Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 24-05-2020, 17:00
ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΜΠΑΣΚΕΤ

Το Last Dance, το ντοκιμαντέρ δέκα επεισοδίων του ESPN και του Netflix, το οποίο ολοκληρώθηκε προ ημερών, είναι ήδη ένα από τα πιο επιτυχημένα τηλεοπτικά προϊόντα. Γιατί όμως;

Καταρχάς, γιατί μιλάει για τους Chicago Bulls και κυρίως, για τον Μάικλ Τζόρνταν, τον αδιανόητα ικανό αθλητικά και κορυφαίο μπασκετικά άνθρωπο που εμφανίστηκε μέχρι στιγμής στον πλανήτη.

Δεύτερον, γιατί είναι ένα από τα (σχετικά) νέου τύπου ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούν, με τη «μεταχρονολογημένη» χρήση υλικού που τραβήχτηκε επί τόπου και κρατήθηκε για χρόνια, κάπως σαν τις ημερομηνίες ανοίγματος κρατικών αρχείων. Όταν δηλαδή κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν θα πληγεί (οικονομικά ή με άλλο τρόπο) από όσα ειπωθούν και κυρίως, θα αναζοπυρωθεί η εμπορική τους αξία. Τo Last Dance όμως πάει σε άλλο επίπεδο την υπόθεση και χρησιμοποιεί το αρχειακό υλικό που έγινε ειδικά γι αυτό το σκοπό, τριάντα χρόνια πριν. Το αποτέλεσμα αναδεικνύει ότι η ανάμνηση του προσεχούς μέλλοντος θα είναι ακόμα πιο «πιστή» και ίσως λιγότερο «ρετρό» από όσο την είχαμε συνηθίσει, βλέποντας στιγμιότυπα από ιστορικά και μη γεγονότα μέσα από τη διαθλασμένη οπτική που επιβάλλει ο περιορισμός των (τότε) τεχνολογιών.

Τρίτον, γιατί το ΝΒΑ δεν ήταν πάντα αυτό που είναι τώρα, όπως και όλα τα πρωταθλήματα του κόσμου, άλλωστε. Όχι ότι ήταν λιγότερο εμπορικό, κάθε άλλο. Ο Τζόρνταν είναι ο άνθρωπος-μάρκα. Το brand που λάνσαρε τότε η Nike γι αυτόν, στην πορεία έγινε τόσο ισχυρό που αυτονομήθηκε επιχειρηματικά. Τον τρόπο, τον έχει περιγράψει αναλυτικά η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της, No Logo.  Το NBA όμως του τότε, είναι η σημερινή ανάμνηση των ηλικιών μεταξύ 40-50. Των ανθρώπων δηλαδή που στην Ελλάδα έμαθαν και αγάπησαν το μπάσκετ από το Ευρωμπάσκετ του ’87 και έζησαν την ανάδειξη του «ελληνικού μπασκετικού κεφαλαίου» ως ένα από τα σημαντικότερα στον κόσμο. Με τις πολλές κρίσεις και παρακμές του, αλλά και τις πολλές επιτυχίες του, βεβαίως.

Τέταρτον, γιατί είναι vintage. Ενέχει δηλαδή τη νοσταλγία που κάνει όλα προϊόντα, ειδικά τα τηλεοπτικά, ακόμα πιο επιτυχημένα. Η υπενθύμιση του παρελθόντος, ειδικά αν αναφέρεται σε ζωντανές, προσωπικές αναμνήσεις, είναι ακόμα πιο ισχυρό διεγερτικό συναισθημάτων. Αν έχεις δει δηλαδή έστω μια σειρά τελικών από το ιστορικό πρωτάθλημα που πήραν οι Πίστονς ή τα δύο τελευταία τρόπαια των Μπουλς και έχεις μια εικόνα για το τι σήμαιναν όλα αυτά τότε, η επίδραση είναι μεγαλύτερη.

Το Last Dance δεν είναι ακριβώς «αγιογραφία» του Τζόρνταν. Είναι ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, το οποίο αποδεικνύει και κάτι πολύ επικίνδυνο: ότι η μαεστρική χρήση του υλικού μπορεί να αποκρύψει και να βάλει σε δεύτερο, αλλά ισχυρότατο πλάνο, τα αγιογραφικά στοιχεία.

Είναι και κάπως άνισο. Ξεκινάει από το ρόλο που έπαιξε στη δημιουργία, αλλά και την καταστροφή της ομάδας των Μπουλς ο Τζέρι Κράουζε, ο αμφιλεγόμενος γενικός διευθυντής της ομάδας και επιστρέφει πολύ αργότερα στο ίδιο σημείο. Ήδη, υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία για το ρόλο που μπορεί να παίξει ένας «εξωγηπεδικός» στη δημιουργία ενός τόσο ισχυρού αθλητικού συνόλου και ταυτόχρονα, ενός πανίσχυρου εμπορικού brand, την εποχή που δεν υπήρχε καλά-καλά το ίντερνετ ακόμα.

Ωστόσο, η… κολασμένη γοητεία του Last Dance, παρότι όλα όσα αναφέρονται ως κριτική έχουν σταθερότατη βάση, είναι ότι αν ξέρεις δύο δράμια μπάσκετ, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί αυτό που έκαναν οι Μπουλς, όχι απλά χωρίς τον Τζόρνταν (γελάμε…), αλλά χωρίς το σύνολο. Χωρίς την επιμονή σε άχαρους και… αντιτουριστικούς σέντερ στη θέση του χαρισματικού Χόρας Γκραντ, χωρίς την αφομοιωτική δυνατότητα του Φιλ Τζάκσον, που ξαναπήρε μεν (και ξανάχασε) πρωταθλήματα, αλλά έχοντας πια στα χέρια του «μικτές σταρ» στο Λος Άντζελες, χωρίς πολλά-πολλά ακόμα.

Το ντοκιμαντέρ είναι αλήθεια ότι «εξευγενίζει» κάπως τις κοινωνικές διαστάσεις, στα μέτρα ενός «δημοκρατικού αμερικάνικου ονείρου». Ο Τζόρναν ήταν ένας βασικά μονοδιάστατος γόνος μικροαστικής οικογένειας, που έγινε μπασκετικός υπεράνθρωπος και αδιανόητα πλούσιος. Αρνήθηκε να πάρει δημόσια θέση για κοινωνικά ζητήματα, επίμονα, παρότι στη σειρά αφήνεται να εννοηθεί μια αδιόρατη πολιτική του «ταυτότητα». Άλλωστε, ανάμεσα στους ομιλητές είναι ο Μπαράκ Ομπάμα και ένας από τους παραγωγούς είναι ο… ίδιος ο Τζόρνταν. Το τελευταίο μάλιστα προκάλεσε την κριτική του πιο σημαντικού ντοκιμαντερίστα των ΗΠΑ, του Κεν Μπερνς, ο οποίος είπε κάτι λογικό: «Αν επηρεάζεις και το παραμικρό γεγονός την ώρα που φτιάχνεται, σημαίνει ότι κάποιοι παράγοντες που δεν θες σώνει και καλά να συμπεριληφθούν, δεν θα συμπεριληφθούν».

Το Last Dance μιλάει για τους Bulls των δύο τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα. Παράλληλα όμως δείχνει πόσο τρομερή ήταν η ομάδα των Πίστονς, με τον Τόμας, τον Ρόντμαν, τον Μαχόρν και τους υπόλοιπους νταήδες, μιλάει για το πόσο ολοκληρωμένο σύνολο ήταν οι Πέισερς του Μίλερ, πόσο τέλειος ήταν ο Στόκτον στον άσο, αλλά και για το πόσο απλησίαστο παραμένει το μέγεθος των Λέικερς και κυρίως, των Σέλτικς, ακόμα και σήμερα. Εν τέλει, μιλάει για πολλά ξημερώματα με τελικούς ΝΒΑ και καλάθια όπως το τελευταίο του Τζόρνταν, σε μια ιστορία που ενώ μοιάζει παραμύθι, δεν είναι…

 

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
kaissa 2