Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 12-05-2017, 10:31

Ο Γιώργος Μαυρογιώργος, πανεπιστημιακός, γράφει για το βιβλίο "Για το σχολείο" του Σταύρου Ζουμπουλάκη


Πρόσφατα στην πόλη μας, σε μια αίθουσα γεμάτη από «προσκυνητές» συγκεκριμένου τύπου γραφής, παρουσιάστηκε ένα ακόμη βιβλίο του Στ. Ζουμπουλάκη, με τίτλο «Για το Σχολείο» (Εκδόσεις Πόλις, 2017). Το παρουσίασε μια επίλεκτη ομάδα «εισηγητών». Στην ιστοσελίδα που φιλοξενείται το κείμενο αυτό είχε αναρτηθεί μια, όντως, ευρηματική παρουσίαση της «παρουσίασης», με τίτλο: «Μια όχι μόνο ακαδημαϊκή παρουσίαση βιβλίου»  (υπάρχουν και άλλες σχετικές αναρτήσεις στο f/b). Το αγόρασα από «βιβλιοφιλική» διαστροφή και περιέργεια. Ο πολυγραφότατος συγγραφέας μου υποσχόταν «θησαυρούς». Θα τους έχανα, αν δεν τους μελετούσα. Έχασα που έχασα, με την επιλογή μου να μη παρακολουθήσω την εκδήλωση.

Είχα διαβάσει, πριν από την παρουσίαση, ένα από τα κείμενα του βιβλίου, με τίτλο «Αξιολόγηση, Επειγόντως» (Καθημερινή, 7.10.2012). Ένα θέμα ιδιότυπου «εκπαιδευτικού ανταρτοπολέμου» που το παρακολουθώ και το μελετώ από το 1982 μέχρι σήμερα. Έμεινα έκπληκτος από τον δογματισμό και την αυθαιρεσία των υπεραπλουστευτικών συντηρητικών ισχυρισμών. Ήταν ένα κείμενο από αυτά που τα χαρακτηρίζω «τοξικά» για τον αναγνώστη. Έτσι, αποφάσισα να μην αγοράσω το βιβλίο, σε μια εποχή που οι συνταξιούχοι δυσκολεύονται να κάνουν ένα βιβλίο δώρο στον εαυτό τους. Τελικά, σήμερα, εκεί που το περιεργαζόμουνα στο βιβλιοπωλείο «Αναγνώστης», δεν άντεξα στον πειρασμό. Κατέβαλα το σχετικό αντίτιμο των 8.40 ευρώ και το έκανα δικό μου. Έχω ένα ακόμη βιβλίο στο σπίτι, δώρο στον εαυτό μου! Πρόλαβα και διάβασα το δισέλιδο «Προλόγισμα» και τα «Ελάχιστα Προκαταρκτικά» που ακολουθούν στη συνέχεια. Δεν ξέρω εάν θα συνεχίσω το διάβασμα. Αλλά, σα να νιώθω πως βιάζομαι να σας διηγηθώ την υποδοχή που μου επιφύλασσε ο συγγραφέας ως αναγνώστη, στις μόλις δυο σελίδες του «σαλονιού» του (Το Προλόγισμα), με τις εξαγγελίες του, τις προθέσεις του και τις βεβαιότητές του. Πιο σύντομο δε θα μπορούσε να είναι!

Σκέφτηκα να παραθέσω αποσπάσματα απ το δισέλιδο «Προλόγισμα» που διάβασα και στη συνέχεια να κάνω τον «αντίλογό», μπας και προστατευθώ από την τοξικότητα των ισχυρισμών και των απίστευτων «παιγνίων» του  λόγου. Η υπόθεση εργασίας που κάνω είναι ότι και τα άλλα κείμενα που «θησαυρίζονται» στο βιβλίο είναι αυτού του τύπου γραφής. Κι αν αυτό συμβαίνει, ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθεί τον «ενταφιασμό» της κριτικής σκέψης.

Η υποδοχή: όπως τη διαβάζω στον πρόλογο

«Αφιέρωσα στη Μέση Εκπαίδευση κάμποσα χρόνια από αυτά που οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε τα καλύτερά τους. Εργάστηκα ως φιλόλογος… σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας, για δεκαπέντε χρόνια… ως τον Ιούνιο του 1998. Το σχολείο ήταν για μένα Κήπος, Παράδεισος. Δεν υπήρξε μέρα που να μη δυσανασχετήσω ή να γογγύσω. Δεν σκέφτηκα, εννοείται, ποτέ να το αφήσω και, αν δεν μου γινόταν η πρόταση να αναλάβω τη Νέα Εστία, δεν θα το άφηνα ποτέ.

Έφυγα από το σχολείο, μα η σκέψη μου δεν έφυγε ποτέ από αυτό. Άλλωστε, όλα τα κείμενα που θησαυρίζονται εδώ… έχουν γραφεί αφότου έπαψα να διδάσκω(…) Το σχολείο για το οποίο γίνεται λόγος είναι το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Αυτό ξέρω, για αυτό μόνο μπορώ να μιλήσω(…) Και απορώ πραγματικά πώς διάφοροι άσχετοι, για τους οποίους το σχολείο αποτελεί απλώς μακρινή ανάμνηση των εφηβικών τους χρόνων, μετέχουν… σε επίσημες επιτροπές για την παιδεία, και προτείνουν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Προτείνουν δηλαδή να αλλάξει αυτό το οποίο δεν γνωρίζουν» (σσ 9-10)

Αντίλογος: Το σχολείο ως «παίγνιο λόγου»

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που βρίσκουν τρόπους και περιφέρονται από πόλη σε πόλη, και από στέκι σε στέκι. Ένα από αυτά είναι και το συγκεκριμένο. Με τις πρακτικές των «τελάληδων» αυτά τα βιβλία προωθούνται, μαζί τους και οι ιδέες τους. Τα «θησαυρισμένα» κείμενα αυτού του είδους, βέβαια, όταν στήνονται επεξεργασμένοι μηχανισμοί στην αγορά, είναι και θησαυρός.

Ο συγγραφέας του βιβλίου ισχυρίζεται με κατηγορηματικό τρόπο πως θα μιλήσει για το σχολείο που ξέρει, το «Γυμνάσιο και το Λύκειο». Το ξέρει γιατί «αφιέρωσε»/ «εργάστηκε» μόλις 15 χρόνια απ τη ζωή του. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει ιδέα από το ελληνικό δημόσιο Γυμνάσιο και Λύκειο, μια και δούλεψε σε γνωστά ιδιωτικά σχολεία, στα οποία έζησε λες και ήταν σε «Κήπο» ή σε «Παράδεισο». Θα ήταν συνεπής εάν ισχυριζόταν ότι θα μιλήσει για το ιδιωτικό σχολείο. Επιλέγει, ωστόσο, ως τίτλο « Για το Σχολείο». Για να το βλέπει ως «παράδεισο» αποκλείεται να γνωρίζει το ιδιωτικό σχολείο, όντας, μάλιστα, αφιερωμένος σε αυτό. Μεγάλη κουβέντα σηκώνει το «Αφιέρωμα» σε ιδιωτικό σχολείο! Το να ισχυρίζεσαι ότι είσαι δάσκαλος σε ιδιωτικό σχολείο, «Κήπο και Παράδεισο», να εργάζεσαι «αγόγγυστα», δίχως μέρα «δυσανασχέτησης», μοιάζει με μεταφυσική σύλληψη ή με κατάσταση μέθης, μετά από λήψη παραισθησιογόνων ουσιών! Ούτε έχει, βέβαια, ιδέα για το σημερινό δημόσιο σχολείο της οδύνης των μνημονίων, κι ας κυκλοφορεί το βιβλίο, το 2017, μια εποχή που στο ελληνικό σχολείο διδάσκουν «νομάδες» χρεωμένοι δάσκαλοι σε χρεωμένους μαθητές χρεωμένων γονέων (συγχωρέστε μου την επανάληψη).

Παρά το γεγονός ότι απουσιάζει από την εκπαίδευση 19 ολόκληρα χρόνια, αυτό δεν τον εμποδίζει να «απορεί» που «διάφοροι άσχετοι»( ο ίδιος εξαιρεί τον εαυτό του από τους άσχετους), συμμετέχουν σε επιτροπές παιδείας με τις «αναμνήσεις των εφηβικών του χρόνων» και διεκδικούν να διατυπώνουν προτάσεις για κάτι «το οποίο δεν ξέρουν».

«Εννοείται» πως δεν είχε διανοηθεί να φύγει απ τον «Παράδεισο» των ιδιωτικών. Δεν θα τον άφηνε ποτέ! Είναι, όντως, αυτοκαταστροφικό να επιλέγεις να εγκαταλείπεις τον παράδεισο. Μοιάζει με «απιστία» και «προδοσία»! Αλλά, να που, του προέκυψε «να αναλάβει τη Νέα Εστία». Τσιμουδιά για το «νέο Παράδεισο» ή για τη νοσταλγία για τον «παλαιό»! Δεκαπέντε χρόνια στο σχολείο δεν έγραφε για το ιδιωτικό σχολείο! Δε μας εξηγεί γιατί. Τότε δίδασκε! Φαίνεται, μάλλον, πως κρατούσε σημειώσεις. Πήγε διακοπές 19 χρόνια, εκτός σχολείου, και βρήκε χρόνο να σκύψει στις μετα-εφηβικές αναμνήσεις του. Σα να μας λέει πως έχει διαγράψει τις αναμνήσεις του από την εποχή των μαθητικών του χρόνων. Όπως λέει «Τους μαθητές δεν τους αγαπάμε, τους διδάσκουμε», την ίδια στιγμή που ισχυρίζεται ότι τα κείμενά του είναι «κείμενα αγάπης και ένθερμης υπεράσπισης του σχολείου». Αγαπάει το σχολείο (θεσμό ή μηχανισμό), χωρίς τους μαθητές! Άντε τώρα να συμφιλιωθείς με τους ισχυρισμούς περί αγάπης, διδασκαλίας, μαθητών,κήπου, παραδείσου, των άσχετων κ.α.. Όταν έγραφε τον πρόλογο(2016-17), δεν είχε διανοηθεί, κατά πως φαίνεται, πως πέρα από τους «άσχετους» των επιτροπών, προφανώς, θα χρειαζόταν «άσχετους», κατά τόπους, παρουσιαστές του βιβλίου του για να μπορούν να είναι και «ευαγγελιστές» του.

Το σχολείο είναι οικείο και προσφιλές θέμα συζήτησης

Ο συγγραφέας δε γνωρίζει το σχολείο, κι όμως γράφει. Το πάθος της γραφής δεν προϋποθέτει γνώση. Αυτά παθαίνει το σχολείο όταν καλλιεργεί σε ορισμένους το πάθος της γραφής για την αγορά. Διαβάζω πως «Ίσως το πάθος της γραφής να απορρέει ενίοτε από την αδυναμία να μιλήσεις, και ακόμη, να σκεφτείς» (Jean-Bertrand Pontalis). Ίσως, το να γράφει κανείς πολλά βιβλία και με πάθος να είναι μια «απόπειρα αθανασίας», μόνο που αυτή δεν είναι παρά «ένα φτωχό υποκατάστατό της» (Todd May).Το  ερώτημα είναι τι κάνει ορισμένους ώστε να γράφουν και για πράγματα που δεν ξέρουν. Έχουμε πολλούς παιδαγωγούντες γλωσσολόγους, ιστορικούς, μηχανικούς, φιλολόγους, κ.α. που γράφουν για το σχολείο. Διαβάζω πως το Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων απένειμε στον συγγραφέα τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορος, το 2015. Δύο χρόνια πριν από την έκδοση του βιβλίου! Δεν έχω υπόψη μου το σκεπτικό. Μάλλον, η εκ των υστέρων συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου είναι μια έμπνευση και επινόηση «κατόπιν εορτής» που έρχεται να προσδώσει κύρος στον τίτλο που είχε απονεμηθεί ετεροχρονισμένα. Οι τελετές απονομής του τίτλου του επίτιμου διδάκτορα είναι κι αυτές μέρος δημοσίων σχέσεων.

Η συζήτηση για την εκπαίδευση είναι πολύ προσφιλές θέμα. Όπως έχω ισχυριστεί, «Θα υποστηρίζαμε πως η εκπαίδευση, ως αντικείμενο συζήτησης, προσφέρεται για μια εκδοχή άτυπου « διαρκούς συμμετοχικού διαλόγου». Όλοι και όλες μας έχουμε, λίγο πολύ, προσωπικές εμπειρίες εκπαίδευσης, από τη φοίτησή μας στις διάφορες βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι αυτές που μας συνοδεύουν, συχνά ασυνείδητα, και εισβάλλουν στις συζητήσεις που κάνουμε, κάθε τόσο, στην τρέχουσα εκπαιδευτική επικαιρότητα. Όσο περισσότερο ανεβαίνει η ένταση των συζητήσεων άλλο τόσο ανοίγει ο χορός της ασάφειας και της σύγχυσης. Γενικώς, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η μορφή και το περιεχόμενο των συζητήσεων που έχουν γίνει, η διάρκειά τους, οι αντιφάσεις, οι συγχύσεις, οι ασάφειες, οι ανακολουθίες, οι αβασάνιστες και αυτονόητες παραδοχές, οι ευφημισμοί, οι αφορισμοί και οι εύκολες λύσεις έχουν προκαλέσει ένα είδος πολιτικο-ιδεολογικής σύγχυσης. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις συζητήσεις έχουν εκτεθεί, ουσιαστικά, σε μια δοκιμασία ιδεολογικής ρύπανσης. Έτσι, κάπως, συγκροτείται και εμπεδώνεται η κυρίαρχη ιδεολογία»

Όπως, εξάλλου, έχει υποστηριχθεί χαρακτηριστικά, από άλλους «Όλοι γνωρίζουμε ότι το σχολείο υπάρχει και όλοι πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι είναι σχολείο, επειδή κάποτε το ζήσαμε ή επειδή το ζούμε ακόμα. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Αντικείμενο μιας υπαρξιακής εμπειρίας γλυκιάς ή οδυνηρής αλλά ποτέ ουδέτερης, παθιασμένο διακύβευμα πολιτικών και κοινωνικών επιλογών, αντικείμενο βαθιάς δυσφορίας για τους εκπαιδευτικούς, το καθαυτό κοινωνιολογικό δημιούργημα του ‘αντικειμένου- σχολείο’ παραμένει δυσνόητο, παρά την ποσότητα και την ποιότητα των υπαρχουσών μελετών» (De Queiroz, J.-M.,»Το Σχολείο και οι Κοινωνιολογίες του», Gutenberg, Αθήνα,2000:23).

Ο συγγραφέας, πάντως, με παρέσυρε και κρατώ μπροστά μου ένα βιβλίο για το σχολείο. Διάβασα μόλις τρία κείμενα. Είμαι περίεργος αν θα συνεχίσω ως αναγνώστης να κάνω ένα ανηδονικό διάλογο, σαν κι αυτόν μαζί του…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ για τη γραφή(3): Αφιερωμένο στους απανταχού της χώρας μεταπτυχιακούς φοιτητές/τριες σε προγράμματα και σεμινάρια  «δημιουργικής γραφής»

Ο Μπίρκερτς για τη γραφή:

Σε προηγούμενες αναρτήσεις μου για την ανάγνωση, είχα υποσχεθεί πως θα επανέλθω στον Μπίρκερτς, για μια αυτοβιογραφική αναφορά στις σχέσεις του με τη γραφή. Έχω την αίσθηση πως οι προσωπικές εμπειρίες  στρατευμένων αναγνωστών και συγγραφέων μπορεί να μας δώσουν την ευκαιρία να επεξεργαστούμε για μια ακόμη φορά τους κρυφούς ψυχαναγκασμούς  που κάνουν τη σχέση μας με την ανάγνωση και τη γραφή μηχανική, φοβική κι ανηδονική, ακόμα κι όταν έχουμε τη λαχτάρα και την αγωνία της «πρώτης ανάγνωσης» των παιδιών ή των εγγονών μας.

Ο Μπίρκερτς διηγείται πως δυσκολεύεται να ανιχνεύσει τη σχέση της βιβλιομανίας και της βιβλιοφιλίας του με τη (συγ-)γραφή: «Οι ρίζες απλώνονται βαθιά στην παιδική ηλικία. Είναι βέβαιο ότι η επιθυμία και η ικανότητα να γράψεις είναι στενά συνδεδεμένες με την αγάπη για τις λέξεις. Αγάπη;…Η παρόρμηση να γράψω εκδηλώθηκε σταδιακά.Ενδιαφερόμουν πραγματικά για το γράψιμο των εργασιών ή των εκθέσεων, αλλά φυσικά το απέκρυπτα..Όπως κι όλοι οι άλλοι, μουρμούριζα κάθε φορά που μας έβαζαν κάποια καινούρια εργασία. Πίσω όμως από το προσωπείο ήμουν ευχαριστημένος. Μου άρεσε ο γραφικός μου χαρακτήρας και μου άρεσε ακόμα και η αντιγραφή. Ήμουν μανιακός με όλη τη σημασία της λέξης. Εκτιμούσα τα καθαρογραμμένα κείμενα κι όταν κάποια χειρόγραφη σελίδα δεν ήταν καλή, την έσκιζα και ξανάρχιζα από την αρχή…

Το πιο δημιουργικό είδος γραφής απέκτησε μέσα μου σοβαρές διαστάσεις όταν πήγα στο γυμνάσιο. Ανταποκρινόμενος σε μια σχολική εργασία-«περιγράψτε κάποιον που γνωρίζετε»… Η δασκάλα μου υπέβαλε το πορτρέτο που έγραψα σε έναν διαγωνισμό εκθέσεων παιδιών απ όλη την πόλη και κάποια μέρα με αιφνιδίασε ανακοιώνοντας μπροστά σε όλη την τάξη ότι είχα κερδίσει το χρυσό κλειδί. Τελικά, δε χρειάζεται παρά μια αμυδρή ενθάρρυνση. Από κείνη η μέρα και μετά θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα». Από τότε μέχρι σήμερα άλλαξε πολλές φορές την άποψή του γιατί είναι «συγγραφέας»… Αντιλαμβάνεται, πάντως, ότι «οι αναμνήσεις του για την ανάγνωση και τη γραφή κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε μια πλήρη αυτοβιογραφία». Για άλλους ήταν τα ναρκωτικά. Για κείνον «ναρκωτικά» ήταν τα βιβλία( βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία).  Τα βιβλία ως «εμμονή». Ακόμα και όταν χρειάστηκε να δουλεύει, σε βιβλιοπωλεία κατέληγε. Όταν τέλειωσε το πανεπιστήμιο, έκανε και ταξίδια ψάχνοντας για έμπνευση. Σε ένα από αυτά, όπως γράφει, «Εκείνη την άνοιξη, ερχόμουν αντιμέτωπος με τη λευκή σελίδα-τη λάμψη της, το βάθος της , τη σαδιστική ακινησία της… Έζησα στο Μέιν για δυο χρόνια και όταν τελικά επέστρεψα-άφραγκος και πληγωμένος συναισθηματικά-έφερα μαζί μου και όλα τα γραπτά που όλα μαζί έφτιαχναν ένα τετράδιο. Για να δώσω στον εαυτό μου την ψευδαίσθηση ότι κάτι είχα καταφέρει, έφτιαξα δυο μικρά  βιβλιαράκια…Το άλλο βρίσκεται σε μια βαλίτσα στη  σοφίτα μου. Το όνειρο της συγγραφής ξεφούσκωνε, ειν αλήθεια, αλλά η ανάγνωση έγινε αποκαλυπτική…Κατάφερα να αφοσιωθώ σε αυτό που θεωρώ διεισδυτική ανάγνωση…».

Μετά από καιρό, πάλι σε ταξίδι στη Βοστώνη, όπου μπήκε σε  σκληρό πρόγραμμα συγγραφής: «Καθόμουν τις περισσότερες ώρες της ημέρας επί έξι ημέρες την εβδομάδα για όλο σχεδόν το χειμώνα και διέκοπτα για καφέ ή σάντουιτς

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα