Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 30-09-2017, 19:30
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στις 3 Οκτωβρίου του 1943, οι ναζί έκαψαν τους Λιγκιάδες και σκότωσαν 88 κατοίκους τους. Χτες, 74 χρόνια παρά τρεις μέρες, τα Γιάννενα γνώρισαν το «Το Μπαλκόνι-Μνήμες Κατοχής», του «Χρύσανθου Κωνσταντινίδη, από τους Λιγκιάδες», όπως μας συστήνεται.

Σήμερα, ο Χρύσανθος, δημιουργός αυτού του κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ μιλάει στον Τύπο Ιωαννίνων για την ιστορία, τη μνήμη, τη λήθη, το πένθος που περνάει από γενιά σε γενιά και για την περιπέτεια αυτής της ταινίας.

Χρύσανθε, είσαι από τους Λιγκιάδες;

Ναι, από την πλευρά της μητέρας μου. Πέτρου λέγεται στο επώνυμο.

Πότε ξεκίνησε η ιστορία;

Η ιστορία ξεκίνησε το… ’43. Η δικιά μου, ξεκίνησε από όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι κάποια πράγματα, σε επτά μου χρόνια περίπου. Τότε, ερχόμασταν από την Αθήνα στους Λιγκιάδες, όπως κάθε Πάσχα, με το αυτοκίνητο. Όταν περνάγαμε από το Ζήτα, ο παππούς έλεγε στους γονείς «εδώ σκοτώθηκε ο γερμανός αξιωματικός, ο Ζάλμινγκερ και ήρθαν μετά και κάψανε το χωριό». Κάθε φορά που περνούσα από εκεί λοιπόν, ήξερα ποιο σημείο είναι το συγκεκριμένο. Επίσης, η γιαγιά μου μοιρολογούσε συνέχεια, οι ιστορίες που μου έλεγε δεν ήταν παραμύθια, ήταν πραγματικές. Η γιαγιά και ο παππούς μου, σημειωτέον, ήταν στις Καρυές τη μέρα του ολοκαυτώματος, γι αυτό και γλιτώσανε. Επίσης, πρέπει να σημειώσω ότι αυτή που τα διηγούταν, ήταν η γιαγιά, όχι ο παππούς. Οι άνθρωποι που ζήσανε τα γεγονότα και είχανε θύματα, δεν μιλάνε εύκολα. Ο παππούς έχασε τους γονείς του και έναν αδερφό του στο ολοκάυτωμα…


Το σχέδιο και τα γυρίσματα, πότε ξεκίνησαν;

Σαν ιδέα, το σχέδιο ξεκινάει το 2009, όντας εγώ τότε στη σχολή κινηματογράφου της ΑΚΜΗ. Δανείστηκα μια κάμερα και μαζί με την τότε κοπελιά μου, τώρα γυναίκα μου, ανέβηκα στο χωριό, στο μνημόσυνο του ολοκαυτώματος και ξεκίνησα τις συνεντεύξεις. Έφτιαξα ένα μικρό βίντεο, με το οποίο βρήκα συνεργάτες με μηχανήματα και έτσι ξεκινάμε. Ούτε χρήματα ούτε τίποτα δεν είχαμε. «Πάμε και βλέπουμε», με 200 ευρώ από τη μάνα για τις βενζίνες…

Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο καθηγητής Κριστόφ Σμινκ-Γκουστάβους στην ταινία…

Το 2012-13 γνωρίζω τον Κριστόφ του οποίου το βιβλίο «Μνήμες κατοχής ΙΙΙ» (σ.σ. εκδόσεις Ισνάφι) είχα διαβάσει ήδη. Αυτό που με εντυπωσίασε, ήταν ότι το βιβλίο το είχε γράψει ένας Γερμανός. Την ιστορία, την ήξερα και από το βιβλίο του Κώστα Παπαγεωργίου. Ο Χριστόφορος είναι ένας άνθρωπος που σου κερδίζει άμεσα το ενδιαφέρον, πρέπει να πω. Το ’13 ήρθε στην Αθήνα για να πάρει μέρος σε μια εκδήλωση μνήμης για τις εκτελέσεις στο Χαϊδάρι.  Στο μεταξύ, είχαμε ήδη επικοινωνήσει με mail, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί από κοντά. Ήξερα ήδη ότι ο Χριστόφορος έχει στην κατοχή του εξήντα 90άρες κασέτες με συνεντεύξεις, και του τις ζητάω. Μου τις έφερε όντως και του πρότεινα να κάνουμε μια συνέντευξη, αλλά στο χωριό. Εγώ με 5 ευρώ στην τσέπη και άνεργος τότε, αυτός χωρίς πολύ χρόνο και ενώ μόλις έχουμε γνωριστεί από κοντά. Τελικά, μου λέει «πάμε» και ερχόμαστε Λιγκιάδες από το πουθενά, μαζί με τον Αποστόλη Παπαγεωργίου και το διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας, τον Γιάννη Χήνο. Ξεκίνησα συνεντεύξεις με τον Χριστόφορο στα Γιάννενα, μιλώντας όχι μόνο για τους Λιγκιάδες, αλλά και για τους Γιαννιωτοεβραίους και τους Ασπραγγέλους. Αυτά έγιναν μέσα σε τέσσερις μέρες. Τότε μίλησα και με τον Αλέκο Ράπτη, για πρώτη φορά. Αρχικά, το πρότζεκτ  ξεκίνησε να καλύψει και τα τρία γεγονότα. Στην πορεία όμως διαπίστωσα ότι αυτό δεν ήταν σωστό και ότι θα υποβαθμίζονταν οι ιστορίες μέσα σε ένα ενιαίο σύνολο. Έτσι, ξεκίνησε το σχέδιο μόνο για τους Λιγκιάδες.


Χρηματοδότηση από πού είχατε;

Είχα κάποιο υλικό ήδη και με βάση αυτό, έγινε ένα πεντάλεπτο βίντεο, ένα τρέιλερ ας πούμε, που πρώτος που το είδε παρεμπιπτόντως, ήταν ο Αλέκος. Εκεί καταλάβαμε ότι το σχέδιο είναι μεγάλο και ότι δεν μπορούμε να το τρέξουμε δύο άτομα όλα και όλα. Φτιάξαμε λοιπόν και ένα φάκελο παραγωγής με κοστολόγια κ.λπ και αρχίσαμε να το στέλνουμε σε διάφορους φορείς, στην Ελλάδα, σε συλλόγους αποδήμων κ.λπ.

Σου απάντησαν; Υπήρξε αποτέλεσμα;

Μηδέν (γέλια). Πρόσεξε να δεις πώς ήρθαν τα πρώτα χρήματα: από τη Γερμανία! Το μικρό τρέιλερ που προανέφερα, το πρόβαλλε ο Χριστόφορος στις παρουσιάσεις του βιβλίου του, στη Γερμανία, μοιράζοντας και το φάκελο παραγωγής μαζί! Από αυτές τις παρουσιάσεις, απλός κόσμος, γερμανοί πολίτες που τους ενδιέφερε το θέμα, συνείσφεραν ποσά. Χωρίς καν δηλαδή να κάνουμε ένα επίσημο crowdfunding, συγκεντρώνονταν χρήματα στη Γερμανία. Έτσι, οι δύο συντελεστές, γίναμε πέντε και μπορούσαμε να κινηθούμε.

Το 2014 είναι μια κομβική χρονιά όμως

Το 2014 έρχεται ο Γιόαχιμ Γκάουκ, ο πρώτος γερμανός πρόεδρος στους Λιγκιάδες. Κατά την επίσκεψή του, ανακοίνωσε ότι θα φτιάξει ένα ίδρυμα, το Ελληνογερμανικό ταμείο προκειμένου να γίνουν γνωστά τα ιστορικά γεγονότα κ.λπ. Στέλνω λοιπόν το φάκελο εκεί και μου απαντάνε άμεσα, ότι εγκρίνεται η αίτησή μου. Στην αρχή όμως, υπήρχε ένα θέμα με τα πνευματικά δικαιώματα. Τότε, είχα πάει στη Γερμανία, σε μια παρουσίαση που είχε ο Χριστόφορος στο μουσείο Topographie des Terrors και επ’ ευκαιρία, πήγα στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών όπου με παρέπεμψαν στην πρεσβεία στην Αθήνα για τα περαιτέρω. Σημειωτέον, σε εκείνη την παρουσίαση στο Topographie, έχει σηκωθεί ένας από τους θεατές (εγώ δεν το έχω πάρει χαμπάρι γιατί κινηματογραφώ), έχει πάρει ένα τσίγκινο κουτί από το καφέ του χώρου και το γυρίζει στο ακροατήριο για συνεισφορές! Το γερμανικό κοινό δηλαδή, κυρίως αντιφασίστες που πήγαιναν σε τέτοιες εκδηλώσεις, ανταποκρινόταν πλήρως, με συγκινητικό τρόπο.  Για να δεις τις αντιφάσεις, υπάρχει η εξής ιστορία: λίγο πριν έρθει ο Γκάουκ στους Λιγκιάδες, είμαι με τον Χριστόφορο στην πλατεία του χωριού και κάνουμε συνέντευξη. Τότε, έρχεται και κλιμάκιο της αστυνομίας για να δει τα μέτρα ασφάλειας που θα έπαιρνε ενόψει της έλευσης του γερμανού προέδρου. Μας λένε «ξέρετε, θα έρθει κόσμος κ.λπ.» και τους απαντάω ότι σύμφωνοι, να τελειώσουμε πρώτα τη συνέντευξη γιατί ο άνθρωπος ήρθε από τη Γερμανία. Σε κάποια στιγμή, γεμίζει η πλατεία αστυνομία, ζητάδες, ασφάλεια και εγώ έχω την κάμερα. Έρχονται δύο ασφαλίτες και μου λένε «κατέβασε την κάμερα, τι τραβάς, δώσε την κάρτα» και τέτοια. Οι χωριανοί να τους λένε «είναι από εδώ, κάνει ένα ντοκιμαντέρ για το χωριό», τίποτα αυτοί. Φυσικά, αρνήθηκα να τους δώσω την κάρτα, έτσι και αλλιώς δεν είχα τραβήξει και τίποτα με αυτούς. Τελικά δόθηκαν διευκρινίσεις και συνεχίσαμε…

Από εδώ υπήρξε κάποια ανταπόκριση;

Από την Ελλάδα δεν υπήρξε ανταπόκριση. Ούτε καν μια απάντηση. «Πολύ ωραία η δουλειά σας, θα σας πάρουμε τηλέφωνο» και τίποτα παραπέρα, ούτε από την Περιφέρεια, ούτε από τον Δήμο Ιωαννιτών. Μου ξεκαθάρισαν ότι δεν υπήρχαν χρήματα, κάτι απόλυτα κατανοητό, στην ίδια χώρα ζούμε, αλλά θα μπορούσε να είχε εξασφαλιστεί τουλάχιστον η διαμονή του συνεργείου κ.λπ. Τίποτα…

Τελικά, το 2016 παίρνουμε την οριστική έγκριση από τη γερμανική πρεσβεία, ξεκινάει η χορηγία, με τα πνευματικά δικαιώματα να παραμένουν σε μένα και ξεκινάμε. Ταξίδια στη Γερμανία, ταξίδια εδώ, προβλήματα με τον καιρό γιατί προτιμούσα συννεφιά  για τα πλάνα, ο προϋπολογισμός να μην επιτρέπει πολλά-πολλά και καθυστερήσεις. Τέλος πάντων, ξεκινήσαμε κανονικά όμως. Πρέπει να πω ότι είναι προς τιμήν του γερμανικού κράτους που χρηματοδοτεί μια τέτοια ταινία, χωρίς μάλιστα να επιβάλλουν «κόψε-ράψε». Τους εξήγησα εξ αρχής το θέμα των αποζημιώσεων, το οποίο το βάζουν οι άνθρωποι που μιλάνε στην ταινία και μου απάντησαν «σε δημοκρατικές χώρες ζούμε κ. Κωνσταντινίδη, το θέμα των αποζημιώσεων θα το δει το γερμανικό κράτος σε άλλο επίπεδο, αλλά η δουλειά σας μας αρέσει». Κύριοι. Στο δικό μου κομμάτι τουλάχιστον, στα υπόλοιπα, άλλο.

Δεν είναι ακριβώς ένα ντοκιμαντέρ, έτσι δεν είναι;

Είναι ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ. Έχει το προσωπικό μου στίγμα, στο αισθητικό κομμάτι. Προσπάθησα δηλαδή δημιουργήσω ένα κλίμα που να μεταφέρει το πένθος αυτών των ανθρώπων. Γι αυτό είπα και προηγουμένως ότι αναζητούσαμε κυρίως συννεφιασμένα σκηνικά για τα γυρίσματα. Τα ντοκουμέντα, είναι τα ντοκουμέντα, το κινηματογραφικό κομμάτι είναι η αισθητική με την οποία «ντύνεις» το ντοκουμέντο.

Ποια ήταν τα συναισθήματά σου μετά την πρώτη προβολή στα παλιά σφαγεία;

Το γεγονός ότι ήρθαν οι συγχωριανοί μου και με αγκαλιάζανε δακρυσμένοι, μετά το τέλος της προβολής, δεν περιγράφεται. Ο,τι έγινε στους Λιγκιάδες, είναι κάτι που το κουβαλάμε ακόμα μέσα μας. Αυτό το πένθος περνάει από γενιά σε γενιά, δεν είναι πεπερασμένη η φύση του. Δεν ξέρω αν αυτό φαίνεται στην ταινία. Σίγουρα όμως, αυτά που λένε στην ταινία οι άνθρωποι και οι απόγονοί τους, είναι αυτά που νιώθω και εγώ. Επίσης, υπάρχει η ιστορία με τη νύφη, που είναι απίστευτη. Ξέρεις, υπήρχε η φήμη ότι οι Γερμανοί έκαψαν τους Λιγκιάδες επειδή είδαν το μπαϊράκι από ένα γάμο που γινόταν και πίστεψαν ότι υπάρχουν αντάρτες εκεί. Βρήκαμε την τότε νύφη, γιαγιά πλέον και της δείξαμε το ντοκουμέντο από τα αρχεία της Βέρμαχτ, το οποίο είχε βρει ο Χριστόφορος, που αποδεικνύει ότι η σφαγή ήταν προαποφασισμένη δύο μέρες πριν. Ήταν  99 χρονών η γυναίκα όταν μιλήσαμε μαζί της και μας είπε «τώρα μπορώ να πεθάνω, γιατί πριν ήμουν καταραμένη». Αυτό και μόνο, ακόμα και αν δεν ολοκληρωνόταν η ταινία, θα καθιστούσε το εγχείρημα πετυχημένο, για μένα…

Η συνέχεια τι περιλαμβάνει;

Θα ταξιδέψουμε την ταινία. Πρώταθα το στείλουμε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, θα περάσει από επιτροπή, εννοείται, για να δούμε αν θα πάρουμε τελικά μέρος και μετά θα πάει και στο εξωτερικό. Θα γίνουν φυσικά και παρουσιάσεις και προβολές.

Αισθάνεσαι ότι καθορίστηκες ως συγκεκριμένου τύπου κινηματογραφιστής με αυτή την πρώτη ταινία σου;

Εννοείς τα ντοκιμαντέρ; Δεν θα το έλεγα, υπό την έννοια ότι μου αρέσουν και άλλα πράγματα, από καλλιτεχνικής πλευράς. Με καθορίζει λίγο όμως, ειδικά τη στιγμή που υπάρχει η ιδέα να κάνουμε την επόμενη ταινία για τους Γιαννιωτοεβραίους. Με ενδιαφέρει πολύ ο Β’ Παγκόσμιος, το τι έγινε μετά στην Ελλάδα, η σημερινή αναβίωση του ναζισμού. Δεν είναι τυχαία όλα αυτά, πολύς κόσμος όμως ολισθαίνει στη λήθη.

Ευχαριστώ πολύ

Ευχαριστώ κι εγώ

Οι εκδηλώσεις μνήμης στους Λιγκιάδες, ολοκληρώνονται σήμερα Κυριακή 1η Οκτωβρίου

200 λέξεις απομένουν.
  • Αλέτος Ράπτης
    Αλέτος Ράπτης
    Ο Χρύσανθος σε αυτό το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ συνδέει το παρελθόν με το παρών. Οι επιζήσαντες της καταστροφής των Λυγγιάδων που το κατέστρεψαν οι Γερμανοί Ναζί κατακτητές στις 3 Οκτωβρίου 1943 μιλάνε on camera για την βιωματική φρίκη. Η μνήμη είναι διαρκής καθώς μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Το μήνυμα του ντοκιμαντέρ του Χρύσανθου είναι διαχρονικό - Ποτέ πιά Φασισμός
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
Ντοτη3