Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 25-04-2021, 16:25
ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Στις 29 Αυγούστου 1989, η συγκυβέρνηση ΝΔ-Συνασπισμού υπό τον Τζανή Τζανετάκη, έκαψε τελετουργικά στη Χαλυβουργική και στη ΣΙΔΕΝΟΡ, αλλά και σε άλλα μέρη της χώρας, περίπου 17,5 εκατομμύρια φακέλους κοινωνικών φρονημάτων που διατηρούσε το ελληνικό κράτος επί μισό και πλέον αιώνα, εις βάρος των ίδιων του των πολιτών. Αυτών που ήταν ενταγμένοι στην Αριστερά ή είχαν έστω μια… μακρινή συγγενική ή άλλη σχέση.

Το εμφυλιακό κράτος, που αναδύεται ξανά στο λόγο πολλών πολιτικών προσώπων, ακόμα και κυβερνητικών τα τελευταία χρόνια, καθώς η ακροδεξιά έχει καταλάβει ακόμα και υπουργικούς θώκους, ήταν μια πραγματικότητα για πάνω από μισό αιώνα στην Ελλάδα. Η ελληνική δημοκρατία ήταν πάντα εύθραυστη και με πάρα πολλά αδιέξοδα, αντίθετα με ό,τι δηλώνουν κατά καιρούς επιφανή στελέχη της.

Το κάψιμο των φακέλων ήταν, εκτός των άλλων, μια ακόμα δήλωση νομιμοφροσύνης της ελληνικής Αριστεράς, στην πρώτη συμμετοχή της σε κυβερνητικό πολιτικό σχήμα. Τότε, το αφήγημα της «κάθαρσης» και η σχεδόν εκδικητική στάση απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο βάραινε το σκάνδαλο Κοσκωτά και η «αντ’ αυτού» διακυβέρνηση όσο ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε «αφήσει τα κλειδιά» στους πολιτικούς επιγόνους του, οδήγησε σε μια απόφαση που, μπορεί τότε να έμοιαζε λογική, στην πορεία αποδείχθηκε κακή. Το κάψιμο των φακέλων δεν έκαψε το παρελθόν, όπως ενδεχομένως πίστευε το αισιόδοξο κομμάτι του ελληνικού πολιτικού συστήματος, μιας και το παρελθόν επανήλθε αγριότερο στις αρχές της δεκαετίας του ’10, μπήκε στη Βουλή και τώρα, το μισό είναι ή σε νόμιμα κόμματα της Δεξιάς και Ακροδεξιάς ή φυγόποινο, ελέω ολιγωριών των ελληνικών διωκτικών αρχών.

Επιπρόσθετα, το κάψιμο των φακέλων εξαφάνισε ένα τεράστιο πεδίο ιστορικής έρευνας και μια απίστευτα μεγάλη πρωτογενή ιστορική πηγή.  

Το κάψιμο των φακέλων προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις.  O δημοσιογράφος Χρήστος Ζαφείρης ήταν ένας από αυτούς που προσπάθησαν να διασώσουν το υλικό, σε διαμαρτυρία στη ΣΙΔΕΝΟΡ, στη Θεσσαλονίκη, τη μέρα καψίματος των φακέλων. Μαζί του ήταν ο «Τίγρης», ο Μανώλης Χατζηαποστόλου που κυνήγησε τους δολοφόνους του Λαμπράκη.

Ωστόσο δεν τα κατάφεραν.

Ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης έχει γράψει το βιβλίο «Ανεπιθύμητο παρελθόν. Οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων στον 20ο αι. και η καταστροφή τους» και σε μια συνέντευξή του αναφέρει σχετικά: «Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που οι φάκελοι καταστράφηκαν στο σύνολό τους και αυτή την ιδιαιτερότητα προσπαθεί να εξηγήσει το βιβλίο. Στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες ή στις χώρες λ.χ. της Λατινικής Αμερικής, τεκμήρια όπως οι φάκελοι όταν δεν έμειναν απόρρητα χρησιμοποιήθηκαν για την διερεύνηση σκοτεινών υποθέσεων του παρελθόντος, την αποκατάσταση ανθρώπων που είχαν εκδιωχθεί ή βασανιστεί, την τιμωρία ή τον αποκλεισμό από την πολιτική όσων είχαν συνεργαστεί με τα αυταρχικά καθεστώτα» αναφέρει.

Από την άλλη, το 1989 η καταστροφή των φακέλων έμοιαζε κοινωνικά λογική: Η Αριστερά ήταν από δεκαπενταετίας νόμιμη και πίστευε πραγματικά ότι θα κυβερνήσει, η Εθνική Αντίσταση είχε ήδη επτά χρόνια αναγνωρισμένη, σε μεγάλο πείσμα της Δεξιάς. Το κάψιμο της μνήμης ήταν απλά το γύρισμα μιας σελίδας που στο κλίμα της εποχής, έμοιαζε με φυγή προς το μέλλον.

Σήμερα, ενδεχομένως πολλοί να το ξανασκέφτονταν, βλέποντας  που έχει επιστρέψει ο πολιτικός λόγος…

Ωστόσο, δεν χάθηκαν όλα τα ντοκουμέντα από αυτή τη διαδικασία παρακολούθησης ενός πολύ μεγάλου κομματιού πολιτών, η οποία συνήθως καταγγελλόταν ως αποκλειστικό προνόμιο του «σιδηρού παραπετάσματος».

Η Ελλάδα είχε πάρα πολλές διακλαδώσεις στο σύστημα παρακολούθησης, με βασικό διαχειριστή την Ασφάλεια, διαχρονικά, αλλά πολλούς και… αλήστου μνήμης και ονόματος συνεργάτες.

 Κάηκαν όλοι οι φάκελοι το 1989 όμως; Όχι. Διασώθηκαν περίπου 2.000, ανάμεσά τους εκτελεσθέντων κομμουνιστών όπως ο Νίκος Μπελογιάννης και ο Νίκος Πλουμπίδης, καθώς και κάποιων που κρίθηκαν «διασωστέοι», καθώς και οι σκόρπιες αναφορές που διατηρήθηκαν σε άλλες υπηρεσίες, κυρίως στο στρατό ή άλλα αρχεία.

Φυσικά, η χούντα της 21ης Απριλίου πρωτοστάτησε στο «φούσκωμα» των φακέλων, αναπτύσσοντας την παρακολούθηση και την αρχειοθέτηση των πολιτικών φρονημάτων των πολιτών.

Πώς ήταν όμως οι φάκελοι;

Ας δούμε μερικές από τις διασωθείσες αναφορές, με την ευκαιρία της επετείου της 21ης Απριλίου.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1968 απολύεται ο εργαζόμενος Γ.Κ. επιχείρηση σε επαρχιακή πόλη της Β. Ελλάδας. Η Ασφάλεια και η Χωροφυλακή αναλαμβάνουν να ελέγξουν τις καταγγελίες ότι ο συγκεκριμένος «ήτο απείθαρχος, σατραπίσκος, επαναστάτης και είχε τιμωρηθεί πολλάκις». Ο συγκεκριμένος όμως είναι και εθνικόφρων: «Τον εγνωρίσαμεν το 1962. Η ιδεολογική του πίστις ήτο ΠΑΤΡΙΣ και η δεξιά παράταξις. Το έτος 1964, εποχήν κατά την οποίαν πολλοί εκ των σημερινών εθνικοφρόνων προκυνούσαν την Παπανδροκομμουνιστικήν τυρρανίαν, ο Κ, ίστατο όρθιος ωσάν φάρος, αγωνιστικότατος, θάρρους και μαχητικότατος και ηγωνίζετο υπέρ των δυνάμεων του εναντίον της λαίλαπος εκείνης».

Το θέμα λοιπόν ήταν… περίπλοκο, γιατί η επιχείρηση είχε απολύσει έναν τοπικό ηγέτη της δεξιάς: «Δεν υπήρχε λεωφορείον δια του οποίου μετέβαινον οι εργαζόμενοι εις την εργασίαν των, όπου να μην ακούγεται η σθεναρά φωνή του, υπέρ της δεξιάς παρατάξεως».

Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος απολύθηκε μετά από διένεξη με χαρακτηρισμένο «κεντροαριστερό», σύμφωνα με την ίδια αναφορά, ήταν αρκετό για να καταλήξει η έκθεση στα συμπεράσματα ότι «ο συνδικαλισμός δεν λειτουργεί, οι συνδικαλισταί δεν προσφέρουν καμμίαν υπηρεσίαν εις τας οργανώσεις των», συμπτώματα δηλαδή που μπορεί να τα βρει κανείς και στις κρατικοδίαιτες εκδοχές του συνδικαλισμού, σε δημοκρατικούς χρόνους.

Η έκθεση του διοικητή Χωροφυλακής Εορδαίας για τον Κ.Γ., δύο μήνες μετά την επιβολή της χούντας, δεν είναι εξίσου επαινετική, καθότι ο συγκεκριμένος «από του έτους 1965 και μέχρι σήμερον συναναστρέφεται άτομα κομ/στικών φρονημάτων».

Οι αναφορές είναι μερικές φορές σπαρταριστές, καθώς χρησιμοποιούν «τυπική γλώσσα» η οποία συχνά προκαλεί μειδιάματα. «Κατά τας εν Πτολεμαΐδι αφίξεις του ο εν θέματι επεσκέπτετο τον, υπό κομ/στικών φρονημάτων εμφορούμενον φαρμακοποιόν Γ.Φ.».

Η αναζήτηση «πολιτικώς ανηκόντων στο κομμουνιστικόν Στρατόπεδον» διαπερνάει φυσικά ακόμα και τις πραγματικές πολιτικές πεποιθήσεις, μερικές φορές. Η χούντα συνέχισε την τακτική του ελληνικού μετεμφυλιακού κράτους που ποινικοποίησε ουκ ολίγες φορές τα πολιτικά φρονήματα, εκτέλεσε τον Μπελογιάννη και τον Πλουμπίδη, έσυρε χιλιάδες αντιστασιακούς στην εξορία και στα εκτελεστικά αποσπάσματα, ενώ ταυτόχρονα αποκατέστησε και συνεργάστηκε με δωσίλογους και συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή.

Ο μηχανισμός ελέγχου και κατάταξης, ειδικά στο συνδικαλιστικό χώρο, περιλάμβανε την τοποθέτηση ημετέρων στα Εργατικά Κέντρα και το διορισμό τους ή τον αποκλεισμό όλων των «κομμουνιστικά εμφορούμενων» ώστε να εκλεγούν οι «κατάλληλοι». «Αποχαρακτηρισθείς κομμουνιστής, εις εκλογάς σωματείου ηγείτο της αριστεράς, χαρακτηρίζεται ο κρυπτοκομμουνιστής, συναναστρέφεται με άτομα κομ/στικών φρονημάτων και έχει υπόπτους επαφάς με φαρμακοποιόν Γ.Φ., συνεργάτης των Βρ. και Τζ.». Οι «καρφωτές» και οι καλοθελητές, είναι συχνά στο ίδιο το οικογενειακό περιβάλλον όπως φαίνεται εδώ:

«Εις φιλικόν του κύκλον είπεν «την πολιτικήν αστάθειαν δημιουργή ο Βασιλεύς και καλά θα έκανε να μας αφήση ησύχους και να φύγη» λέει το «πληροφοριακό δελτίο» που θεωρείται από την οικεία στρατιωτική διοίκηση.

Σε αντίθεση με τον Κ.Γ. που κακώς απολύθηκε, ο Η.Β., στις 25 Απριλίου 1968 αναφέρεται από τη Χωροφυλακή, με κοινοποίηση στο τοπικό Φρουραρχείο ως «απολυτέος».

Για το συγκεκριμένο εργαζόμενο είχε ζητηθεί από 9 του ίδιου μήνα η γνωμάτευση του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου Νομιμοφροσύνης Προσωπικού Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας «εκρίθη μη νομιμόφρων και ως εκ τούτον απολυτέος». Η Χωροφυλακή ζητάει με το ίδιο έγγραφο να ενημερωθεί εάν «ούτος απελύθη ως και ημερομηνίας απολύσεώς του». 

Στο πληροφοριακή δελτίο αναφέρονται ως… παραπτώματα ότι «προ της Επαναστάσεως ανεγίγνωσκεν εφημερίδαν ‘Αυγή’» και ότι είπε πως «η Δεξιά εφθάρη, τώρα κυβερνά ο Παπανδρέου, αλλά στην ουσία εμείς. Την επόμενη τετραετία ο Κομμουνισμός θα κυβερνά». 

Οι αναφορές χωρίζονται σε δύο είδη: Οι επίσημες, που υπογράφουν χωροφύλακες και στρατιωτικοί και κοινοποιούνται σε διάφορες υπηρεσίες και οι επισυναπτόμενες, που είναι και η «πρωτόλεια πηγή», συνήθως χειρόγραφες, με την υπογραφή του χαφιέ.

Μια άλλη, για τον Κ.Κ. με καταγωγή από τη Λευκάδα, αναφέρει:

«11-5-58 εψήφισεν ΕΔΑ. Πατήρ ομοίως ΕΔΑ. Πληροφορίαι τάγματος: Κατά την τελευταίαν περίοδον εξεδηλώθη αντεθνικώς».

Το περιεχόμενο του φακέλου είναι πιο… ενδελεχές: «Ο πατήρ του δεν βαρύνεται αντεθνικώς, πλην εις τας εκλογάς 1958 εψήφισεων και ούτος ΕΔΑ, παρασυρθείς. Εις τας τοιαύτας του 1961 εψήφισεν ΕΡΕ. Έκτοτε η διαγωγή του τυγχάνει άγνωστος υμίν». 

Το «ραβασάκι» από τη Λευκάδα ωστόσο, είναι επιβαρυντικό: Με θέμα «παράπονα πολιτών» στις 7 Ιουλίου 1968, ο Θ.Κ. απολύεται από τη δουλειά του ως «μη εμπνέων εμπιστοσύνην» κατόπιν κοινοποιήσεως των «υπέρθεν». 

 

 Τα έγγραφα έφτασαν στον Τύπο Ιωαννίνων από άνθρωπο που τα διέσωσε από την… ανακύκλωση. Χρησιμοποιούνται τα αρχικά ονομάτων που περιλαμβάνονται στα έγγραφα.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα