Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 7-08-2022, 15:54
ΕΛΛΑΔΑ

Πριν από 50 χρόνια και μια βδομάδα, την 1η Αυγούστου 1972, οι δημοσιογράφοι Καρλ Μίλτον Μπέρνστιν και Ρόμπερτ Άψερ Γούντγουορντ, 28 και 29 ετών τότε, δημοσιεύουν ένα άρθρο στην Washington Post με τίτλο «Bug Suspect got campaign funds».

Είναι το άρθρο που αναφέρει ότι μια επιταγή 25.000 ευρώ κατατέθηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους, στο λογαριασμό ενός από τους πέντε συλληφθέντες της 17ης Ιουνίου στο κτιριακό συγκρότημα στον αριθμό 2600 της ΒΔ Λεωφόρου Βιρτζίνια.

Οι πέντε είχαν συλληφθεί για τη διάρρηξη και απόπειρα παγίδευσης με «κοριούς» υποκλοπής, στο αρχηγείο της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος.

Το σύμπλεγμα κτιρίων όπου συνέβη το περιστατικό, ήταν το Watergate.

 Έτσι κάπως ξεκίνησε η πιο συγκλονιστική δημοσιογραφική έρευνα των τελευταίων 50 ετών, που οδήγησε τελικά στην παραίτηση του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον, πριν από ακριβώς 48 χρόνια:

Στις 8 Αυγούστου 1974 ο φαινομενικά παντοδύναμος Νίξον, ένας από τους πολιτικούς-τοτέμ της Δεξιάς και του αναπτυσσόμενου τότε, νεοφιλελευθερισμού, έλεγε στην τηλεοπτική του δήλωση: «Δεν ήμουν ποτέ ρίψασπις. Το να εγκαταλείψω τη θέση μου πριν λήξει η θητεία μου, είναι απεχθές για κάθε ένστικτο του κορμιού μου. Αλλά ως πρόεδρος, πρέπει να βάλω πρώτα το συμφέρον της Αμερικής... Ως εκ τούτου, θα παραιτηθώ από την προεδρία με ισχύ από αύριο το μεσημέρι».

Φυσικά, οι αναλογίες με το ελληνικό καλοκαίρι του 2022, παρότι παρούσες, είναι πολύ διαφορετικές σε μέγεθος και γεγονότα.

Δεν λείπουν όμως.

Το predatorgate, η υπόθεση παράνομων παρακολουθήσεων από τρίτους με τη φερόμενη εμπλοκή της ελληνικής κυβέρνησης, ξεκίνησε να εκτυλίσσεται από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ.

Η απαρχή έγινε τον Ιανουάριο του 2022, όταν η Ελίζα Τριανταφύλλου υπέγραφε το άρθρο με αφορμή την αποκάλυψη του Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, ότι το predator, ένα λογισμικό παρακολουθήσεων, έχει πελάτες και στην Ελλάδα.

Στις 11 Απριλίου 2022, η Τριανταφύλλου, μαζί με τον Τάσο Τέλλογλου, συνυπογράφουν το ρεπορτάζ που αποκαλύπτει ο Θανάσης Κουκάκης, δημοσιογράφος ο οποίος ερευνούσε υποθέσεις διαφθοράς, είχε πέσει θύμα του predator. Λίγο αργότερα η κυβέρνηση δια του κυβερνητικού εκπροσώπου Γιάννη Οικονόμου, δηλώνει ότι «προφανώς και δεν νοείται σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, σε ένα κράτος Δικαίου οποιοσδήποτε ιδιώτης μπορεί να παρακολουθεί κάποιον άλλον ιδιώτη. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους σωστά, χωρίς συζήτηση».

Παρότι τα δημοσιεύματα συνεχίζονται και η Ελλάδα δέχεται κριτική από το εξωτερικό, για τον χειρισμό της υπόθεσης, η κυβέρνηση δεν δείχνει να ασχολείται ιδιαίτερα. Οι συγκεκριμένες ειδήσεις περνάνε κυρίως από τον ανεξάρτητο ή και τον αντιπολιτευτικό Τύπο και τα μεγάλα ΜΜΕ, κυρίως τα τηλεοπτικά, τις υποβαθμίζουν. Ο κρατικός ειδησεογραφικός φορέας, το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων έχει ελάχιστες αναφορές που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού για την υπόθεση.

Τα δεδομένα της δημοσιογραφικής έρευνας όμως, έδειχναν ότι οι παρακολουθήσεις δεν γίνονταν από ιδιώτες, αλλά υπήρχε κρατική σύνδεση. Οι Reporters United έχουν νέο ρεπορτάζ (Νικόλας Λεοντόπουλος, Θοδωρής Χονδρόγιαννος) στο οποίο αναφέρουν ότι σύμφωνα με κρατικά έγγραφα, τον Κουκάκη παρακολουθούσε η ΕΥΠ.

Υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναλάβει την ΕΥΠ, στη δεύτερη κιόλας διοικητική πράξη της κυβέρνησής του, το 2019.

Και ενώ οι αντιδράσεις είναι χλιαρές, στις 26 Ιουλίου, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης καταθέτει μηνυτήρια αναφορά για απόπειρα παρακολούθησης του τηλεφώνου του, με το predator.

Αυτόματα η υπόθεση αποκτάει πολιτικά χαρακτηριστικά και κορυφώνεται σε κρίση.

Στις 29 Ιουλίου, ο διοικητής της ΕΥΠ Παναγιώτης Κοντολέων, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, φέρεται να παραδέχεται ότι η ΕΥΠ παρακολουθούσε όντως τον Κουκάκη «κατόπιν αιτήματος ξένων υπηρεσιών».

Στις 4 Αυγούστου 2022, οι Reporters United και η ΕΦΣΥΝ δημοσιεύουν ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ενέχονται στη χρήση του (παράνομου στην Ελλάδα) λογισμικού.

Την επόμενη μέρα, Παρασκευή 5 Αυγούστου, παραιτούνται με διαφορά λίγης ώρας ο κ. Κοντολέων και ο γενικός γραμματέας του πρωθυπουργικού γραφείου Γρηγόρης Δημητριάδης. Η επίσημη κυβερνητική εξήγηση είναι ότι ο μεν πρώτος ουσιαστικά απολύθηκε, γιατί «ελέγχεται για λανθασμένους χειρισμούς «που διαπιστώθηκαν στη διαδικασία των νόμιμων επισυνδέσεων», ο δε δεύτερος λόγω «τοξικού περιβάλλοντος». Η κυβέρνηση και τα φίλια μέσα προσπαθούν να διαχωρίσουν τις δύο παραιτήσεις και να προστατεύσουν τον κ. Δημητριάδη, ο οποίος είναι και μέλος της οικογένειας Μητσοτάκη.

Η υπόθεση είναι σοβαρότατη, αλλά και από αυτές τις έρευνες που ξαναγεννούν την εμπιστοσύνη στη δημοσιογραφική ερευνητική δουλειά, ειδικά στην Ελλάδα που, 50 χρόνια μετά το Watergate, η δημοσιογραφία δεν περνάει τις καλύτερες μέρες της.

Τα δε ερωτήματα είναι καίρια: γιατί παρακολουθούνται δημοσιογράφοι και αρχηγοί κομμάτων στην Ελλάδα, σχεδόν μισό αιώνα μετά την τελευταία απολυταρχία που γνώρισε η χώρα;

Και κυρίως, πόση ευθύνη της σοβαρότατης υπόθεσης θα αναλάβει η κυβέρνηση;

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα