Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 12-01-2018, 14:34
ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στις 19 Ιανουαρίου και ώρα 19.00, στην αίθουσα Δημ. Χατζής (Παλαιά Σφαγεία), θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Βαγγέλη Τσιρώνη με τίτλο «Αχλύς». Το έργο είναι αφιερωμένο στα παιδιά- θύματα του bulling. Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιώργος Καψάλης και η φιλόλογος του 9ου Λυκείου Ιωαννίνων Νίκη Ζούκη. Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με το κοινό και θα διαβάσει αποσπάσματα του έργου. Η βιβλιοπαρουσίαση θα πλαισιωθεί μουσικά από τον πιανίστα Γιάννη Ντακούμη και τη σοπράνο Μαρία Τσιρώνη. Την όλη εκδήλωση θα συντονίσει η κ. Γιώτα Φλώρου, εκπαιδευτικός.

Σήμερα, ο Τύπος Ιωαννίνων δημοσιεύει, με παραχώρηση του συγγραφέα, ένα μικρό κομμάτι του βιβλίου.


Α. ...Τον μοναχικό Δημήτρη τον είχε προσέξει και ο ματάκιας παππούς. Κάποια από τις πολλές φορές, τον πλησίασε και έπιασε κουβέντα μαζί του. Εκείνη την ημέρα, τα μαθήματα είχαν τελειώσει δυο ώρες νωρίτερα, λόγω μιας τακτικής συνεδρίασης του συλλόγου των καθηγητών, και, αντί να φύγει για το σπίτι και να διαβάσει για τις εξετάσεις, όπως τα άλλα παιδιά, αυτός παρέμενε εκεί. Δεν είχε άλλο καλύτερο να κάνει.

«Ρε παλικάρι», του είπε με τη βραχνή φωνή του και αυστηρό τόνο ο μπαστουνοφόρος υπερήλικας, καθώς τον πλησίασε. «Δε μου λες, τι ρόλο βαράς εσύ, να πούμε; Σε βλέπω συνέχεια εδώ στη γωνιά μόνο σου να κλαις τη μοίρα. Δε βλέπεις μωρέ γύρω σου τι γένεται; Δεν είσαι άντρας εσύ, τι διάολο είσαι;»

«Άσε με ήσυχο!», του απάντησε κοφτά και με βλοσυρό ύφος ο δεκαεφτάχρονος.

«Κοίτα παλικάρι... Πάρα έχεις ησυχία. Δε χρειάζεται και τόση πολλή στην ηλικία σου. Θα σε βλάψει».

«Φύγε από δω, ρε γέρο. Τι θέλεις από μένα;»

«Τι να θέλω εγώ τώρα… Καλά, εσύ δε ζητάς τίποτε από τη ζωή σου;»

«Εσένα να μη σε νοιάζει!»

«Σήκωσε το κεφάλι.» Ο Δημήτρης τον κοίταξε σιωπηλός. «Ψηλά ντε! Τέτοιος λεβέντης και μορφονιός εσύ», συνέχισε ο παππούς με χαμόγελο τώρα και ύφος καλοσυνάτο, «με κατεβασμένο κεφάλι;… Έτσι μπράβο! Πώς σε λένε, παιδί μου;»

«Δημητράκη». Οι όμορφες κουβέντες του παππού τον κάλμαραν, ενώ ο ίδιος είχε ξεχάσει πως ήταν πια μεγάλος…      

«Δε σε λένε Δημητράκη. Δημήτρη σε λένε! Μπέμπης είσαι;»

«Έτσι με λέει ο πατέρας μου και η μάνα μου. Σε πειράζει;»

«Να τους πεις να σε φωνάζουν Δημήτρη. Άκου Δημητράκη! Εσύ είσαι άντρας τώρα. Λοιπόν, άκου Δημήτρη. Εγώ, που με βλέπεις, είμαι εβδομήντα τρία χρονώ και νιώθω είκοσι τρία! Στην ηλικία σου εγώ έστυβα την πέτρα. Δεν υπολόγιζα τίποτε. Ήμουν συνέχεια με παρέες και γλεντούσαμε και γελούσαμε κι ας μην είχαμε να φάμε. Εσύ τι έμεινες με κατεβασμένα τα μάτια και το κεφάλι; Σου πνίγηκαν τα καράβια; Να ξέρεις ότι θα γεράσεις και δε θα το καταλάβεις πότε πέρασε η ζωή. Ξύπνα σου λέω, ξύπνα! Η ζωή είναι όμορφη.»

«Ναι, θέλω να γεράσω! Εμένα κανένας δεν με αγαπάει. Και ο πατέρας μου με δέρνει και ούτε με αφήνει να κάνω φίλους. Και στο σχολείο με κοροϊδεύουν. Κανένας δεν με αγαπάει εμένα. Δεν με νοιάζει και να πεθάνω…»

«Δημήτρη, άσε τις μαλακίες! Είσαι για να ζήσεις και να ζήσεις όμορφα. Δε μου λες, τα βλέπεις εκείνα τα τσουτσουμπίνια;» και του έδειξε προς το κιόσκι. «Εκείνα ξέρουν να ζήσουν ωραία τη ζωή τους και συ, τέτοιο παλικάρι, δε ντρέπεσαι να λες πως θέλεις να γεράσεις και να πεθάνεις;»

«Και τι θέλεις να κάνω, ρε παππού;»

«Τι θέλω να κάνεις; Ρε συ, δέκα γκόμενες θα είχα αν ήμουν σαν εσένα κι όχι μια που έχω τώρα»...

Β... Αλλά και έξω από τα «τείχη», πάλι οι γνώριμες σκηνές: Και εκείνη τη χρονιά πολλοί γονείς και παππούδες των μαθητών, άντρες και γυναίκες, αφού άφησαν κάθε άλλη εργασία ή υποχρέωση, κρατώντας στα χέρια τους μπουκαλάκια μεταλλικού εμφιαλωμένου νερού για να καταλαγιάζουν την αφόρητη ζέστη των ημερών και άλλοι αναβοσβήνοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο για να καλμάρουν τα νεύρα τους, κρεμασμένοι στα κάγκελα και ακριβώς απέναντι από τις αίθουσες των εξετάσεων, βίωναν και αυτοί την αγωνία των παιδιών και των εγγονών τους. Ο καθένας με τον πόνο του:

«Το Μαράκι μου δεν έκλεισε μάτι απόψε από την αγωνία της, πώς να γράψει το καημένο;», έλεγε αναστενάζοντας μια μητέρα.

«Το ίδιο κι ο Γιαννάκης μου, να σκάσω!», έπαιρνε χωρίς χρονοτριβή τη σκυτάλη του προηγούμενου αναστεναγμού η γιαγιά του.

«Αμ εγώ που δεν πρόλαβα να του στύψω ούτε την πορτοκαλάδα, το μανάρι μου!», εξομολογούταν την ενοχή της και τσίμπαγε τα μάγουλα η μαμά του Λάκη.

«Άσ’ τα , άσ’ τα! Εγώ όλη νύχτα κράταγα το βιβλίο και ο Λούλης μου το έλεγε απ’ όξω. Σα να το διάβαζε. Ακούς, όλο το βιβλίο απ’ όξω! Θα ‘χα ζουρλαθεί!», πετάχτηκε από απέναντι αλαφιασμένη μια άλλη μάνα.

...Ήταν και δυο γιαγιάδες, που κάθονταν κάπως απόμακρα απ’ όλους  τους άλλους. Αυτές έρχονταν στο χώρο πιο αργά και, πάντα, βρίσκονταν εκεί όταν μετέφεραν τα γραπτά των υποψηφίων για το βαθμολογικό κέντρο με τη συνοδεία, βέβαια, περιπολικού. Τη στιγμή, λοιπόν, που το αστυνομικό όχημα αναχωρούσε, με τις σειρήνες του εν δράσει, έλεγαν κάποια παράξενα λόγια που τα συνόδευαν με διάφορες κινήσεις του σώματος, ενώ ταυτόχρονα έβγαζαν από το βρακοζώνι τους ένα μαύρο πλαστικό τερατάκι και το σούβλιζαν με μακριές καρφίτσες σε όλο του το σώμα. Ύστερα, το σήκωναν στον αέρα και σχημάτιζαν μ’ αυτό τρεις φορές το σημείο του σταυρού με κατεύθυνση προς το περιπολικό, που εκείνη τη στιγμή περνούσε δίπλα τους. Μόνο στο τέλος ξεκαθάριζαν κάπως τα λόγια τους. «Διωξ’ τα μάγια να γράψει καλά το μαγεμένο μ’.» Έπειτα, αναχωρούσαν κι αυτές για το σπίτι τους. Φαίνονταν ευτυχισμένες.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα