Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 7-10-2021, 09:29
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ελληνική κοινωνία έχει ένα πολύ σημαντικό μειονέκτημα: αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τις καλές της στιγμές, είτε αυτές είναι η νικηφόρα στάση απέναντι σε έναν κατακτητή, είτε η αδιανόητη ποδοσφαιρική κατάκτηση ενός διεθνούς τροπαίου.

Από το πιο σημαντικό στο πιο ασήμαντο, το ένστικτο επιβίωσης του συστήματος είναι το πιο κοινό και χειριστικό χαρακτηριστικό. Συμφέροντα των λίγων υπέρανω των πολλών, «κανονικότητες» που χωράνε ακόμα και τις χειρότερες αντιλήψεις,

Πριν από ένα χρόνο, η ελληνική δικαιοσύνη πήρε μια συγκλονιστικών διαστάσεων απόφαση: καταδίκασε τους έλληνες νεοναζί σε διοικητικό-πολιτικό επίπεδο, αυτό της Χρυσής Αυγής.

Η απόφαση ήταν μια από τις λίγες τέτοιου επιπέδου που έχει να επιδείξει η ελληνική δικαιοσύνη. Η δίκη των δολοφόνων του Λαμπράκη, η δίκη των πρωταιτίων της χούντας είναι μερικά πρότερα ιστορικά αντίστοιχα παραδείγματα. Ταυτόχρονα, τα αντιπαραδείγματα στα τελευταία χρόνια του Εμφυλίου αλλά και αργότερα, είναι χιλιάδες. Όπως χιλιάδες ήταν και τα μνήματα που άφησαν πίσω τους.

Ακριβώς ένα χρόνο μετά την απόφαση του δικαστηρίου, το ερώτημα «τι κεφαλαιοποιήσαμε» είναι αδήριτο.

Δυστυχώς, η κατάσταση δεν μοιάζει δομικά διαφορετική. Ο φασισμός στην Ελλάδα –ο φιλοσοφικά και επιστημονικά τεκμηριωμένος όρος, όχι η καραμέλα που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν για χαρακτηρισμούς- είναι μια υπαρκτή τάση. Τα γεγονότα στη Σταυρούπολη και στο Νέο Ηράκλειο, αποδεικνύουν ότι οι νεοναζί όχι μόνο υπάρχουν οργανωμένα, αλλά και ότι μια δικαστική απόφαση, όσο σημαντική και ιστορική να είναι, δεν επαρκεί από μόνη της.

Οι φασίστες, παρακρατικοί, νεοναζί στην Ελλάδα υπήρχαν και δρούσαν ανέκαθεν. Είτε ως συνεργάτες των κατακτητών, είτε ως «δεξιά χέρια» κυβερνήσεων όταν έπρεπε να γίνει η «βρώμικη δουλειά». Είτε ως «ανώνυμες» ομάδες στην Φωκίωνος, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, είτε ως κοινοβουλευτικά τάγματα εφόδου, στις αρχές της δεκαετίας του ’10. Ήταν πάντα μια συστημική, όσο και παρακρατική δύναμη, κάτι σαν «ΚΕΠ για δύσκολες διεκπεραιώσεις».

Δεν είναι δυστυχώς κάτι που ήρθε από τον ουρανό. Η πολιτικά γειωμένη ύπαρξη ακόμα και σε κόμματα του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου» και ιδιαίτερα τη ΝΔ φέρνει στην επιφάνεια απόψεις που εκφράζονται λες και βρισκόμαστε στο 1951 και όχι στο 2021. Η σύγκρουση Δένδια-Μπογδάνου ανέδειξε μια ακόμα αντίθεση: η ΝΔ, ένα κόμμα συγκροτημένο πάνω στην αντίληψη της «συστημικής κανονικότητας» όπως την περιέγραψε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρέπει να διαχειριστεί, από τη μια αυτήν ακριβώς την πολιτική παρακαταθήκη που λέει μέσες-άκρες ότι «ο Εμφύλιος ήταν πόλεμος για τη δημοκρατία και τώρα που έχουμε δημοκρατία, το ΚΚΕ, εφόσον είναι ένα εθνικό βασικά κόμμα είναι αναγκαίο στο πολιτικό σύστημα» και από την άλλη, την «αβερωφική κληρονομιά», της οποίας οι εκτελεστές δεν έχουν καμία σχέση με τις πιο συναινετικές στιγμές του μετσοβίτη πολιτικού. Η αμφισβήτηση της πρώτης, θεμελιακής θέσης, απειλεί τη συνοχή του κομματικού χώρου, όπως απειλήθηκε το 2011 και το 2014, όταν από τη μια προσπαθούσε να εκφράσει το αντιμνημονιακό στραστόπεδο, από την άλλη ψήφιζε μνημόνια. Ό,τι και οι διάδοχοί του λίγο αργότερα, δηλαδή.

Η διαγραφή ενός βουλευτή που αναζητάει πολιτικό μέγεθος στην ακροδεξιά, δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι οι ακροδεξιές απόψεις είναι ανεκτές, σε ένα κόμμα που θέλει να λέγεται φιλελεύθερο.

Πάμε πίσω όμως, ένα χρόνο. Η απόφαση του Εφετείου που έγινε δεκτή με πανηγυρισμούς από τους χιλιάδες ανθρώπους που συγκεντρώθηκαν απ’ έξω και με «ντου» από την αστυνομία του απαράδεκτου υπουργού Χρυσοχοΐδη, ο οποίος φρόντισε να φορτίσει συμβολικά τη στιγμή με αυτό τον τρόπο, δεν είναι ούτε το Euro 2004, ούτε ένα απλό ιστορικό σημείο καταγραφής για να επιτρέπεται να χαριστεί, να ξεχαστεί και τελικά, να ακυρωθεί.

Όσο και αν φαίνεται νομικά ακατάληπτο, αυτή η απόφαση είναι στην πραγματικότητα μια «νίκη του λαού». Όχι με τον παραδοσιακά στην Ελλάδα φορτισμένο τρόπο, αλλά με έναν τρόπο που κεφαλαιοποιείται για το μέλλον σε μια εξίσου ιστορική φράση: «Ή με τις μέλισσες ή με τους λύκους». Η επιλογή στάσης που καθορίζει τους ανθρώπους, δεν καθορίζεται πάντα από τις γενικές επικλήσεις σε ομοψυχίες που δεν μπορούν να θεμελιωθούν σε κοινωνίες που παραμένουν άνισες και δεν αντιμετωπίζουν τα αδιέξοδά τους.

 

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
espa