Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 10-01-2021, 12:48
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υπάρχει μια ιστορία για τον όνομα των βρετανών μονομάχων του μεταλλικού ροκενρόλ. Έλεγε κάποτε ο μακαρίτης ο Λέμι, ότι τον πήρε τηλέφωνο ο Ρομπ Χάλφορντ και του ζήτησε να του προτείνει όνομα για τη μπάντα. Εκείνος απάντησε «jesus christ…» και ο άλλος άκουσε «judas priest».

Σχεδόν μια δεκαετία μετά από αυτά τα ανέκδοτα, οι Priest διεκδικούσαν και έπαιρναν τη θέση τους στο πάνθεον του μετά-new wave of british heavy metal, χωρίς να είναι ποτέ κομμάτι αυτού του ρεύματος.

Στις 4 Ιανουαρίου 1984, κυκλοφορούσαν το Defenders of the Faith.

Αν σας αρέσει ο Τύπος, μπορείτε να τον στηρίξετε με μια συνδρομή εδώ:

Ήταν το ένατο άλμπουμ τους και ένα από καλύτερά τους. Λίγο πριν η μπάντα γοητευτεί και αυτή από τους ήχους των synths και ψιλοαπογοητεύσει τους οπαδούς της με το Turbo, το Defenders of the Faith έμοιαζε αρκετά στο στυλ με το Screaming for Vengeance, το προηγούμενό τους και δημιουργούσε μια αίσθηση νέας επικής τριλογίας, όπως αυτή των τελών των ‘70s, όταν η μπάντα κατέληγε στο British Steel.

Οι Priest όμως δεν ήταν μια κοινή μέταλ μπάντα. Με την ίδια ευχέρεια που διασκεύαζαν Fleetwood Mac, Τζόαν Μπαέζ και Spooky Tooth, μπορούσαν να γράφουν σκοτεινές ελεγείες τύπου Sentinel και τερματισμένα σε ταχύτητα κομμάτια όπως το Freewheel Burning. Κάπου ανάμεσά τους, υπήρχαν και οι κίνκι ενοράσεις ενός ενδόμυχου ντίσκο μέλλοντος, με το Love Bites, που όσο και να ξενέρωναν φανερά τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς, κατά βάθος τους συνέπαιρναν.

Οι JP όμως δεν ανακηρύχθηκαν metal gods για πλάκα, αλλά για κομμάτια όπως το Jawbreaker και το Some Heads are Gonna Roll.

Το Defenders of the Faith, εκτός από σημαδιακό για τη μπάντα άλμπουμ, καθότι αποτέλεσε και μεγάλη εμπορική επιτυχία, ήταν και ένα σημείο καμπής, από το οποίο οι Priest επέστρεψαν επιτυχημένα μερικά χρόνια αργότερα, με το συμπαντικών διαστάσεων Painkiller.



 

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα