ξαναστηθεί από την αρχή. Δυστυχώς, από αυτή την «επαναθεμελίωση» θα πεταχτούν εργασιακά δικαιώματα και έννοιες όπως «αξιοπρεπής διαβίωση από μια δουλειά». Ο εργαζόμενος, στη νέα φάση, είναι πιο αναγκαίος όταν έχει όσο το δυνατόν λιγότερα δικαιώματα.

 Η «οικονομία του πολιτισμού», μέσα σε αυτή την αναδιάρθρωση που είναι έτσι και αλλιώς γενική τα τελευταία χρόνια, με την «ευκαιρία» και κυρίως, με την πρόφαση της κρίσης, έχει διάφορες τάσεις. Έχει για παράδειγμα τα πολύ μεγάλα φεστιβάλ, με τους τεράστιους προϋπολογισμούς και τους πολύ μεγάλους τζίρους. Η υπουργός όμως δεν καταλαβαίνει από Slayer, Ίγκι Ποπ και Idles. Δεν είναι ακόμα οικεία η εμπειρία τέτοιων διοργανώσεων στο Υπουργείο Πολιτισμού, γιατί δεν έχει αντιληφθεί την οικονομική τους υπόσταση. Όταν και εάν το καταφέρει, πιθανώς να είναι και αργά.

Ούτε το προμηνυόμενο «στεγνό» καλοκαίρι είναι απόλυτη ευθύνη της κας Μενδώνη. Η κυβέρνηση πήγε μέσα σε δέκα μέρες, από το «δυστυχώς δεν θα γίνουν εκδηλώσεις φέτος» του πρωθυπουργού, στην αλλαγή στάσης του ιδίου λίγες μέρες αργότερα και τελικά, στο «μετά τις 15 Ιουλίου» θα γίνονται εκδηλώσεις, υπό όρους. Προφανώς υπάρχει το ενδεχόμενο λανθασμένης εκτίμησης, την οποία παραδέχθηκε ο ίδιος πρωθυπουργός. Έτσι και αλλιώς πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από την αρχή αυτής της πανδημικής περιόδου. Ωστόσο, όταν λέει κάτι ένας πρωθυπουργός, δημιουργεί μια γενική αίσθηση και μια τάση που την ακολουθεί η κοινωνική δραστηριότητα. Αν είσαι διοργανωτής συναυλιών που κάθε μέρα σου κοστίζει κάμποσα χρήματα, όταν ακούς ότι «δυστυχώς φέτος δεν θα γίνουν εκδηλώσεις», σπεύδεις να ακυρώσεις τη διοργάνωσή σου…

Οι αντιδράσεις των ανθρώπων που αποτελούν το βασικό κορμό αυτής της ιδιαίτερης πτυχής του ελληνικού καλοκαιριού, δείχνουν ότι τα (καθυστερημένα) μέτρα, είναι παροδικά και δεν εξασφαλίζουν την επιβίωση. Αυτό, είναι και οριζόντιο πρόβλημα για τη «μικρή και μεσαία οικονομία» της χώρας, άλλωστε. Ούτε τα «800αρια» δίνονται σε όλους, ούτε τα δάνεια που υποσχόταν ο κ. Γεωργιάδης, ούτε καν υπάρχει κάποιο πιο οριζόντιο μέτρο από την αναβολή καταβολής εισφορών και υποχρεώσεων.  

Ο πολιτισμός, ως διοικητική και οικονομική έννοια, είναι ένα μόνιμο στοίχημα που μέχρι τώρα, κυμαίνεται από την προαιρετική διεργασία μέχρι το πεδίο αυτοπροβολής και διαμοιρασμού χρήματος, συχνά κατά το δοκούν και τις συμπάθειες. Τώρα, δέχεται ένα καίριο πλήγμα και το αρμόδιο υπουργείο προσπαθεί να ελέγξει τη ζημιά, με τον τρόπο που κάνει σχεδόν τα πάντα αυτή η κυβέρνηση: επικοινωνιακά.

Ο πολιτισμός όμως δεν είναι αυτό που από τη δεκαετία του ’80 έλεγε ο Πανούσης, το «βάλε καμιά ελίτσα, λίγο φέτα να το δει ο κόσμος να το πάρει», ούτε ένα πρόσθετο ντεκόρ στο τουριστικό υπερθέαμα που και αυτό διακυβεύεται φέτος.

Είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, με δική του διοικητική, οικονομική, επαγγελματική διάρθρωση, με ανθρώπους που δεν είναι χομπίστες και βιοπορίζονται από αυτό που κάνουν. Έχει μέχρι και δικό του υπουργείο, άλλο αυτό δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, από τη στιγμή που ελπίζει ότι με μικρότερες και λιγότερες παραγωγές, θα καλύψει την αναπόδραστη ανάγκη, τόσο του κοινού, όσο και των εργαζόμενων.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα