Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 12-03-2018, 16:28
ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

Η προσδοκία της οικονομικής ανάπτυξης από τον τουρισμό, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, έχει πλέον καταντήσει σχεδόν μονοθεματική. Κάθε φορέας, αυτοδιοικητικός και μη, δεν θα παραλείψει να αναφερθεί στη στοχοθεσία της «επισκεψιμότητας» και του «αναγνωρίσιμου προορισμού» σε κάθε σχεδόν παρέμβασή του. Τα χρηματοδοτικά προγράμματα είναι μεγάλα, τα πολιτικά παιχνίδια, επίσης.

Πόσο όμως στηρίζει πραγματικά την οικονομία, «μακροσκοπική» και «πραγματική» ο τουρισμός στα Γιάννενα; Τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν ότι συνεισφέρει ελάχιστα και ότι ο δρόμος είναι πολύ μακρύς ακόμα.

Ένα δεδομένο είναι οι οικονομίες των χωρών προέλευσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (Δεκέμβριος 2017), οι κύριες χώρες από τις οποίες έρχονται οι τουρίστες στην Ελλάδα είναι δύο ειδών: Αναπτυγμένες, όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Γαλλία, η Ιταλία και αναπτυσσόμενες, όπως η Βουλγαρία, η πΓΔΜ και η Σερβία. Σύμφωνα με την έρευνα, αυτές οι αγορές εκτιμάται ότι θα έχουν θετική προοπτική, με θετικές μεταβολές του ΑΕΠ και θα στηρίξουν ακόμα περισσότερο τις βόρειες περιοχές της χώρας.

Ένα άλλο, είναι ότι η τουριστική κίνηση όντως έχει αυξηθεί σημαντικά το διάστημα 2013-2017, σύμφωνα με την ICAP. Οι συνολικές αφίξεις  τουριστών από το εξωτερικό έφτασαν τα 26 εκατ. το 2016, όπως αύξηση παρουσίασαν τρεις κατηγορίες ξενοδοχείων την περίοδο 2014-2017 (Πολυτελείας, Α’ και Β’ κατηγορίας).


Με την Ήπειρο όμως τι γίνεται; Οι αριθμοί αποτυπώνουν την υπαρκτή αντίφαση: Το 2016 η Ήπειρος έσπασε το φράγμα του 1 εκατομμυρίου διανυκτερεύσεων, ωστόσο επί του συνόλου της χώρας, αυτές αντιστοιχούν μόνο στο 1,2%. Σε σχέση με το 2015, αυξήθηκαν 6,3%.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ της Ηπείρου είναι μόλις 4%. Προφανώς, υπάρχει εξήγηση για τις αιτίες.

Η Ήπειρος άργησε γενικά να «ενεργοποιήσει» αυτές τις δυνατότητες και τώρα, κάνει τα αυτονόητα υπό πίεση. Δεν έχει κλείσει ακόμα, για παράδειγμα, ένα χρόνο η νέα περίοδος διεθνών πτήσεων στο αεροδρόμιο Ιωαννίνων, ενώ η Ιόνια οδός, ο πιο πρόσφατος οδικός άξονας, είναι… νεαρότατος (και πολύ ακριβός).

Πόσο τουρισμό όμως μπορούμε να αντέξουμε; Ο Τύπος Ιωαννίνων έκανε την ίδια ερώτηση σε δύο ανθρώπους που ασχολούνται με το ζήτημα, στις δύο «άκρες» του, στη θεσμική και την επιχειρηματική:

«Η Ήπειρος συμβάλλει ένα πάρα πολύ μικρό κομμάτι του τουριστικού ΑΕΠ. Πώς μπορεί να αποτελέσει ο τουρισμός οικονομική αιχμή, τη στιγμή που η ανάπτυξή του είναι τόσο χαμηλά στην περιοχή; Είναι θέμα ποσοτικής ή ποιοτικής βελτίωσης;». Ιδού οι απαντήσεις:

Ο  Γιώργος Έξαρχος, γενικός διευθυντής του τουριστικού πρακτορείου Fairways, λέει σχετικά:

«Η Ήπειρος, παρόλες τις σημαντικές βελτιώσεις που έγιναν στην προσβασιμότητα (οδικό δίκτυο, αεροδρόμια), δεν έχει την δυνατότητα να υποδεχτεί μαζικό τουρισμό, λόγω της μορφολογίας που δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μεγάλων μονάδων αλλά και λόγω του κλίματος. Μερική ποσοτική βελτίωση είναι εφικτή, αλλά δεν πρέπει να είναι ο κύριος στόχος. Η ποιοτική βελτίωση όμως, καθώς και ο προσανατολισμός σε ειδικές μορφές τουρισμού πρέπει να αποτελέσουν τους κύριους τομείς που πρέπει να στραφεί ο σχεδιασμός από την πλευρά της πολιτείας αλλά κυρίως από πλευράς ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Μικρές, ιδιαίτερης αισθητικής και υπηρεσιών μονάδες διαμονής και εστίασης που απευθύνονται σε έμπειρους και απαιτητικούς επισκέπτες μπορούν να ανεβάσουν την ποσοτική βελτίωση ως οικονομικό μέγεθος που είναι το ζητούμενο και όχι ως αριθμός τουριστών. Οι ειδικές μορφές τουρισμού, όπως ο συνεδριακός, ο θρησκευτικός, ο εκπαιδευτικός, ο εναλλακτικός, μπορούν να γίνουν επίσης βασική κινητήρια δύναμη στον τουρισμό στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και μάλιστα με ιδιαίτερα μεγεθυμένη χρονική περίοδο».

O αρμόδιος για τον τουρισμό αντιδήμαρχος Ιωαννίνων Νίκος Γκόλας, απαντάει στην ίδια ερώτηση:

«Έχετε δίκιο ότι η ανάπτυξη του τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και όχι μόνο στην πόλη των Ιωαννίνων δε συμβάλλει σήμερα όσο θα θέλαμε στην ενίσχυση του ΑΕΠ. Δεν πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει ότι το παραγωγικό πρότυπο στη χώρα μας, πόσω μάλλον στην περιφέρειά μας, ήταν προσανατολισμένο σε διαφορετική κατεύθυνση και με εντελώς δυσανάλογη κατανομή ανά παραγωγικό κλάδο. Αποδείχτηκε για παράδειγμα, σε εθνικό επίπεδο, ότι στον τριτογενή τομέα τουλάχιστον, είχαμε επενδύσει λανθασμένα σε υπηρεσίες που μπορεί μεν να είχαν πιο άμεσο οικονομικό όφελος, αλλά δε στηρίζονταν σε υγιή βάση. Έτσι, αυτό το παραγωγικό μοντέλο κατέρρευσε.  Κατά τη γνώμη μου, δεν είχαμε υποτιμήσει τις δυνατότητες του τουρισμού. Απλά, η Ήπειρος δεν είχε προλάβει ακόμη να συγκροτήσει μία ολοκληρωμένη ποιοτική υποδομή για την ανάπτυξή του και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να κάνει τα απαιτούμενα άλματα για να αναδείξει το ελκυστικό τουριστικό προϊόν της σε αγορές του εξωτερικού.  Στα χρόνια της σαρωτικής κρίσης, ο τουρισμός επέδρασσε ως σημαντικό οικονομικό ανάχωμα, προστάτεψε μερικώς τα εισοδήματα και κράτησε όρθια την τοπική οικονομία. Αναγκαστήκαμε, εκ των πραγμάτων, να επιταχύνουμε το βηματισμό μας. Τρέξαμε γρήγορα, αποφασιστικά, μιμηθήκαμε τις «καλές πρακτικές», πειραματιστήκαμε όπου χρειάζονταν και, κυρίως, επιδιώξαμε τη μέγιστη ένωση δυνάμεων και τη  συνεργασία. Καλύψαμε το χαμένο έδαφος και νομίζω ότι είμαστε πλέον έτοιμοι για τη μεγάλη ώθηση. Ο τουρισμός αποτελεί πια έναν αναδυόμενο δυναμικό παραγωγικό τομέα στην Ήπειρο, με αδιαμφισβήτητα θετικά αποτελέσματα στο οικονομικό προϊόν της περιοχής μας, τα οποία, πιστεύω, ότι τα επόμενα χρόνια θα αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Το ξέρω ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου, αλλά επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι έχουμε μπει στην περίοδο που μπορούμε να τρυγούμε τους καρπούς των προσπαθειών μας και αυτό, σύντομα, θα αρχίσει να αποτυπώνεται και στους οικονομικούς δείκτες».

Τέλος, ο Στάθης Σιούτης, γενικός γραμματέας της Ένωσης Ξενοδόχων Ιωαννίνων, λέει:

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός  πως η Ήπειρος δεν έχει τον τουρισμό που θα έπρεπε να έχει, δεδομένου του φυσικού της πλούτου αλλά και των επιλογών που δύναται να προσφέρει στον κάθε επισκέπτη. Η συμβολή του τουρισμού στο περιφερειακό ακαθάριστο προϊόν της Ηπείρου φθάνει μόλις στο 4%, ενώ στην Ήπειρο διαχρονικά έχει καταγραφεί η μικρότερη δαπάνη σε αυτόν τον τομέα. Είναι επίσης γνωστό πως πέρα από την τουριστική ανάπτυξη των παράλιων περιοχών της, οι υπόλοιπες περιοχές της περιφέρειας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες. Κι αυτή είναι μια ευθύνη που βαραίνει όλους, τόσο τους επαγγελματίες του τουρισμού όσο και την αυτοδιοίκηση.

Παρά το ότι η Ήπειρος εμφανίζει μεγάλους ρυθμούς τουριστικής ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, είναι αλήθεια πως ακόμα υστερεί σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Αυτό που μόλις προανέφερα, ωστόσο, αποτελεί και το συγκριτικό της πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους προορισμούς, καθώς το αναξιοποίητο και αναλλοίωτο περιβάλλον αποτελεί ένα θεμελιώδες κεφάλαιο προορισμού.

Η βελτίωση μπορεί και πρέπει να είναι τόσο ποιοτική όσο και ποσοτική. Σε επίπεδο υποδομών η περιοχή διαθέτει πολύ καλές μονάδες, κυρίως μικρές. Η υπάρχουσα οικονομική κρίση έχει σαφώς επηρεάσει τον τουριστικό κλάδο ο οποίος για αρκετά χρόνια προωθούνταν με σχεδόν πρωτόγονο τρόπο. Σήμερα η  Ένωση Ξενοδόχων έχει μπει δυναμικά στο κομμάτι αυτό και σε συνεργασία με την Περιφέρεια Ηπείρου,τους Δήμους,το Επιμελητήριο και την Μητρόπολη Ιωαννίνων, προσπαθούμε να καλύψουμε αστοχίες, παραλείψεις και δυστοκίες παρελθόντων ετών. Η αναβάθμιση του αεροδρομίου ήταν το μεγάλο στοίχημα. Ένα στοίχημα που κερδίσαμε, καθώς εκτός του ότι επιλύθηκαν χρόνια προβλήματα που αφορούσαν στη λειτουργία του, καταφέραμε και τη διασύνδεσή του με την Κύπρο,το Ισραήλ, την Στοκχόλμη και την  Κοπεγχάγη. Υπενθυμίζω πως λίγο καιρό πριν, ακόμα και η εξεύρεση λύσης στο θέμα των καυσίμων φάνταζε ουτοπική.

Το στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί δεν αφορά μόνο στην αύξηση του αριθμού των επισκεπτών στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου, αλλά και η ποιοτική αύξηση των διανυκτερεύσεων. Δεν αφορά μόνο τον εσωτερικό τουρισμό, αλλά και αυτόν του εξωτερικού που μπορεί αισθητά να βελτιώσει την τουριστική μας εικόνα.Η στροφή στις εναλλακτικές μορφές τουρισμού είναι και θα πρέπει να είναι υψηλά στην ατζέντα μας, αφού η περιοχή μας μπορεί να φιλοξενήσει σχεδόν όλες τις μορφές εναλλακτικού  τουρισμού.

Είμαι ένθερμος υποστηρικτής της άποψης πως για να προοδεύσει ένας τόπος, δεν αρκεί ο ενθουσιασμός, το όραμα και φυσικά η αγάπη γι αυτόν. Απαιτούνται μεθοδευμένες και συντονισμένες ενέργειες, οι οποίες και μπορούν να ευοδωθούν μόνο μέσα από τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων μερών και φορέων.Δεν φθάνει να λέμε ότι θέλουμε να προωθήσουμε το τουριστικό μας προϊόν. Χρειάζεται να γνωρίζουμε το πώς, σε ποιον,  το πότε και το γιατί. Φυσικά,δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν έρχεται από μόνη της. Απαιτεί επενδύσεις σε έργα και εγκαταστάσεις καθώς και εκπαίδευση των στελεχών με σκοπό την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Είμαι πεπεισμένος ότι οι προσπάθειες που γίνονται τελευταία με βάση τον στρατηγικό σχεδιασμό που έχουμε συντάξει, σύντομα θα επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Το ερώτημα όμως παραμένει: Μπορεί ο τουρισμός να αποτελέσει βασικό μοχλό ανάπτυξης στην Ήπειρο; Ακόμα και η στοχευμένη, συστηματική προσέλκυση επισκεπτών, είτε με τη βελτίωση των μέσων, είτε με την καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών, θα δημιουργήσει τους όρους επένδυσης στον κλάδο για να αυξηθούν και οι δυνατότητες; Θα είναι ισορροπημένη η ανάπτυξη ή θα γίνει σε βάρος άλλων παραγόντων, όπως οι εργασιακές συνθήκες και το περιβάλλον; Τα επόμενα χρόνια, θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμα…

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα