Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 13-03-2022, 18:13
ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Όλος ο κόσμος ζει στους ρυθμούς μιας νέας ενεργειακές (πετρελαϊκής εν μέρει) κρίσης, εδώ και δύο εβδομάδες. Η Ελλάδα έχει την ατυχία να βιώνει αυτή την κρίση πληθωριστικά, καθώς το κόστος της ενέργειας, με βασική υπεύθυνη την ελληνική κυβέρνηση, ανεβαίνει σταθερά από το περασμένο καλοκαίρι. Τώρα λοιπόν που ο «νόμος Χατζηδάκη» αποδεικνύεται μοιραίος οικονομικά για την κοινωνία και η κυβέρνηση παρουσιάζει πολύ κακή επίδοση στην πρόνοια και την προετοιμασία για έκτακτες συνθήκες, είναι πολύ αργά για απολογίες.

Ενώ λοιπόν η ελληνική οικονομία, βασισμένη (εσφαλμένα) στις υπηρεσίες και όχι στην παραγωγή, βγαίνει χτυπημένη από δύο χρόνια πανδημίας (η οποία παρεμπιπτόντως συνεχίζεται, άσχετα εάν κάνουμε πλέον ότι δεν υπάρχει), ήρθε το υπεραυξημένο ενεργειακό κόστος να κάνει τα πράγματα δυσκολότερα.

Στα Ιωάννινα, η αμόλυβδη βενζίνη πέρασε για πρώτη φορά τα 2 ευρώ την περασμένη εβδομάδα, σε μέσο όρο τιμών και αναμένεται να αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Το ρεύμα ακριβαίνει επίσης, αφήνοντας έντονο το ίχνος στην τοπική οικονομία με κάθε τρόπο και σε κάθε τομέα. Η Ελλάδα είχε ήδη την πιο ακριβή μεγαβατώρα στην Ευρώπη τον Ιανουάριο, ένα μήνα πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, με 227 ευρώ, μειωμένη τιμή μάλιστα σε σχέση με τον Δεκέμβριο.

 Την ίδια στιγμή οι κυβερνητικοί παράγοντες μοιάζουν ανήμποροι να αναστρέψουν το σκηνικό, για το οποίο φέρουν σημαντικότατη ευθύνη και προσπαθούν τώρα να καλύψουν με το επιχείρημα του πολέμου. Από διορατικότητα πάντως δεν τα πάνε ιδιαίτερα καλά, καθώς μέχρι πριν από λίγο καιρό όλα παρέμεναν business as usual, από τα μπόνους σε στελέχη του ΔΕΔΔΗΕ μέχρι δηλώσεις περί «αναζήτησης φτηνής βενζίνης» αρμοδίων υπουργών.

Τα δε μέτρα είναι πλημμελή και οι ραγδαίες αυξήσεις τα «εξαφανίζουν». Το επίδομα θέρμανσης δόθηκε φέτος προκαταβολικά, όταν η κυβέρνηση εκτιμούσε ότι «η αύξηση του επιδόματος καλύπτει την αύξηση της τιμής». Αυτή την, αποτυχημένη όπως αποδεικνύεται, εκτίμηση, έκανε στις 17 του περασμένου Οκτωβρίου ο υπουργός Ανάπτυξης Άδωνης Γεωργιάδης, ο οποίος φέρει το σημαντικότερο μερίδιο ευθύνης για τον (μη) έλεγχο της ακρίβειας, μαζί με τον ομόλογό του υπουργό Περιβάλλοντος Κώστα Σκρέκα, αλλά και τον προκάτοχό του, Κωστή Χατζηδάκη.

Η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε υψηλότερες επιδοτήσεις στο ρεύμα για τους οικιακούς καταναλωτές, ενώ η ΕΕ προσανατολίζεται σε πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου. Ακόμα και έτσι όμως, η ήδη αυξητική τάση πριν τον πόλεμο που πήρε μεγαλύτερη ώθηση από τον πόλεμο, δεν μοιάζει ικανή να καλύψει τις ανάγκες. Και το χειρότερο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ακόμα και αν εξομαλυνθεί η κατάσταση διεθνώς, οι τιμές του ρεύματος θα επανέλθουν, π.χ. από Σεπτέμβριο σε τιμές αρχών του 2021…

Ρεύμα: Το κόστος ενέργειας «απενεργοποιεί» την τοπική αγορά

Οι λογαριασμοί ρεύματος που ήρθαν αυτή την περίοδο σε νοικοκυριά, αλλά και επιχειρήσεις στα Ιωάννινα, έχουν προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις και νεκρώνουν σταδιακά την αγορά.

Από μεγάλες βιομηχανικές μονάδες μέχρι συνεταιριστικές δομές, αλλά και μικρότερες επιχειρήσεις στην εστίαση, το πρόβλημα είναι τεράστιο.

Η ΔΕΥΑΙ για παράδειγμα, κλήθηκε να πληρώσει διπλάσιους λογαριασμούς ρεύματος, από 200.000, 400.000 ευρώ. Το ΚΕΠΑΒΙ είδε τους λογαριασμούς ρεύματος να τριπλασιάζονται σχεδόν, η «Πίνδος» επίσης. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις στη ΒΙΠΕ βλέπουν τους λογαριασμούς ρεύματος να «φουσκώνουν» έως και 2,5 φορές, ακόμα και όπου υπάρχει φωτοβολταϊκή εγκατάσταση και οι ανάγκες είναι μικρότερες, λόγω χειμώνα (ψυγεία, εποχικότητα προϊόντων κ.λπ.).

Επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τη μέση τάση, αναφέρουν λογαριασμούς αυξημένους, από τα 15.000 ευρώ το περασμένο καλοκαίρι στα 50.000 ως 70.000 ευρώ τώρα.

Η εστίαση αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα και τα ποσά που καταγράφονται στους λογαριασμούς, ακόμα και στα καταστήματα χωρίς κουζίνα, είναι πολύ αυξημένα, ακόμα και διπλάσια, με διαφορές από 1.700 σε 3.600 ευρώ και 700 σε 1.500 ευρώ.

Ειδικά ο χειμώνας και ο συνδυασμός των μέτρων αποτροπής της πανδημίας (που ισχύουν ακόμα τα περισσότερα, άσχετα αν τεχνηέντως η κυβέρνηση σήμανε λήξη πανδημίας), έφεραν ένα παραπάνω έξοδο.

Στα Ιωάννινα, τα καταστήματα που χρησιμοποιούν θερμαντικά σώματα πήραν λογαριασμούς ακόμα και τριπλάσιους σε σχέση με τους κανονικούς. Καταγράφεται περίπτωση επιχείρησης που από 3.500 ευρώ καλείται να πληρώσει 10.600 στο ρεύμα…

Το ανακόλουθο είναι ότι τα (ακριβά γενικά) ενοίκια είναι πλέον μικρότερα από τους λογαριασμούς ρεύματος για αρκετές επιχειρήσεις στο κέντρο της πόλης, ακόμα και υποτετραπλάσια. 

Ένα μικρό μαγαζί 20 τετραγωνικών στα Ιωάννινα καλείται φέτος, το πρώτο δίμηνο του 2022, να πληρώσει το μισό περίπου κόστος του ρεύματος όλου του 2019.

Αντίστοιχες είναι οι αυξήσεις που καλούνται να πληρώσουν ξενοδοχειακές μονάδες: Τριπλάσιοι λογαριασμοί, από 2.000 σε 6.000 ευρώ στο Ζαγόρι κα διπλάσια κόστη για υγραέριο.

Βενζίνη: Σπάζοντας τα ρεκόρ της κρίσης

Στις 9 Μαρτίου 2022, η βενζίνη στο νομό Ιωαννίνων κόστιζε κατά μέσο όρο 2,044 ευρώ το λίτρο. Το δε πετρέλαιο κίνησης 1,872 και θέρμανσης 1,553 ευρώ το λίτρο, ενώ οι χαμηλές θερμοκρασίες κρατάνε ακόμα.

Ο νομός Ιωαννίνων ήταν 27ος στο σχετικό πίνακα, που σημαίνει ότι έχει μια σχετικά… μέση τιμή, στη χώρα.

Η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στην ΕΕ, τον τέταρτο συγκεκριμένα. Πρόκειται για μια «μέθοδο» που ανακάλυψαν δανειστές και όλες οι κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας στη χώρα για να αντλήσουν έσοδα. Οι άλλοι τρεις πιο υψηλοί ΕΦΚ είναι στην Ολλανδία, την Ιταλία και τη Φινλανδία. Φυσικά, οι συγκρίσεις μισθών, ειδικά με τις βόρειες χώρες είναι…  ατυχείς, όπως ατυχείς είναι και τα εκβιαστικά επιχειρήματα κυβερνητικών στελεχών για το αν θα λείψει το τάδε έσοδο από τη δείνα δραστηριότητα. Η κυβέρνηση άλλωστε δεν φημίζεται καθόλου για τη γαλαντομία της στη χρηματοδότηση δημόσιων δομών όπως η υγεία.

Ενδεικτικά, στις 9 Μαΐου του 2021 η αμόλυβδη στα Ιωάννινα κόστιζε 1,562 ευρώ το λίτρο. Τον Απρίλιο του 2012, την εποχή της μεγάλης κρίσης δηλαδή, στα Ιωάννινα κόστιζε 1,815 (27 Απριλίου) και 1,060 το πετρέλαιο θέρμανσης.

 

Ψωμί, από 0,90 στο 1,10 ευρώ

Οι αυξήσεις στις τιμές έχουν συμπαρασύρει και τις τιμές καθημερινών προϊόντων. Οι βιομηχανίες τροφίμων περνάνε τις αυξήσεις στο ράφι, από την αρχή του 2022, ενώ βασικά προϊόντα όπως το ψωμί, έχουν ακριβύνει ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ο πόλεμος έδρασε μεγεθυντικά, καθώς η κρίση συμπαρασύρει και τα σιτηρά. Το ψωμί στα αρτοποιεία των Ιωαννίνων κόστιζε 0,90 ευρώ πριν τα Χριστούγεννα και τώρα, έχει φτάσει το 1,10 ευρώ, ενώ αναμένεται νέα αύξηση, καθώς η τιμή του αλευριού έχει αυξηθεί έως και 37%. Οι επαγγελματικοί σύνδεσμοι προειδοποιούν για αύξηση έως και το 1,40 ευρώ, σύντομα. 

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
solidus