Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 15-01-2019, 12:34
ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

Ο «Γλάρος» του Αντόν Τσέχωφ είναι εμβληματικό και ιδιαίτερο έργο και ταυτόχρονα, η επιλογή για τη φετινή χειμερινή σεζόν του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων σε συμπαραγωγή με το Θεσσαλικό Θέατρο. Με αυτό το έργο, το ΔΗΠΕΘΙ επιστρέφει στις μεγάλες παραγωγές και παρουσιάζει ένα σχέδιο που ξεκίνησε ένα χρόνο πριν. Ο Τύπος Ιωαννίνων μίλησε με σχεδόν σύσσωμο το θίασο και το σκηνοθέτη Γιάννη Παρασκευόπουλο, σε μια συνέντευξη μεγάλη, γιατί μιλήσαν σχεδόν όλοι και όλες…

 

 

Ποια ήταν η πρώτη επαφή σας με το έργο;

Γιάννης Παρασκευόπουλος (σκηνοθέτης): Ως έργο ή ως προοπτική παράστασης; Τέτοιο καιρό πέρυσι για παράδειγμα, στην πρεμιέρα στην Κοζάνη, ήμασταν με την Ελένη Δημοπούλου και συζητήσαμε και αποφασίσαμε τον «Γλάρο».

Είχα ξανακάνει τον «Γλάρο» πριν από τρία χρόνια στη Ρουμανία, είχα πρόσφατη την εμπειρία και ήθελα να αποφύγω τη βιασύνη. Η διανομή έγινε μέσα σε έξι μήνες, ώστε να βρω τους ηθοποιούς που, μέσα από τις συνθήκες, θα ταιριάξουν και θα μπορέσουμε να δουλέψουμε. Ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή μου που είχα την πολυτέλεια του χρόνου.

Φτάσαμε στο τέλος του καλοκαιριού, οπότε είχαμε καταλήξει ποιοι άνθρωποι θα συνεργαστούμε και ξεκίνησε μια δουλειά εξ αποστάσεως, μέχρι που συναντηθήκαμε όλοι για να ξεκινήσουμε τις πρόβες.

Πώς είναι το συναίσθημα να σε καλεί ένας σκηνοθέτης να παίξεις στον «Γλάρο»;

Γκαλ Ρομπίσα (Τρέμπλιεφ) Θυμάμαι ότι του είπα του Γιάννη «έχω χεστεί από τη χαρά μου αυτή τη στιγμή». Συγγνώμη για την έκφραση, αλλά αυτό ακριβώς ήταν το συναίσθημα.

Γ.Π. Δεν έχουμε πολύ συχνά την ευκαιρία να συναντιόμαστε με ωραία κείμενα και μεγάλα έργα. Υπάρχουν ωραία έργα, σύμφωνοι, αλλά αυτά τα πραγματικά μεγάλα έργα είναι πολυτέλεια και για τους σκηνοθέτες και για τους ηθοποιούς. Όταν συναντιόμαστε με αυτά τα κείμενα, έχουμε μια ευκαιρία να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα. Στα άλλα, τα λίγο πιο αδύναμα, πιο μέτρια κείμενα, πας στην ευκολία αυτού που ξέρεις να κάνεις. Στα μεγάλα κείμενα όμως, αναγκάζεσαι να κάνεις την προσωπική υπέρβαση.

Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Νίνα): Όταν ο Γιάννης μου είπε στο τηλέφωνο να πιούμε έναν καφέ, θεώρησα ότι θα κάναμε έναν απολογισμό της χρονιάς, γιατί είχαμε συνεργαστεί ξανά. Μου πρότεινε να συνεργαστούμε στον «Γλάρο» και σε αυτές τις δύο ώρες του καφέ, δεν του είπα τίποτα. Το βράδυ του απάντησα ότι θέλω πάρα πολύ.  Όταν ήμουν πρώτο έτος στη σχολή, διάβασα το «Γλάρο» και με θυμάμαι να μην μου αρέσει, γιατί δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα. Ήμουν μικρότερη, το διάβασα πολύ βιαστικά, οπότε τρόμαξα όταν μου έγινε η πρόταση. Χρειάστηκε να διαβάσω το κείμενο αρκετές φορές για να καταλάβω τι συμβαίνει.

Ο «Γλάρος» έχει πρωταγωνιστές; Ή είναι συλλογικότερη η πρόσεγγιση;

Γιώτα Φέστα (Αρκάντινα): Θα σου πω κάτι σχετικό με τη χτεσινή (σ.σ.  γενική πρόβα της Κυριακής) παράσταση. Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος έχει κάνει μια παράσταση πρωταγωνιστών, προσώπων δηλαδή που είναι όλοι πάρα πολύ σημαντικά. Οπότε οι ήρωες, κατά μια έννοια, είναι και οι έντεκα επί σκηνής πρωταγωνιστές. Δεν γνωρίζω αν το κάνουν όλοι οι σκηνοθέτες αυτό, καθότι δεν έχω ξαναδουλέψει τον «Γλάρο».  Αλλά αυτό είναι ένα επίτευγμα του Παρασκευόπουλου όμως.

Θανάσης Μιχαηλίδης (Σόριν): Τα κλασικά έργα του θεάτρου έχουν δυστυχώς μια πολύ συγκεκριμένη προσέγγιση. Αυτή τη φορά όμως, δεν είναι το ίδιο και είναι πολύ σημαντικό, είμαι και λίγο πιο μεγάλος, κάνα δυο χρόνια (γέλια…) από τους υπόλοιπους, να φτάνεις σε μια ηλικία οπότε λες «έχω κάνει κάποια πράγματα στο θέατρο, αλλά νιώθω ότι πατάω ξανά καλά στα πόδια μου, θεατρικά». Αυτό οφείλεται στην προσέγγιση του Γιάννη, αλλά και στα υπόλοιπα παιδιά, και συναδελφικά, αλλά και ως φίλοι.

Γιώργος Βεργούλης (Τριγκόριν): Συνεχίζοντας τη σκέψη της Γιώτας, πέρα από την αίσθηση για έργο πρωταγωνιστών, συνόλου, αυτό που έχει κάνει ο Γιάννης είναι ότι προσπαθεί να υλοποιήσει αυτό που ήθελε ο ίδιος ο Τσέχωφ με τα θεατρικά του και ειδικά με τον «Γλάρο». Από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου προσπαθεί να μείνει κοντά στον ιμπρεσιονισμό και όχι στον ρεαλισμό. Το έργο είναι μια κωμωδία με πολύ σαρκασμό και όχι ένα έργο όπου το κοινό θα παραιτηθεί στην αυτολύπηση. Είναι αρκετά κοντά πιστεύω η δουλειά που έχουμε κάνει, με «αρχηγό» τον Γιάννη, σε αυτά που ο ίδιος ο Τσέχωφ ήθελε. Να είναι έργο συνόλου και να φαίνεται αυτό στη σκηνή και να είναι μια κωμωδία με ιμπρεσιονιστικά στοιχεία και ένα σαρκαστικό-ειρωνικό σχόλιο.

Θ.Μ.: Εγώ ξέρεις, έχω την εντύπωση ότι υπάρχει ένας πρωταγωνιστής που «σπάει» σε έντεκα ή έντεκα που τελικά, δημιουργούν έναν.

 

Τι καινούργιο έχουμε τώρα;

Γ.Π.: Δεν πιστεύω ότι είναι τίποτα καινούργιο, απλά αποφασίσαμε να εκτεθεί ο τρόπος με τον οποίο δουλέψαμε στις πρόβες. Στους ηθοποιούς με τους οποίους δουλεύω, προτείνω μια πορεία: Πρώτα μας ενδιαφέρει ο συγγραφέας, μετά το έργο, μετά ο ρόλος. Το σημαντικό λοιπόν είναι ο κόσμος του Τσέχωφ. Είπαμε ότι εκθέτουμε αυτά που ξέρουμε από τη ζωή του, τα μοιραζόμαστε, όχι σαν μάθημα όμως, αλλά σαν μοιρασιά της γνώσης του καθενός και έτσι να προκύψει η αφήγηση και όχι η αναπαράσταση του έργου.

Νομίζω ότι γενικά έχουμε απομακρυνθεί πολύ από το να ακούμε ιστορίες, και επειδή το θέατρο  οφείλει να προτείνει και να μας θυμίζει πράγματα που έχουμε ξεχάσει σε μια εποχή που εύκολα και γρήγορα αποσπάται η προσοχή μας, είπαμε ότι θα ξεκινήσουμε να το αφηγούμαστε και σιγα σιγα θα προχωρήσει η αναπαράσταση. Θέλουμε να υπάρχει ένα δάχτυλο που δείχνει ότι «έτσι έχουν συμβεί τα πράγματα σε αυτούς». Να υπάρχει ένα «μπες-βγες» από το ρόλο. Πιστεύω σε αυτού του είδους το θέατρο. Είναι μια διαφορετική τέχνη από τον κινηματογράφο. Στο θέατρο πρέπει να δείχνουμε τα πράγματα κάπως αλλιώς. Γι αυτό πιστεύω ότι ο Τσέχωφ διαφωνούσε με τη νατουραλιστική προσέγγιση των έργων.

Αυτός ο τρόπος  βοηθάει και τα κωμικά στοιχεία;

Γ.Β.: Αυτό το έργο, όταν ανέβηκε από τον Στανισλάφσκι έγινε μεγάλη επιτυχία, γιατί υπήρχαν και οι νέες μέθοδοι και το κοινό ταυτίστηκε απόλυτα με αυτό που έβλεπε.  Ο Τσέχωφ έλεγε συνεχώς όμως ότι «εγώ δεν έχω γράψει τα έργα για να κλαίνε από κάτω και να λένε πόσο δυστυχισμένοι είμαστε», αλλά για να γελάνε με τον καθρέφτη του εαυτού τους (…) Στις πρόβες συζητούσαμε για το πώς βρίσκαμε χαρακτηριστικά του Τσέχωφ σε όλους τους ήρωες.

Η παραγωγή είναι μια επιστροφή του ΔΗΠΕΘΙ στο «μεγάλο φορμά», πολυμελής θίασος, μεγάλη παραγωγή. Σας έχει δημιουργήσει πρόβλημα το μέγεθος;

Γιάννης Κοντός (Μεντβεντένκο): Δουλεύοντας με αυτό τον τρόπο, προέκυψε ως αυτονόητη η εξάρτηση μεταξύ μας, μεταξύ των ρόλων. Παρότι, επειδή είμαι από τα Γιάννενα, είχα εικόνα του ΔΗΠΕΘΙ και τι συνέβαινε παλιότερα, δεν πιστεύω ότι βρήκαμε τείχος, ότι ήρθε δηλαδή ένας μεγάλος θίασος που πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει και έτσι το θέατρο κ.λπ. Δεν ξέρω πώς θα λειτουργήσει στο κοινό της πόλης, αλλά εμάς δεν μας δυσκόλεψε καθόλου.

Θ.Μ. Το ΔΗΠΕΘΕ πάντως κάνει το αυτονόητο. Έτυχε να είμαι και σε άλλες δύο δουλειές εδώ, δεν είναι ξέρεις το καλύτερο, ούτε για μας τους ηθοποιούς να είμαστε δύο άτομα στη σκηνή, μόνοι. Νομίζω ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα ΔΗΠΕΘΕ γενικώς να μπούνε ξανά στις μεγάλες παραγωγές, με τέτοιους ανθρώπους και όχι μόνο στα Γιάννενα. Υπάρχουν και ΔΗΠΕΘΕ που δουλεύουν εντελώς ερασιτεχνικά…

Έχετε καθόλου το φόβο του «κλασικού έργου» και της αποδοχής από τον κόσμο. Δεν ξέρω πώς να το θέσω ακριβώς…

Ιωάννα Δεμερτζίδου (Μάσα): Να μην αφορά…

Αυτό, ναι, να μην αφορά

Αρτέμης Χαραλαμπίδης (Ντορν): Κλασικό για μένα είναι ένα έργο που μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε εποχή. Το κλασικό είναι έννοια που έχει παρεξηγηθεί. Το σύγχρονο στέκεται, «αφορά» πάντα δηλαδή; Μπορεί να μην έχει αλήθεια, αλλά προβοκατόρικη διάθεση.

Γ.Π. Έχει να κάνει με τον τρόπο που τα διαβάζουμε τα έργα. Θέλω δηλαδή ο καθένας μέσα από τα βιώματά του, να «φωτίσει» το ρόλο που παίζει. Δεν είναι κακό να τα βλέπεις τα κλασικά έργα, «κλασικά» παιγμένα, απλά δεν είμαι από τους σκηνοθέτες που μπορώ να το διαχειριστώ έτσι. Αν το κάνω με αυτή την πεποίθηση, έχω να μοιραστώ πράγματα με το κοινό.

Υπάρχει και κάτι άλλο: Υπάρχει η ψυχή του ανθρώπου που ζητάει πάντα την αλήθεια και αυτό δεν έχει να κάνει με την εντοπιότητα και τις συνήθειες του κοινού της Θεσσαλονίκης, των Ιωαννίνων ή της Αθήνας. Αν καταφέρουμε και μιλήσουμε στην ψυχή των ανθρώπων, τότε νομίζω ότι έχουμε πετύχει.

Ξέρεις τι γίνεται (και έχει σχέση και το αν έχει πρωταγωνιστές το έργο); Σε κάποια φάση με ρώτησε κάποιος για την υπόθεση και λέγοντάς τη, σκέφτηκα «θεε μου, δεν αφορά κανέναν». Είναι ένα παιδί που γράφει ένα έργο, το δείχνει στη μητέρα του και αυτή εμφανίζεται με το γκόμενό της, ο οποίος ερωτεύεται τη γκόμενα του παιδιού. Αν το περιγράψεις έτσι, είναι ένα… μεσημεριανάδικο, έτσι δεν είναι; Στο θέατρο, πρέπει να δώσεις μια άλλη διάσταση.

Γ.Φ. Θα είδες φαντάζομαι τον Λάμπρο, που είναι ο κύριος αφηγητής του έργου, που δεν υπάρχει στο αρχικό κείμενο.  

Ναι, καταρχάς μας το είπε ο Στέλιος …

Στέλιος Νίνης (Σαμράγεφ) : Ε, ναι, αφού ήθελε να κάνει Σαμράγιεφ (γέλια)


Θ.Μ. Να σε ρωτήσω εγώ κάτι: Πιστεύεις δηλαδή ότι τα Γιάννενα έχουν χορτάσει κλασικό θέατρο;

Όχι βέβαια…

Θ.Μ. Εγώ σκέφτομαι, ένα κοινό σε μια πόλη όπως τα Γιάννενα, πόσους «Γλάρους» μπορεί να έχει δει για να μπορέσει να συγκρίνει; Σε ό,τι αφορά τους ηθοποιούς, το «φόβο του κλασικού» δηλαδή, δεν πλησιάζουμε καν αυτή τη λέξη. Δεν θα με ενδιέφερε να παίξω δέκα φορές τον ίδιο «Γλάρο» ή δέκα φορές τον ίδιο Τσέχωφ. Αν δεν αλλάζει το θέατρο, θα έπρεπε να τα είχαμε κάψει όλα τα έργα και να λέγαμε «α, αυτό το κάναμε μια φορά, τέλος». Ο Τρέμπλιεφ λέει στην τελευταία του ατάκα, τα άκουγα χτες στη γενική, γιατί μέσα στον ύπνο μου (σ.σ. ο Θ. Μιχαηλίδης κάνει τον κοιμισμένο στην τελευταία πράξη) ακούω διάφορα (γέλια), ότι «δεν χρειαζόμαστε νέους τρόπους έκφρασης». Είναι η παραίτησή του αυτή.

Λάμπρος Γραμματικός (αφηγητής): Το «κλασικό» ασχολείται με τις πολύ βασικές αξίες και ανησυχίες του ανθρώπου, που δεν αλλάζουν ιδιαίτερα. Τα πράγματα που τον απασχολούν, είναι τα ίδια και τα κλασικά έργα, ασχολούνται με αυτά ακριβώς. Είναι μια επιστροφή στις ρίζες μας δηλαδή.  Εγώ όταν δεν είμαι πολύ καλά φερειπείν, ακούω ηπειρώτικα, γιατί είμαι από εδώ, άλλες φορές μπορεί να μην το κάνω, αλλά αυτά είναι τα έργα που μας συνδέουν με τον εαυτό μας.

Γ.Π. Επιπλέον υπάρχει ένα ακόμα στοιχείο, ότι ο Τρέμπλιεφ είναι ένα παιδί που προσπαθεί να βρει μια διέξοδο, να εκφραστεί. Οι άνθρωποι που ζούνε εκτός κέντρου, όπως στα Γιάννενα, βιώνουν την έννοια της διεξόδου με διαφορετικό τρόπο.

Να κάνω και την ερώτηση του άσχετου, που συνήθως «σπάει τα γραφικόμετρα» σε τέτοιες συζητήσεις: Με τι θέλετε να φύγει από την παράσταση ο κάθε θεατής;

Λ.Ν: Το βασικό είναι να μη φύγει στο διάλειμμα (γέλια). Ο καθένας εισπράττει τα ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται στη ζωή του ή και τη συγκεκριμένη στιγμή, που βλέπει το έργο. Εμείς, με τη δουλειά και τις πρόβες, βρήκαμε κάποια στοιχεία και άξονες, στα οποία θέλουμε να κινηθούμε και να εκθέσουμε. Νομίζω ότι ο καθένας «γράφει» όπως θέλει.

Θ.Φ.: Για μένα είναι σημαντικός και ο λόγος που θα έρθει να δει το έργο. Θα έρθει γιατί θέλει να στηρίξει το θέατρο της πόλης του; Τους φίλους του ενδεχομένως; Το σημαντικό είναι τι θα πει στον άλλο για να τον στείλει στην παράσταση. Έχουμε καταφέρει πιστεύω να δούνε οι θεατές μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, που θα φέρει και άλλους στο θέατρο.

Γ.Π. Σημασία έχει να δεις κάτι που θα σου κινήσει το ενδιαφέρον και θα πυροδοτήσει μια συζήτηση. Είναι πιο σημαντικό νομίζω, από το να «αρέσει» ή «να μην αρέσει».

Δύο σημαντικά στοιχεία του έργου για παράδειγμα, είναι πώς στεκόμαστε ο ένας εμπόδιο στην εξέλιξη του άλλου, αλλά και κάτι βαθύτερο, που έχει να κάνει με τη ντροπή. Αυτή τη ντροπή που νιώθουμε για τους δικούς μας ανθρώπους. Ας πούμε, φέρεται η μάνα με αυτό τον τρόπο και ο αδερφός της ντρέπεται για τον τρόπο με τον οποίο φέρεται στο παιδί της.

Ι.Δ.: Αισθάνομαι (για τους ήρωες) ότι δεν υπάρχει αγάπη και περηφάνεια για τους δικούς τους ανθρώπους. Θεωρώ μεγάλο δώρο τη δυνατότητα να αγαπάς, να παίρνεις αγάπη από τους άλλους και να αισθάνεσαι περήφανος για τους ανθρώπους γύρω σου. Θεωρώ λοιπόν ότι οι χαρακτήρες, δεν το έχουν αυτό στη ζωή τους, είτε γιατί ντρέπονται για τον εαυτό τους ή για τους δικούς τους ανθρώπους. Αυτό νομίζω ότι θα ήθελα να δούνε οι άνθρωποι που θα έρθουν στην παράσταση, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την υπόθεση, αλλά και εμάς τους ίδιους. Να μην αποστασιοποιηθούν δηλαδή και πούνε σε κάποια φάση «τι κάνουν τώρα στη σκηνή», όχι απλά ερμηνευτικά. Να συνειδητοποιήσουν δηλαδή ότι και εμείς, βάζουμε πολλή αγάπη σε αυτό το πράγμα και θέλουμε να μεταδώσουμε κάτι με αγάπη.

Γ.Π: Εν κατακλείδι, είναι ωραίο να βλέπεις ένα «Γλάρο» που τον παίζουν νέα παιδιά, άνθρωποι ζωντανοί, κεφάτοι, ένα έργο μαύρο σε κάποια σημεία, αλλά που το βλέπεις με κατάφαση. Αλήθεια, δεν ξέρω αν ο Γκαλ, η Χρυσή, ο Γιάννης που είναι πιο νέοι θα παίξουν καλύτερα στο μέλλον τους ρόλους. Μπορεί ο Γκαλ σε πέντε χρόνια να παίξει καλύτερα τον Τρέμπλιεφ. Θα έχει χάσει όμως το βασικό στοιχείο που έχει ο Τρέμπλιεφ: την άγνοια της ηλικίας…

Info

Άντον Τσέχωφ, «Ο Γλάρος»

ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων-Θεσσαλικό θέατρο

Σκηνοθεσία: Γιάννης Παρασκευόπουλος

Τους ρόλους της παράστασης κρατούν η Γιώτα Φέστα, ο Θανάσης Μιχαηλίδης, ο Γιώργος Βεργούλης, ο Γκαλ Α. Ρομπίσα, η Χρυσή Μπαχτσεβάνη, ο Στέλιος Νίνης, η Ζωή Ιωαννίδη, ο Αρτέμης Χαραλαμπίδης, η Ιωάννα Δεμερτζίδου, ο Γιάννης Κοντός και ο Λάμπρος Γραμματικός.

Η παράσταση θα ανεβαίνει μέχρι 17 Φεβρουαρίου (μετά θα πάει στη Λάρισα), από Πέμπτη έως Κυριακή.

Το εισιτήριο κοστίζει 10 ευρώ, 7 ευρώ το μειωμένο, και δωρεάν οι άνεργοι.

 Η πρεμιέρα θα γίνει το Σάββατο 19 Ιανουαρίου, στις 21:00

Φωτογραφίες παράστασης: Κατερίνα Κούρου, Αριστούλα Μπέτη, Άγγελος Σακκάς.

 

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
elpe-bp 2 Ντοτη3