Συντακτης: Γιώργος Πατέλης
Δημοσιευση: 21-07-2017, 10:21
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Την καταρχήν συμφωνία για την παροχή προληπτικής γραμμής χρηματοδότησης ύψους έως και 1,6 δισ. ευρώ με την Ελλάδα ενέκρινε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δίνοντας ταυτόχρονα στη δημοσιότητα και το νέο πρόγραμμα.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδος μέχρι το τέλος του προγράμματος θα χρειαστούν συνολικά 11 δισ. ευρώ.

Το νέο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής έχει εγκριθεί καταρχήν, πράγμα που σημαίνει ότι θα τεθεί σε ισχύ μόνο αφού το Ταμείο λάβει συγκεκριμένες και αξιόπιστες διαβεβαιώσεις από τους ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδας για να εξασφαλίσει τη διατηρησιμότητα του χρέους, και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα ακολουθεί πιστά το οικονομικό πρόγραμμα.

Η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος θα πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο του 2018.


ΜΗ ΒΙΩΣΙΜΟ ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Στην Έκθεση Βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους το ΔΝΤ επιμένει ότι το χρέος της Ελλάδος παραμένει μη βιώσιμο, καθώς το χρέος θα υποχωρήσει στο 150% του ΑΕΠ από 181% που έκλεισε πέρυσι και οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την εξυπηρέτησή του στο 17% του ΑΕΠ ως το 2030, ωστόσο στη συνέχεια θα λάβουν εκρηκτικές διαστάσεις.

Για το λόγο αυτό το ΔΝΤ καλεί τους Ευρωπαίους εταίρους να προχωρήσουν σε πρόσθετες διευθετήσεις (επέκταση περιόδου χάριτος των δανείων, αναβολή καταβολής τόκων), κυρίως αν συνυπολογιστεί ότι ο μακροχρόνιος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα υποχωρήσει στο 1%.


ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Στο σκέλος της δημοσιονομικής πολιτικής το ΔΝΤ επιμένει στη δέσμη μεταρρυθμίσεων στον τομέα του φόρου εισοδήματος και των συνταξιοδοτικών συστημάτων -που αποσκοπούν στη «μείωση των εξαιρετικά γενναιόδωρων φορολογικών απαλλαγών για τις μεσαίες τάξεις και των συνταξιοδοτικών δαπανών», οι οποίες κρίνει ότι είναι υπερβολικά υψηλές – και θα πρέπει εφαρμοστεί μόλις μειωθεί το κενό παραγωγής. 

Επιπροσθέτως όπως αναφέρει τα μέτρα αυτά συμβάλλουν στη στήριξη του φιλόδοξου μεσοπρόθεσμου στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ που συμφωνήθηκε με τους Ευρωπαίους εταίρους για την περίοδο 2019-22.

Μετά το 2022, ο στόχος για πλεόνασμα αναμένεται να μειωθεί -το επίπεδο παραμένει να συμφωνηθεί στο πλαίσιο των συζητήσεων για το χρέος- και ο προκύπτων δημοσιονομικός χώρος να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση του κοινωνικού ασφαλούς δικτύου της Ελλάδας, για την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων.

Μεταρρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα: Η στρατηγική του χρηματοπιστωτικού τομέα επικεντρώνεται στενά στη δημιουργία των συνθηκών αντιμετώπισης των υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων με την ενίσχυση και την εφαρμογή του νομικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση του χρέους. Οι αρχές δεσμεύονται να χαλαρώσουν τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) γρήγορα αλλά με σύνεση, διασφαλίζοντας παράλληλα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις: Εκτός από τη διατήρηση των μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος, το ΔΝΤ υποστηρίζει τη μεταρρύθμιση του πλαισίου ομαδικών απολύσεων και τα βήματα υλοποίησης των τρεχουσών μεταρρυθμίσεων που προωθούν τον ανταγωνισμό και απελευθερώνουν τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, μετά την πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που προαναφέρθηκαν, η παραγωγή αναμένεται να ανακάμψει έντονα μεσοπρόθεσμα. Προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,1% φέτος και 2,6% το επόμενο έτος. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη αναμένεται να συγκλίνει στο δυνητικό σταθερό ποσοστό του 1%, λόγω των συνεπειών των συνεχιζόμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της δημογραφικής γήρανσης.


ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ ΤΟ 2018

Μικρότερο πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό του 2018 προβλέπει η επικεφαλής του ΔΝΤ για την Ελλάδα, Ντέλια Βελκουλέσκου.

Στη διάρκεια τηλεδιάσκεψης τις πρώτες πρωινές ώρες σήμερα, ερωτηθείσα για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2018 «χαμήλωσε τον πήχη» στο 2,2% του ΑΕΠ, όταν ο στόχος του προγράμματος είναι 3,5% του ΑΕΠ, δείχνοντας πως το Ταμείο θεωρεί πως θα υπάρξει απόκλιση.

Για το ζήτημα του χρέους, επενέλαβε ότι παραμένει μη βιώσιμο. Συμπλήρωσε δε ότι μια στρατηγική μείωσης του χρέους που βασίζεται στη διατήρηση πρωτοφανών πρωτογενών πλεονασμάτων ή υψηλών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ για παρατεταμένες χρονικές περιόδους δεν είναι αξιόπιστη, ακόμη και με πλήρη εφαρμογή των προγραμματισμένων πολιτικών.

Η ίδια εκτίμησε πως μια συμφωνία για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα επιτευχθεί σύντομα και πως η πλήρης και έγκαιρη υλοποίηση του προγράμματος αναμένεται να στηρίξει την εμπιστοσύνη και να διευκολύνει την αποκατάσταση της πρόσβασης της χώρας στις αγορές, επιτρέποντας την άρση των capital controls πριν από το τέλος του προγράμματος.

Σε σχέση με την αλλαγή που επέφερε στο «ταβάνι» του χρέους το ΔΝΤ, μεταθέτοντας ως σημείο αναφοράς το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης έναντι του χρέους της γενικής κυβέρνησης, η κ. Βελκουλέσκου ξεκαθάρισε πως αυτό δεν έγινε μονομερώς αλλά σε συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση. «Συμφωνήθηκε με τις ελληνικές αρχές».

Ερωτηθείσα για το εάν η «κατ΄αρχήν» έγκριση θα έχει διορία, δηλαδή αν θα δοθεί προθεσμία στους Ευρωπαίους για να λάβουν τις αποφάσεις μείωσης του χρέους, είπε πως δεν αποφασίσθηκε κάτι τέτοιο, για να αποφευχθούν προσδοκίες που θα προκαλούσαν διαταραχές στις αγορές.


ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΡΕΓΚΛΙΝΚ

Την ικανοποίησή του για την κατ’ αρχήν έγκριση παροχής προληπτικής οικονομικής στήριξης προς την Ελλάδα από το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εκφράζει ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ.

«Είμαι ενθουσιασμένος που το ΔΝΤ ενέκρινε κατ’ αρχήν μια συμφωνία για το προληπτικό πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας», αναφέρει σε δήλωσή του.

Ο κ. Ρέγκλινγκ επισημαίνει ότι, «οι κοινές θέσεις μεταξύ του προγράμματος ΔΝΤ και του ΕΣΜ διασφαλίζουν την πλήρη ευθυγράμμιση με το πακέτο πολιτικής για την Ελλάδα. Αυτό, θα επιτρέψει στην Ελλάδα να ολοκληρώσει με επιτυχία τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται μέχρι το τέλος των προγραμμάτων του ΕΜΣ και του ΔΝΤ, τον Αύγουστο του 2018 για την ανοικοδόμηση μιας ανταγωνιστικής οικονομίας και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης της αγοράς».

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα