Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 26-03-2017, 11:20
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Οι Τακίμ έχουν να το λένε, ότι πλέον δεν είναι απλώς μια μουσική μπάντα. Είναι μια ομάδα «πρώτων μεταξύ ίσων», δεξιοτεχνών μουσικών, που πλέον συνδέονται και με σχέσεις οικογενειακές. Όλα αυτά όμως έρχονται δεύτερα στις κουβέντες μαζί τους, όπως αυτή που έγινε πριν από μερικές μέρες, παρουσία του Πολύβιου Καρρά, ο οποίος είναι… επίτιμο μέλος εδώ και καιρό και παρεμβαίνει στη συζήτηση. Ο Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος και ο Θωμάς Κωνσταντίνου λοιπόν, μιλάνε για τα πάντα στον Τύπο των Ιωαννίνων, ενόψει της εμφάνισής τους στις 2 Απριλίου με το «Καφέ αμάν», μια μουσική παράσταση που κέρδισε την αθηναϊκή νύχτα.

Πόσοι είστε πλέον;

Θωμάς Κωνσταντίνου: Είμαστε έξι, πλέον, σωστά το έθεσες. Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος κλαρίνο, Θωμάς Κωνσταντίνου ούτι, Γιώργος Μαρινάκης βιολί, Κώστας Μερετάκης κρουστά, Πάνος Δημητρακόπουλος κανονάκι, Γιάννης Πλαγιανάκος κοντραμπάσο.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση, τι έχει αλλάξει;

Θ.Κ. Καταρχάς, έχουμε από τρία παιδιά ο καθένας, είμαστε κουμπάροι μεταξύ μας κ.λπ. Έχουν αλλάξει τα πάντα, αλλά δεν έχει αλλάξει και τίποτα. Η δίψα και η χαρά και η πρωτογένεια είναι χωρίς υπερβολή ίδια με την πρώτη μέρα. Έχουμε ωριμάσει, ταυτόχρονα, έχουμε δέσει πολύ περισσότερο, καθώς οι δεσμοί μεταξύ μας είναι, εκτός από φιλικοί, είναι και οικογενειακοί, ευλογημένοι και ιεροί. Είμαστε αυτό που θέλαμε πάντα να είμαστε: οικογένεια

Πέρα από τους δεσμούς των ανθρώπων, χρειάζεται και η ταμπέλα για να καθορίσεις το μουσικό σου χώρο ως συγκρότημα;

Θ.Κ. Η ταμπέλα είναι για όλους ένα καταφύγιο, νομίζω. Αισθάνεσαι πάντα ασφαλής δηλαδή. Με τους Τακίμ συνέβη αυτό γιατί στην πορεία χωρίσανε οι δρόμοι μας, ξανασυναντηθήκαμε και εκ των πραγμάτων ο καθένας έχει τη δική του καριέρα, αλλά η παράδοση είναι αυτή που μας κρατάει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Δοκιμάσαμε τα πάντα σχεδόν και το fusion και το πανηγύρι, και τα χορευτικά, και το σκυλάδικο. Η παράδοση λοιπόν είναι σημείο αναφοράς, κακά τα ψέματα. Πρόσεξε όμως: η παράδοση όχι ως κάτι αφηρημένο, αλλά σαν πραγματικότητα και τρόπος ζωής. Έχουμε κοινές καταβολές, οι γονείς μας είναι όλοι από χωριά και πώς να το πω, έχουν όλοι φυλάξει πρόβατα, είναι ταπεινοί, λαϊκοί, απλοί, αλλά και μεγαλοπρεπείς στην ουσία τους άνθρωποι. Έτσι ναι, μου αρέσει να έχω την ταμπέλα της παράδοσης, του ζωντανού πράγματος που λειτουργεί για όλους.

Πώς ήταν να δουλεύετε με τους Calexico;

Θ.Κ. Οι Calexico ψάχνανε κάτι που να κάνει με ρεμπέτικο. Βρήκανε έναν πολύ γνωστό μας ηχολήπτη, με τον οποίο συνταξίδευαν στο αεροπλάνο. Τους δείχνει λοιπόν ένα βίντεο που είχαμε κάνει στο Lizard sound, που το κάναμε με μισή καρδιά παρεμπιπτόντως. Το βλέπουνε και λένε «αυτούς θέλουμε». Ζητήσανε το ούτι, το κανονάκι, το βιολί, θέλανε και το κλαρίνο αλλά ο Αλέξανδρος (σ.σ. Αρκαδόπουλος) είχε πάει στην Ακράτα. Η πόλη όπου γεννηθήκανε οι Calexico είναι στα σύνορα με το Μεξικό και η μουσική τους είναι πολύ επηρεασμένη από τη μουσική του Μεξικού. Εκεί νομίζω βρήκαμε το κοινό σημείο. Όπως και εμείς επηρεαζόμαστε από τις μουσικές των γειτονικών χωρών μας, έτσι κάνουν και αυτοί. Υπάρχουν και εκεί τα ταμπού, του τύπου «οι κακοί Μεξικάνοι», που είναι και επίκαιρα τώρα, και έτσι βρεθήκαμε «υπογείως». Σε μουσικό επίπεδο ήταν πολύ άνετα τα πράγματα, αυτοί ενθουσιάζονταν με ό,τι και να παίζαμε. Σε ένα από τα κομμάτια, ο Μαρινάκης παίζει ίσο ηπειρώτικο και οι Calexico είχαν τρελαθεί, έλεγαν «δεν μπορεί να υπάρχει αυτό το πράγμα στη μουσική». Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεργασία, ακριβώς γιατί δεν έγινε με το ζόρι. Αυτό αποτυπώθηκε και στο live ένα-ενάμισι χρόνο αργότερα, στο Fuzz. Αντίστοιχα, το ίδιο έγινε με τους Burger Project. Πρόκειται για μπάντα που είναι ιδιαίτερα εξωστρεφής, όπως και εμείς. Σχολική εκδρομή είμαστε, ακόμα και τώρα (γέλια). Οι Burger είναι ακόμα περισσότερο, είμαστε και συμμαθητές με έναν από αυτούς, οπότε δεν χρειάστηκαν και πολλά. Για να τα συνοψίσω, όταν υπάρχει  ανάγκη για μουσική, θα τα βρεις και με έναν Λάπωνα, έναν Εσκιμώο. Οι Έλληνες το κάναμε από πολύ παλιά αυτό.  


Η προσωπική μου εντύπωση, μπορεί να κάνω και λάθος, είναι πως παρότι έχετε δοκιμαστεί σε πολλά στυλ, κάθε δίσκος σας, ανεξαρτήτως περιόδου, έχει «Τακίμ», συγκεκριμένο ύφος.

Θ.Κ. Αυτό γίνεται σκόπιμα από τον πρώτο κιόλας δίσκο. Υπάρχει μια φιλοσοφία, ότι είμαστε μια μπάντα που αποτελείται από μονοφωνικά όργανα και στην ουσία, όλοι σολάρουμε. Κανένας δεν συνοδεύει, αλλά ταυτόχρονα όλοι συνοδεύουμε ο ένας τον άλλο. Ακόμα και το όρθιο μπάσο σολάρει και αυτός. Σε αυτή την περίπτωση, η ανάγκη επιβάλλει να είσαι πολύ προσεκτικός. Θέλουμε πάντα λοιπόν, να ακούμε το δίσκο μετά από 20 χρόνια και να μην ντρεπόμαστε. Πώς βγάζεις δηλαδή φωτογραφίες με βάτες στο σακάκι και τις βλέπεις πολλά χρόνια αργότερα και γελάς; Ε, να μη συμβαίνει αυτό (γέλια). Την είχαμε ψυλλιαστεί από νωρίς και γι αυτό πάντα προσπαθούσαμε να είναι διαχρονικό αυτό που κάνουμε, να είναι όσο το δυνατόν πιο καλαίσθητο και να έχει ψυχή.

Επίσης, πρέπει να πω ότι στους Τακίμ είμαστε όλοι πρώτοι μεταξύ ίσων, δεν ακολουθεί κανείς.

Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος: Αυτή είναι και η επιτυχία του καλλιτέχνη άλλωστε. Τι θα λένε μετά, γι αυτό που κάνει τώρα.


Πώς θέλετε να είναι ο επόμενος δίσκος σας;

Α.Α.: Κάτι έχουμε σκεφτεί είναι η αλήθεια…

Θ.Κ.: Θέλουμε να είναι εξίσου καλός και ενδιαφέρων. Να έχει λόγο ύπαρξης.

Α.Α.: Δεν σημαίνει όμως ότι απλώς θα συνεχίσει την αλυσίδα, θα είναι ίδιος με τους προηγούμενους.

Θ.Κ.: Αναγκαστικά, αυτό που έχει συσσωρευτεί μέσα μας πρέπει να βγει. Αν και σε αυτά ο Πολύβιος είναι ο πιο κατάλληλος, αυτός τα υποκινεί υπόγεια…

Πολύβιος Καρράς: Εγώ λέω ότι το επόμενο cd πρέπει να είναι τα τραγούδια του «Καφέ Αμάν».


Α, να πούμε για το «Καφέ Αμάν» επ΄ευκαιρία, μια ιστορία που δεν είχε ιδιαίτερα πρωτότυπο όνομα, αλλά αποδείχτηκε πολύ επιτυχημένη.

Θ.Κ. Ο αρχικός τίτλος ήταν «Ελληνική απόλαυσις». Σε αυτή την περίπτωση μπαίνεις το παιχνίδι ο Λάμπρος ο Λιάβας, ο οποίος σαν ένας Μπράιαν Έπσταϊν, ο «έβδομος Τακίμ» με πολύ έμπνευση και διορατικότητα, πήρε τους Τακίμ και τους έβαλε σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες των Τακίμ, την καλλιτεχνική αρτιότητα, το performing, τη χαρά και τα βάζει σε πιο θεατρικό πλαίσιο, το οποίο παρεμπιπτόντως το ‘χει ανάγκη το κοινό της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, αλλά και της επαρχίας (απλά, δεν το ξέρει ακόμα). Τέλος πάντων, προέκυψε μια συνταγή πολύ πετυχημένη, που και εμείς, μέχρι την πρεμιέρα, δεν είχαμε καταλάβει αν θα λειτουργήσει ή όχι.

Π.Κ.: Εγώ επειδή βρέθηκα σε εκείνη την πρεμιέρα, πρέπει να πω ότι ήταν δύσκολη. Ο κόσμος σήμερα, οι νέοι και οι μεσήλικες, δεν γνωρίζουν ακριβώς τι είναι τα τραγούδια του καφέ αμάν.

Θ.Κ.: Φαντάσου ότι το λέει αυτό ένας άνθρωπος μερακλής, γνώστης, από τα Γιάννενα, όπου ξεκινάει κιόλας η παράσταση θεματικά. Η πρώτη στάση είναι το Γυαλί Καφενέ και έτσι σου δίνει να καταλάβεις τι είναι το Καφέ Αμάν.

Α.Α.:Η ονομασία είναι όντως πολύ κοινή, αλλά ο κόσμος δεν ξέρει τι περιλαμβάνει, ποια τραγούδια έλεγαν και τι έκαναν εκεί.

Θ.Κ.: Ήταν και πολύ μεγάλο το πρόγραμμα την πρεμιέρα, στην πορεία το φέραμε στα μέτρα μας και στα μέτρα του κόσμου

Π.Κ.: Μόνο για μένα ήταν μικρό το πρόγραμμα… (γέλια)

Θ.Κ.: το Καφέ Αμάν έχει και μια ιστορική διάσταση που ενδεχομένως να διαφεύγει: μέχρι τότε, η λόγια μουσική ανήκε στην αυλή του σουλτάνου, του πασά, του πολύ πλούσιου. Το καφέ αμάν όμως την κάνει προσιτή σε αυτόν έστω που μπορεί να πάει σε ένα μαγαζί. Φεύγουμε δηλαδή από το πανηγύρι και το τελετουργικό χιλιετιών και αρχίζει η μουσική να γίνεται πιο περίπλοκη, μιμείται τη λόγια μουσική της αυλής, αστικοποιείται και οι μουσικοί από την πλευρά τους παίζουν πιο δύσκολα έργα και μελετούν περισσότερο.

Α.Α.: Είναι τρεις λωρίδες που κινούνται ταυτόχρονα. Η μια είναι το καφέ αμάν σαν έννοια, η άλλη είναι μια σύντομη ιστορία του ελληνισμού, από την αρχή της ξενιτιάς του και η τρίτη, είναι ιστορικά μουσικά πρόσωπα.

Θ.Θ.: Αυτοί οι άνθρωποι χαρακτήρισαν τα κομμάτια, σε μια εποχή που η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Δεν λέει κανείς «παίξε μου τον ‘Ηλιο’», αλλά «παίξε μου τον ‘Ηλιο’ του Καρακώστα», έχει όνομα το τραγούδι. Υπάρχει δηλαδή το copyright στο επίπεδο της ερμηνείας της παράδοσης. Φαντάσου πόσο ισχυρές προσωπικότητες ήταν αυτοί οι άνθρωποι, σε μια εποχή χωρίς επικοινωνία.


Η τριβή με το κοινό ανοίγει όμως διαύλους. Είστε πιο "φιλικοί" πλέον στην επιλογή των τραγουδιών;

Θ.Κ.: Για μια περίοδο οι Τακίμ ήταν σε μια φάση καλλιτεχνικής άμυνας. Η αντισυμβατικότητα στην επιλογή των κομματιών για παράδειγμα, ήταν και λίγο αυτοσκοπός για να μην παίζουμε τα γνωστά. Επειδή ήμασταν όλοι ταλαιπωρημένοι ως μουσικοί, δεν θέλαμε να κάνουμε το προφανές. Υπήρχαν και πρακτικοί λόγοι όμως, έπρεπε να μελετήσουμε, π.χ.  Επίσης, θέλω να πω την ιστορία με τον Πολύβιο, τον οποίο κατατάσσω στους καλλιτέχνες. Κάποτε,  ήταν τα Τακούτσια, οι Χαλκιάδες, τα συγκροτήματα της εποχής και υπήρχαν και οι αντίστοιχοι μαικήνες, που ήταν κυρίως Ζαγορίσιοι και πάλι. Ήταν πολύ μερακλήδες άνθρωποι και η ιστορία επαναλαμβάνεται τώρα.

Κάτι άλλο που θέλω να πω σε σχέση με το κοινό, είναι το εξής: Φεύγουμε από τον προσωποκεντρισμό και την προσωπολατρεία του «θέλω να δω μπροστά μου μια φίρμα, έναν τραγουδιστή» π.χ. και πάμε σε μια συμπαγή ομάδα η οποία αποτυπώνεται ηχητικά, που δίνει ένα καλό παράδειγμα όχι μόνο μουσικά, αλλά και κοινωνικά: τραβήξτε λίγο το «εγώ» σας πίσω για να δουλέψουμε σαν ομάδα. Δεν είναι δύσκολο, ούτε εύκολο όμως.

Π.Κ.: Ορισμένοι από τους Τακίμ αρνούνταν τον πρώτο καιρό να τραγουδήσουν με όλους τους άλλους. Δεν είχαν ακόμα συλλάβει αυτό που πρέπει να κάνουν σαν ομάδα. Σήμερα όλοι τους τραγουδάνε, δεν θα γίνουν όλοι τραγουδιστές, αλλά τα τραγουδάνε.

Α.Α. Αυτή είναι η έννοια της ομάδας, ακριβώς

Θ.Κ. Με το Καφέ Αμάν ανοιγόμαστε στο κοινό, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και όντας έτοιμοι πιαπαίζουμε κομμάτια που παλιότερα τα θεωρούσαμε πολύ προφανή. Και όχι μόνο τα παίζουμε, αλλά τα υποστηρίζουμε κιόλας

Α.Α. Εγώ πάντως το έχω ακόμα το ελάττωμα και συχνά διαφωνώ με την επιλογή των κομματιών, λέγοντας «αυτό θα παίξουμε; Αυτό το παίζουν όλοι»

Και τελικά πώς καταλήγετε;

Θ.Κ. Θα σου πω το εξής: Ήρθε μετά από μια παράσταση στην Αθήνα, ο Νίκος Φιλιππίδης, ο κλαριντζής και την άλλη μέρα μας έλεγε «ρε παιδιά, αυτά τα κομμάτια τα άκουγα τόσα χρόνια, αλλά ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα τα άκουγα έτσι». Αυτή είναι μια καλή απάντηση στο πώς ακούγονται ακόμα και τα γνωστά κομμάτια.

Π.Κ. Εγώ θα προσθέσω τούτο: Είναι για έγκριση ένα διπλό cd με κομμάτια που ακούγονται στα ζιαφέτια. Είναι τρία τραγούδια που λέγονται σε όλους τους γάμους και τα πανηγύρια και παίζονται και 15 φορές. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να μην τα επιλέξω να τα βάλω στο cd. Είναι τραγούδια του σεβντά, όλος ο κόσμος είναι στο χορό και είναι αδιανόητο να μην τα βάλω στο cd γιατί παίζονται παντού. Οι Τακίμ για παράδειγμα είναι οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με το «Καίγομαι και σιγολιώνω», μετά τον υφαντή. Έχω βάλει και εγώ το λιθαράκι μου βέβαια σε αυτό…

Σας ευχαριστώ πολύ όλους

Ευχαριστούμε και εμείς


info

O Πολιτιστικός Σύνδεσμος Ζαγορισίωνπαρουσιάσει τους TAKIM στην μουσική παράσταση Καφέ Αμάν «Ελληνική απόλαυσις». Ένα μουσικό ταξίδι σε Ήπειρο, Βαλκάνια, Πόλη, Σμύρνη, Αμερική, την Κυριακή2 Απριλίου.   Μαζί τους, οι τραγουδιστές Γιάννης Νιάρχος και Κατερίνα Τζιβίλογλου και στην αφήγηση η ηθοποιός Χλόη Μάντζαρη.  Η σκηνικήεπιμέλεια της παράστασης είναι της Σοφίας Σπυράτου. 
Συμμετέχει το χορευτικό συγκρότημα του Συνδέσμου Ζαγορισίων σε διδασκαλία του Γιάννη Τριφύλλη.
Ώρα έναρξης 20.00, Τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ,προπώληση 10 ευρώ στα καταστήματα
Χρωμοεπιλογή , Γ. Παπανδρέου 71 , Χρυσοχοείο Αρκαδόπουλος Αβέρωφ 19 , 
City Cafe 28ης και Φώτη Τζαβέλλα 2 , Σύνδεσμος Ζαγορισίων Χρηστοβασίλη 8.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα