Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 2-06-2020, 19:06
ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

Η υπόθεση της ψηφιακής ύπαρξης, του ψηφιακού μάρκετινγκ και γενικά, της προώθησης στα νέα (και σχετικά παλιά) μέσα, είναι πλέον μια γειωμένη πραγματικότητα και στην Ελλάδα.

Χωρίς να σημαίνει ότι γίνεται σωστά ή ότι υπάρχει η απόλυτη εξοικείωση και ο σωστός, επαγγελματικός τρόπος πάντα, το ελληνικό ίντερνετ αναπτύσσει εδώ και αρκετό μια αξιοσημείωτη οικονομική δραστηριότητα. Κοινώς, επενδύει στα μέσα, κυρίως Facebook και Google για πληρωμένες καταχωρήσεις, διαφημίσεις, αλλά και στα… «ψιλά γράμματα», όπου συχνά «παίζουν» ακόμα μεγαλύτερα συμφέροντα.

Ψηφιακό μάρκετινγκ και σχετικό «οικοσύστημα» υπάρχουν εδώ και χρόνια. Επίσης, υπάρχουν οι άνθρωποι που ασχολούνται επαγγελματικά με το χώρο και σταδιακά, παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα εξειδίκευση, όπως και πιστοποιήσεις της (πχ από τη Google), αν και σε αυτό το κομμάτι, ο δρόμος ακόμα είναι μακρύς.

Μεγάλες επιχειρήσεις, εκδοτικοί οίκοι, καταστήματα, μεταφέρουν τους προϋπολογισμούς προώθησης στα «νέα μέσα» και οι διαφημιστικές προσαρμόζονται στο κλίμα του κοινού, στις δυνατότητες που αλλάζουν, καθώς και στις τεχνικές λεπτομέρειες. Σε αρκετές περιπτώσεις, επιχειρήσεις έχουν  αυτόνομα τμήματα διαχείρισης του «ψηφιακού σύμπαντος», που αναδείχθηκαν σε επιτελικές δομές επί καραντίνας, καθώς τα ψηφιακά καταστήματα σήκωσαν όλο το βάρος. Επίσης, αν έχετε δει την καμπάνια της Durex στο facebook θα καταλάβετε τι σημαίνει «διαφορετικό κλίμα». Σε άλλους χώρους, τα ψηφιακά μέσα του εκδοτικού οίκου «Διόπτρα» δίνουν τον τόνο για κάτι πέρα από το κλασικό «κάνω τρία ποστ τη βδομάδα». 

Μόλις όμως πέρυσι, στις διπλές εκλογές του καλοκαιριού και ειδικότερα στις βουλευτικές, σημειώθηκε η μεγάλη καμπή.

Τότε, τα πολιτικά κόμματα επένδυσαν πολλά χρήματα στο ίντερνετ. Η Νέα Δημοκρατία, η οποία είχε ήδη συγκροτήσει μια πολυπληθή και δραστήρια ομάδα social media, επένδυσε περίπου 650.000 ευρώ για την προβολή του, η οποία ήταν σχεδόν… όση απολαμβάνει στα παραδοσιακά ΜΜΕ: για ένα μήνα και πλέον, η ΝΔ «κατέλαβε» το masthead του Youtube. Κοινώς, τα μηνύματά της έπαιζαν σε όποιον-α είχε ίντερνετ στην Ελλάδα.

Και ο ΣΥΡΙΖΑ όμως δαπάνησε αρκετά χρήματα, περίπου 170.000 ευρώ. Μια ιστορική στιγμή για το ΚΚΕ ήταν η πρώτη του εμφάνιση στo facebook με τη σελίδα «8 Ιουλίου-ΚΚΕ ισχυρό», με σημαντική οικονομική δαπάνη, την τελευταία εβδομάδα πριν τις βουλευτές εκλογές.

Επίσης, επειδή η δημοφιλία δεν κερδίζεται εύκολα, από τους πολιτικούς που επένδυσαν τα περισσότερα χρήματα ήταν οι μετέπειτα υπουργοί Βασίλης Κικίλιας και Νίκη Κεραμέως. Μόνο οι δύο «μονομάχοι», Αλέξης Τσίπρας-Κυριάκος Μητσοτάκης, την τελευταία εβδομάδα πριν τις βουλευτικές εκλογές δαπάνησαν στο facebook περί τα 35.000 ευρώ.

Φυσικά, δεν σημαίνει ότι πάντα η χρήση γίνεται με τον ενδεδειγμένο τρόπο ή ακόμα και το υλικό είναι κατάλληλο. Σε διαφημιστικό επίπεδο, το θεωρούμενο «χαλαρότερο» κλίμα των μέσων «επιτρέπει» συχνά περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δημιουργοί ή οι διαφημιζόμενοι, ξεχνούν ένα βασικό παράγοντα: την αλληλεπίδραση.

Η δυνατότητα του κοινού να αντιδράσει, μπορεί να στείλει εργατοώρες και χρήματα που επενδύονται στον… κάδο. Το κλασικότερο παράδειγμα, τον τελευταίο καιρό, είναι η ατυχής προτροπή της Πολιτικής Προστασίας με το βίντεο στο οποίο πρωταγωνίστησε ο ηθοποιός Χρήστος Λούλης. Το περιεχόμενο προκάλεσε μαζική αντίδραση, η οποία εκφράστηκε σε χιλιάδες «dislike» στο youtube και το βίντεο κατέβηκε.

Το παιχνίδι όμως έχει και άλλες παραμέτρους. Τα μέσα σταδιακά αποκτούν (δεν υποκαθιστούν) τη μαζικότητα που απαιτούν οι αντιδράσεις για να είναι πετυχημένες. Η κυβέρνηση, μόνο μέσα σε ένα μήνα αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει σε διάφορα ζητήματα, των οποίων τα αντίστοιχα hashtags έφτασαν στις πρώτες θέσεις του ελληνικού twitter. Το «σκόιλ ελικίκου», το φιάσκο με την επιδότηση των επιστημόνων δια μέσω ΚΕΚ ήταν το ένα. Η μαζική αντίδραση «διαβάστηκε» από την κυβέρνηση, η οποία φαίνεται ότι υπολογίζει πάρα πολύ την «ψηφιακή» αντίδραση. Βέβαια, κατόπιν προσπαθεί να διαχειριστεί και να χειραγωγήσει το πρόβλημα με πιο… παραδοσιακούς τρόπους, βαφτίζοντας ό,τι δεν τη συμφέρει «fake news», αλλά αυτή είναι μια άλλη υπόθεση.

Τα πράγματα όμως αλλάζουν. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, ολόκληρες ψηφιακές κοινότητες, όπως το «Μένουμε ενεργοί» δημιουργήθηκαν από πολιτικούς οργανισμούς και κατάφεραν να φτάσουν μέσα σε λιγότερο από 30 μέρες, σε απήχηση που συνήθως, κατακτάται σε αρκετούς μήνες δραστηριότητας.

Η νέα ψηφιακή πραγματικότητα φτάνει ήδη σε πολιτικές κορυφώσεις. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να περιορίσει νομοθετικά το twitter, τακτική την οποία έχουν επιβάλλει κατά καιρούς καθεστώτα όπως του Ερντογάν ή στη Βόρεια Κορέα, γιατί η εταιρία αποφάσισε ότι θα επιβάλλει τα tweets του σε «αξιολόγηση γεγονότων» και περιεχομένου. Ο πλανητάρχης έχει συλληφθεί επανειλημμένα να διαδίδει θεωρίες συνωμοσίας ή επιστημονικά μη αποδεδειγμένες θεωρίες, ιδίως κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης.

H κρίση κορυφώθηκε μετά τη δολοφονία του Τζωρτζ Φλόιντ στη Μινεάπολις. Ακόμα και μεγάλα σήματα κατατεθέντα, όπως η Nike και η Adidas, όχι μόνο πήραν θέση μέσω του ψηφιακού τους μάρκετινγκ, αλλά πόσταραν η μια την άλλη.

Φυσικά, δεν είναι μια απλή απόφαση αυτή που πήρε το twitter, μιας και ο Τραμπ σχεδόν κυριολεκτικά ασκεί κυβερνητική πολιτική με tweets.  Είναι όμως η πρώτη σοβαρή σύγκρουση της (παγκόσμιας) αντίληψης της «προσωπικής αλήθειας» με το επιστημονικά, κοινωνικά, επικοινωνιακά παραδεκτό. Η ίδια σύγκρουση είναι, στο υπόβαθρό της, η παλιά, μεταξύ της «αλήθειας της εξουσίας» και αυτού που συμβαίνει πραγματικά στον κόσμο, συμβαίνει όμως σε νέο γήπεδο και με νέους όρους.

Είναι ίσως επίσης η αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας στην ενημέρωση και την πραγματικότητα, από την εποχή που τα παραδοσιακά ΜΜΕ θυσίασαν την αξιοπιστία τους προκειμένου να υπηρετήσουν με κάθε τρόπο την εξουσία…

 

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα