Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 22-11-2020, 18:06
ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Του Πέρου Μπέχλη*

Τον τελευταίο καιρό συνηθίζω να περιπλανιέμαι στα σοκάκια της πόλης. Προτιμώ κυρίως αυτά που απέμειναν ακόμη σοκάκια, τα αδιαμόρφωτα, αυτά όπου το λαϊκό ένστικτο και η έμφυτη ευαισθησία δεν έχουν παραγκωνιστεί από τις επιστημονικές επιτηδευμένες και απρόσωπες διαμορφώσεις.

Ψάχνω τη φυσιογνωμία αυτής της πόλης στα αποτυπώματα του χρόνου πάνω στις όψεις των κτηρίων, εκεί που τα επάλληλα στρώματα χρώματος έχουν δημιουργήσει μία ιδιόμορφη επιδερμίδα, ένα παλίμψηστο.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν νοικοκυρές που συνεχίζουν και σήμερα την παλιά αυτή συνήθεια, την ανανέωση (ξαναχρωμάτισμα) δηλαδή των όψεων των τοίχων των σπιτιών τους. Η βούρτσα ή το πινέλο στο χέρι τους δεν κατείχε από απαγορεύσεις και όρια. Πολλές φορές το υλικό απλωνόταν και έξω από τις ήδη βαμμένες επιφάνειες -κάθε φορά και λίγο περισσότερο-, έφευγε από τα όρια του τοίχου, έφτανε στο δρόμο, στα σκαλιά, στους τενεκέδες με τα λουλούδια, στα πεζούλια της εξώπορτας, τόνιζε τους αρμούς από το πλακόστρωτο, τα ανανέωνε, το κτίσμα αποκτούσε συνέχεια με το έδαφος, οι όγκοι στο παιχνίδισμα με το φως έδιναν στο χώρο μία άλλη διάσταση. Το χρώμα κυρίως σαν υλικό αλλά και σαν απόχρωση αποτελούσε κομμάτι του ίδιου του κτηρίου.

Ο ασβέστης, βασικό «εργαλείο» σε αυτή τη διαδικασία, από τη φύση του είναι ένα υλικό που προσδίδει λάμψη στο χρώμα, «κρυστάλλινη φωτεινότητα» τη χαρακτήριζε ο λογοτέχνης και ζωγράφος Φώτης Κόντογλου. Στο πέρασμά του διατηρεί διαφάνεια και αναδεικνύει τους όγκους χωρίς να καλύπτει την επιφάνεια του τοίχου ομοιόμορφα. Αντανακλά το φως και τη θερμότητα του ήλιου που τόσο ανάγκη έχουν στα στενά σοκάκια οι άνθρωποι που ζουν σε αυτά. Η χρωματική παλέτα αποτελείται από λίγες καθαρές φυσικές χρωστικές όπως η ζεστή και φωτεινή ώχρα, το χοντροκόκκινο, ρόσο της Βερόνας, και το λουλάκι.



Αυτά και μερικά ακόμη ήταν τοποθετημένα σε ειδική θέση κάποτε μέσα σε ξύλινα κουτιά στο μπακάλικο της γειτονιάς. Από εκεί ψώνιζαν οι γυναίκες για να δώσουν χρώμα στον ασβέστη όταν δεν τον χρησιμοποιούσαν με το λευκό του χρώμα. Το βάψιμο, «φρεσκάρισμα» θα λέγαμε, του σπιτιού γινόταν τις παραμονές ονομαστικών γιορτών που συνδεόταν με την οικογένεια ή των μεγάλων γιορτών. Ήταν μια δουλειά που είχε καταγραφεί σαν παράδοση στη ζωή των ανθρώπων της γειτονιάς, τότε που οι άνθρωποι φρόντιζαν μόνοι τους για τον ευπρεπισμό του σπιτιού τους παρά τις όποιες δυσκολίες και την ανέχεια που αντιμετώπιζαν.

Η όλη διαδικασία της προετοιμασίας, αν και επίπονη, δημιουργούσε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα η οποία συνδύαζε την ανανέωση με μια μορφή κάθαρσης για το γιορτινό γεγονός που περίμεναν. Ήταν από την άλλη και μία αναγκαιότητα που την επέβαλαν έμμεσα λόγοι υγιεινής και καθαριότητας γιατί ήταν γνωστές οι ευεργετικές ιδιότητες του ασβέστη όπως η οξύτητα και η καυστικότητά του.

Αυτή την ανανέωση τη διαπίστωνε κανείς και στην αγορά, στα πεζοδρόμια μπροστά από τα μαγαζιά. Θυμάμαι αμυδρά τον πλανόδιο μπογιατζή, «πύραυλος» -νομίζω- ήταν το προσωνύμιο του, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, με την ψεκαστήρα στην πλάτη γεμάτη ασβέστη να ανανεώνει τακτικά με ασβέστη τα πεζοδρόμια της αγοράς παίρνοντας ένα μικρό αντίτιμο από τους καταστηματάρχες.

Αλλά και στα κτήρια τα μεγάλα, τα επιβλητικά, κυρίως στα δημόσια, σχεδιασμένα από γνωστούς αρχιτέκτονες, το χρώμα των εξωτερικών ιδιαίτερα επιφανειών δεν ήταν μία δευτερεύουσα συμπληρωματική «λεπτομέρεια» αλλά αποτελούσε βασικό κομμάτι στον συνολικό σχεδιασμό του κτηρίου. Τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν «καθαρά» χωρίς προσμίξεις, σε περιορισμένη γκάμα, και αυτά με φειδώ και με μια ισορροπία στα σκούρα - ανοιχτά τα οποία είχαν μία απόλυτη συνεργασία με τα υλικά δόμησης του κτηρίου.

Και αυθόρμητα γεννάται το ερώτημα. Στα κτήρια που αναστηλώνονται ή ανακαινίζονται σήμερα γιατί δεν αντικρίζουμε την ίδια φωτεινή εικόνα; Οι χρωματισμένες προσόψεις γιατί δεν αντανακλούν πια το φως αλλά αντίθετα το δεσμεύουν και γίνονται μουντές με τις πλακάτες επιφάνειες, δίνοντας μία πλασματική ομοιομορφία; Γιατί οι επιφάνειες έχουν μια διαφορετική υφή, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι υπάρχει μια ψεύτικη επιδερμίδα από ένα παράταιρο υλικό που δεν συνδέεται και δεν συνεργάζεται με τα υλικά κατασκευής;

Είναι αλήθεια ότι σήμερα είναι δύσκολο και ίσως ακατόρθωτο να προσεγγίσει κανείς την αρχική εξωτερική εμφάνιση ενός κτηρίου χωρίς να αλλοιώσει την υφή του και τελικά την όψη του.

Τα περισσότερα από τα σημερινά υλικά που χρησιμοποιούνται, όπως είναι το τσιμέντο στα επιχρίσματα και τα βιομηχανοποιημένα χρώματα με βασικά υλικά σύνδεσης των χρωστικών το P.V.A (συμπολυμερή οξικού πολυβινυλίου) και τα ακρυλικά γαλακτώματα δεν βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Έχουν όμως αυτή τη διάδοση, γιατί είναι εύκολα στη χρήση τους, καλύπτουν γρήγορα, και ομοιόμορφα τις επιφάνειες και το πιο σημαντικό διαθέτουν μια πλούσια χρωματική γκάμα με έντονες αποχρώσεις. Στο τελευταίο αυτό «πλεονέκτημα», συνήθως γίνεται κατάχρηση σε μια προσπάθεια να τονιστεί ο λαϊκός χαρακτήρας των κτηρίων, αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα τους και κάνοντάς τα να χάνουν την αρχική τους φυσιογνωμία.


Τα έγχρωμα υλικά που χρησιμοποιούνται, δημιουργούν μία πλαστική επιδερμίδα στις επιφάνειες του κτηρίου η οποία δεσμεύει το φως και την αναπνοή, αλλοιώνοντας την υφή του και τελικά τη συνολική τους εμφάνιση.

Ξεχάστηκαν έτσι τα γεώδη χρώματα: οι ώχρες, οι σιένες, ο ασβέστης σαν συνδετικό υλικό και οι μπογιατζήδες που ήξεραν τα μυστικά του. Χάθηκε και «η ευωδία όπου εβγαίνει από τα γεώδη χρώματα όταν μουσκευθούν με νερό και σμίξουν με τον ασβέστην, είναι πάντερπνος όπως εκείνη οπού διαχύνεται κατά τα πρωτοβρόχια εις το βουνόν όταν μουσκευθή το αγνόν χώμα...» που μας λέει ο Κόντογλου αλλά πάνω απ’ όλα χάθηκαν τα ίχνη της ανθρώπινης επέμβασης πάνω στα δημιουργήματα της εποχής.

Η πόλη διαθέτει ακόμα σημαντικά κτήρια διαφορετικών ιστορικών περιόδων αλλά και οικιστικά σύνολα που διατηρούν τη λαϊκή τους φυσιογνωμία. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να δούμε από μια άλλη οπτική το χρώμα, σε μια πόλη που της αξίζει να έχει τον δικό της ιδιαίτερο χαρακτήρα…

*Ο Πέρος Μπέχλης είναι εικαστικός-συντηρητής έργων τέχνης

** Στις φωτογραφίες κτίρια στο ιστορικό κέντρο των Ιωαννίνων (στην οδό Κουντουριώτη και στην οδό Τοσίτσα), πριν από 40 χρόνια και σήμερα

ComCom
200 λέξεις απομένουν.
  • Θωμας
    Θωμας
    Το άρθρο σε μεταφέρει σε εκείνη την παλαιά εποχή. Σε βάζει να φέρεις εικόνες στο μυαλό σου από εκείνες τις ωραίες εποχές. (είμαι 50 μεγάλωσα στην πόλη και το άρθρο με πιάνει ακριβώς). Συγχαρητήρια.
    200 λέξεις απομένουν.
  • Τροβαδούρος
    Τροβαδούρος
    Ευαισθησια..Κι αγαπη για τη γενεθλια γη.Παναπεί, φιλοπατρία άδολη.
    200 λέξεις απομένουν.
  • Ελένη
    Ελένη
    Η πόλη έχει αλλάξει όψη πριν πολλά χρόνια , δεκαετίες δηλαδή, και ευθύνεται για αυτό η αντιπαροχή!! Τα υπόλοιπα είναι , δυστυχώς, λεπτομέρειες!
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα