Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 26-04-2020, 13:41
ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Του Μιχάλη Σπέγγου

Ο Τηλέμαχος έφτιαξε τη μάσκα του, επαλήθευσε ότι είχε συμπληρώσει σωστά το έγγραφο, Β2, τάχυνε το βήμα του και μπήκε στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του. Ένα ταψί γαλακτομπούρεκο που άρεσε στα παιδιά, σήμερα ήταν μια μεγάλη μέρα, σήμερα ήταν ίσως μια από τις δυο πιο σημαντικές μέρες τις ζωής του. Σήμερα ήταν τα γενέθλιά του, σήμερα ο Τηλέμαχος γινόταν εβδομήντα χρονών. Δεύτερη στάση στο μίνι μάρκετ, έτσι έγραφε από έξω, να πάρει μπύρες, κρασί και τσίπουρο είχε δικό του, εκλεκτό, από τον τόπο του. Ο ιδιοκτήτης τον χαιρέτισε ψυχρά, ο Τηλέμαχος πήρε τις μπύρες και ετοιμάστηκε να πληρώσει.

«Έμαθες», είπε ο ιδιοκτήτης. «Οι Αλβανοί που μένουν στον πρώτο απέναντι, εκεί που μένει η κυρία Ευτέρπη, την ξέρεις την κυρία Ευτέρπη;» Ο Τηλέμαχος έγνεψε καταφατικά, έγνεψε μόνο, δεν του άρεσε η κουβέντα ούτε κι ο συγκεκριμένος άνθρωπος του άρεσε. «Έχουν όλοι τον ιό. Στο νοσοκομείο τους πήγαν, εντατική. Ήρθαν προχτές από εδώ, ούτε μάσκα, ούτε γάντια, ούτε τίποτε. Μπορεί να με κόλλησαν. Γαμώ τη φάρα σας γαμώ… τη φάρα τους εννοώ», διόρθωσε.

«Κρίμα οι άνθρωποι», είπε ο Τηλέμαχος, ενώ περίμενε τα ρέστα, σήμερα ήταν τα γενέθλιά του, σήμερα δεν θα άφηνε τίποτε κακό να χαλάσει τον νου και την καρδιά του.

«Δεν είναι κρίμα, είναι ντροπή. Αυτοί στο νοσοκομείο στην εντατική πιάνουν κρεβάτια Ελλήνων», είπε ο ψιλικατζής ενώ καθυστερούσε τα ρέστα. «Ντροπή σε όλους μας που ψηφίζουμε αυτούς τους πολιτικούς που έχουμε, που έκαναν τη χώρα ξέφραγο αμπέλι, που άφησαν κάθε καρυδιάς καρύδι να μπαίνει και να μας γαμάει όποτε του καπνίσει, να μας παίρνει τις δουλειές, να μας κλέβει, να μας μισεί και να μας βρίζει και όταν βρίσκει τα σκούρα να εκμεταλλεύεται αυτά που χτίσαμε με ιδρώτα. Έχει χυθεί αίμα που να πάρει ο διάολος σε τούτα τα χώματα για να παραμείνουμε Έλληνες, και τώρα μας τους έβαλαν στη χώρα μας από την πίσω πόρτα. Έτσι δεν είναι Τηλέμαχε, αλήθεια «Μέσα» όταν ήσουν πως σε έλεγαν;»

«Τηλέμαχο…»

«Ναι ρε συ το ξέρω. Είσαι Βορειοηπειρώτης εσύ δεν είσαι Αλβανός, ρωτάω γιατί μας μπήκαν κάτι Βαλπόνες και έγιναν Μαρίες και κάτι Εμβέρ που έγιναν Σπύροι και δεν συμμαζεύεται, για αυτό ρωτάω».

«Ναι, Τηλέμαχο…». Αποφάσισε να φύγει τώρα. Στην ευχή τα ρέστα, δεν θα έμπαινε στον κόπο να τα ζητήσει. «Καλησπέρα, τα λέμε», είπε και έκανε να φύγει.

«Που πας;», ρώτησε ο μαγαζάτορας φορώντας το ειρωνικό χαμόγελο του χυδαίου ανθρώπου. «Ρέστα δεν θέλεις;»


*Ο Μιχάλης Σπέγγος είναι συγγραφέας.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
kaissa 2