Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 16-08-2020, 15:22
ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

Στις 4 Αυγούστου του 1928, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκεπτόταν την Ήπειρο, στο πλαίσιο της προεκλογικής περιοδείας του. Οι εκλογές του 1928 ήταν αρκετά διαφορετικές από τις μέχρι τότε αναμετρήσεις, καθώς τα πολιτικά προγράμματα αναφέρονταν κυρίως σε ζητήματα υποδομών, οικονομίας και παιδείας και λιγότερο σε μεγαλοϊδεατισμούς που είχαν ηττηθεί βάναυσα, λίγα χρόνια πριν.

 «Ο κ. Βενιζέλος από Πρεβέζης μέχρι Ιωαννίνων έτυχε θερμών εκδηλώσεων του Ηπειρώτικου λαού» γράφει στην 8η σελίδα, το Ελεύθερο Βήμα.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, μετά από σύντομη ανάπαυση στην οικία Κοκκινάτου στην Πρέβεζα, ο Βενιζέλος έφυγε για τα Γιάννενα.

«Εις την είσοδον της πόλεως χιλιάδες κόσμου με λάβαρα και μουσικάς αναμένουν εναγωνίως την άφιξην του κ. προέδρου» περιγράφει ο ανταποκριτής του Ελεύθερου Βήματος.



Ακριβώς δίπλα στην ανταπόκριση όμως, υπάρχει και μια άλλη είδηση: «Θρασυτάτη ληστεία έξωθι των Ιωαννίνων-ηχμαλωτίσθησαν οι κ.κ. Μυλωνάς και Μελάς ενώ μετέβαινον εις εκλογική περιοδείαν».

Ο Αλέξανδρος Μελάς, πρώην βουλευτής και εκ νέου υποψήφιος ήταν γιός του Λέοντα Μελά και της Ανδρομάχης Σλήμαν, κόρης του γερμανού επιχειρηματία και ερασιτέχνη αρχαιολόγου. Ήταν τότε 31 ετών.

Ο δε συνοδοιπόρος του, ήταν ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ήταν μεγαλύτερος, 47 ετών. Στην κυβέρνηση Ζαΐμη, την προηγούμενη εκλεγμένη το 1928 δηλαδή, ήταν υφυπουργός Οικονομικών.

Μαζί τους βρισκόταν και ο ζαγορίσιος Σπύρος Χασιώτης, εκλεγμένος βουλευτής το 1926, καθώς και ο Μαρκόπουλος, γραμματέας του Μελά. Επέστρεφαν από περιοδεία σε Πετσάλι και Πρωτόπαπα και, στο 13ο χιλιόμετρο της οδού, «επί της γέφυρας Περίβλεπτη, δύο άγνωστοι κεκρυμένοι εις τας δύο γωνίας της γέφυρας, ενδεδυμένοι δε με χακί εσταμάτησαν, έχοντες προτεταμένα τα όπλα, το αυτοκίνητον και διέταξαν τους επιβαίνοντας αυτού να καταβούν υψώνοντας τας χείρας».

«Δύο ξανθοί, 20-22 ετών»

Συνολικά, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής, που υπογράφει ο Ελευθέριος Κοτσαρίδας στο «Ελεύθερο Βήμα», οι ληστές ήταν επτά σε αυτή την πρώτη φάση της επιχείρησης. Λίγο παρακάτω, σε μια χαράδρα, οι αιχμάλωτοι συνάντησαν τα άλλα πέντε μέλη της σπείρας και όλοι μαζί, ξεκίνησαν για μια πορεία προς το Μιτσικέλι. Η πορεία τους συνεχίστηκε για ώρες, προς την περιοχή του Ζαγορίου.

Αν σας αρέσει ο Τύπος, μπορείτε να στηρίξετε με μια συνδρομή

«Όταν εφθάσαμεν εις την απόκρυφον τοποθεσίαν στην οποίαν ωδηγήθημεν υπό των ληστών, οι αρχηγοί της συμμορίας, δύο ξανθοί ηλικίας 20-22 ετών, παρέλαβον ιδιαιτέρως τον κ. Μελάν με τον οποίον ωμίλησαν επί τίνα χρόνον» περιγράφει στις εφημερίδες ο Χασιώτης, ο οποίος κατόπιν αφέθηκε ελεύθερος, μαζί με τον Μαρκόπουλο, για να ειδοποιήσουν τους συγγενείς των απηχθέντων.

Οι δύο ξανθοί, ήταν δύο ξαδέρφια, σαρακατσαναίικης καταγωγής, ο Τάκης και ο Κώστας Κουμπής. Ο Τάκης ήταν ο αρχηγός της ομάδας και στην απαγωγή, είχε πάρει μέρος και η ομάδα του διαβόητου «Δον Ζουάν» Μήτρου Τζατζά.

Ενώ λοιπόν ο Βενιζέλος κατευθύνεται προς τα Γιάννενα, λίγα χιλιόμετρα δίπλα έχει εκτυλιχθεί μια απίθανη, όχι όμως πρωτόγνωρη για την εποχή, υπόθεση.

Οι Κουμπαίοι ζήτησαν από τον Μελά το ποσό των 5 εκατ. δραχμών, με την απειλή, αφενός να το αυξήσουν σε 10 εκατομμύρια, αν ειδοποιούνταν οι αρχές και αφετέρου, να σκοτώσουν τους ομήρους αν δεν τα λάβουν.

Ο Τάκης Κουμπής είχε δραπετεύσει σχετικά πρόσφατα και είχε επικηρυχθεί. Η χωροφυλακή εκτιμούσε ότι είχε παραμείνει στα Γιάννενα για λίγες μέρες, πριν από την απαγωγή.

Η απειλή της παραίτησης Βενιζέλου

Σύμφωνα με το «Ελεύθερο Βήμα», ο Βενιζέλος γνώριζε την υπόθεση από τη στιγμή που έφτασε στα Γιάννενα ή τουλάχιστον, είχαν ειδοποιηθεί οι αρχές: Ο Χασιώτης, ο Μαρκόπουλος και ο σωφέρ αφέθηκαν ελεύθεροι και επέδωσαν τις επιστολές των Μελά και Μυλωνά στις οικογένειές των, καθώς επίσης και στον Αχιλλέα Καλεύρα, γενικό διοικητή Μακεδονίας, ο οποίος συνόδευε τον Βενιζέλο: «Ο κ. Καλεύρας κατάπληκτος προ του αγγέλματος, ανεκοίνωσεν αμέσως τούτο εις τον κ. Βενιζέλον» αναφέρει το ρεπορτάζ.  «Ο κ. Βενιζέλος εξαιρετικά δύσθυμος καθ’ όλην την εσπέραν, συνωμίλησε με τας πολιτικάς και στρατιωτικάς αρχάς επί της αιχμαλωσίας».

Το βράδυ της 4ης Αυγούστου, ο Βενιζέλος έκανε ανακοίνωση στο γεύμα που παρατέθηκε προς τιμή του. «…και τώρα δηλώ με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι εντός της απαραιτήτου πιστώσεως χρόνου την οποίαν ζητώ, θα επιφέρω ριζικήν θεραπείαν εις την κατάστασην της δημοσίας ασφαλείας εν Ηπείρω» είπε μεταξύ άλλων, προσθέτοντας ότι θα θεωρούσε «αποτυχημένο» το πρόγραμμά του αν δεν το κατάφερνε, και ότι θα παραιτούνταν.

Δύο μέρες αργότερα, στις 6 Αυγούστου, στα Γιάννενα είχε καταφτάσει ο υπουργός Εξωτερικών και παλιός βουλευτής Άρτας, Αλέξανδρος Καραπάνος, για να εποπτεύσει από πλευράς κυβέρνησης τις διαπραγματεύσεις. Στη σύσκεψη που έγινε, αποφασίστηκε να μην καταβληθούν τα λύτρα.

Ήδη, υπήρχαν περιρέουσες φήμες ότι ο Μελάς είχε δολοφονηθεί, ενώ οι εκτιμήσεις για την κρυψώνα των απαγωγέων έδιναν και έπαιρναν.

Η φωτογραφία με την καμπαρντίνα

Επίσης, υπήρχε η φήμη ότι ο Τάκης Κουμπής είχε… φωτογραφηθεί, ποζάροντας σε πλανόδιο φωτογράφο με την καινούργια χακί καμπαρντίνα του, την οποία, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, φορούσε κατά την απαγωγή. Ο Κοτσαρίδας γράφει, στις λεπτομερείς ανταποκρίσεις του από τα Γιάννενα, ότι ο μικρός αδελφός του Κουμπή, 14 ετών τότε, βρισκόταν στην Κόνιτσα και διέφυγε προς την Αλβανία, όταν έγινε γνωστή η απαγωγή.

Το ίδιο 48ωρο, καταγράφηκε άλλη μια απαγωγή, αυτή του δικηγόρου Ελευθέριου Γύρα, έξω από το ειρηνοδικείο Ζίτσας. Οι αρχές εκτιμούσαν τότε ότι την απαγωγή έκανε η ομάδα του Μήτρου Τζατζά, «δια λόγους μάλλον εκδικητικούς παρά χρηματικούς», καθώς και ότι «υπάρχει φόβος ότι ο συλληφθείς δικηγόρος εφονεύθη ήδη υπό των ληστών. Η φορβάς της οποίας επέβαινεν ευρέθη περιπλανώμενη εις την περιοχήν Πρωτόπαπα»… Ο Γύρας αφέθηκε τελικά ελεύθερος, αργότερα.

Στις 6 Αυγούστου, ανακοινώνονται και οι συνδυασμοί των εκλογών. Οι Μελάς, Μυλωνάς και Χασιώτης κατεβαίνουν υποψήφιοι στα Γιάννενα με το Προοδευτικό κόμμα του Γεωργίου Καφαντάρη.

Η απελευθέρωση Μυλωνά

Στις 7 Αυγούστου απελευθερώνεται ο Αλέξανδρος Μυλωνάς. Οι απαγωγείς τον άφησαν μόνο του στο δάσος, προκειμένου να επιστρέψει και να εξασφαλίσει την καταβολή των λύτρων. Ο ίδιος ο Μυλωνάς, περιέγραψε ότι «τους συμπεριφέρθησαν με ευγένεια» και ότι ο «λήσταρχος Κουμπής αφηγείτο με αρκετόν κομπασμόν ότι διέπραξε 18 φόνους, τους περισσότερους εκ των οποίων δι αφορμάς εντελώς ασήμαντους». Επίσης, σύμφωνα με τον Μυλωνά, ο Κουμπής είχε σφραγίδα «Λησταρχος Κουμπής» με την οποία σφράγιζε τα γράμματά του και φιλοδοξούσε να γίνει διασημότερος των Ρεντζαίων.

Ο Μυλωνάς ξεκίνησε περπατώντας και γύρω στις 8 το πρωί της 7ης Αυγούστου, συνάντησε τον Αθανάσιο Τόλη, ένα παιδί από το Λιασκοβέτσι (σημερινή Λεπτοκαρυά), στο κεντρικό Ζαγόρι. Ο μικρός τον οδήγησε σε μια κοντινή πηγή και σύμφωνα με τη διήγηση, ο Μυλωνάς μοιράστηκε μαζί του ένα κομμάτι ψητό κρέας που του είχαν δώσει οι απαγωγείς. Συνέχισαν μέχρι το δρόμο Ιωαννίνων-Κονίτσης και κατέληξαν στο χάνι Τσίπα. Ο Μυλωνάς, ο οποίος δεν αποκάλυψε την ταυτότητά του, πήρε το λεωφορείο και έφτασε στα Γιάννενα, όπου διέμεινε στην οικία Βλαχλείδη.

Στις αναλυτικές περιγραφές του, ο Μυλωνάς ανέφερε πώς οι απαγωγείς τους οδήγησαν στο βαθύ δάσος και πώς συνεννοούνταν μεταξύ τους με «περίεργα συνθήματα και σφυρίγματα», αλλά και πόσο εντύπωση του έκαναν τα μακριά μαλλιά του Τάκη Κουμπή, «τα οποία είχε χτενισμένα πόλκα».

Τα λύτρα, η Εθνική Τράπεζα και το Ιλίου Μέλαθρον

Στις 9 Αυγούστου εξελισσόταν η προσπάθεια να συγκεντρωθούν τα λύτρα. Παρά τη δήλωση Βενιζέλου ότι το κράτος δεν θα καταβάλλει κάποιο ποσό, βρέθηκε τελικά μια μέση λύση: θα κατέβαλε άμεσα μέρος του χρέους του προς την οικογένεια Μελά, για το Ιλίου Μέλαθρον στην Αθήνα.

Το «Μέγαρο Σλήμαν» στην οδό Πανεπιστημίου 12, ήταν η οικία του Ερρίκου Σλήμαν, του παππού του Μελά. Ήταν δημιουργία του Ερνστ Τσίλλερ και αποτέλεσε μια από τις πιο λαμπρές ιδιωτικές κατοικίες της Αθήνας, στα τέλη του 19ου αιώνα. Κόστισε περίπου 500.000 δραχμές της εποχής.

Το 1926, το δημόσιο αγόρασε το Ιλίου Μέλαθρον με σκοπό να στεγάσει το Μουσείο Καλών Τεχνών, το οποίο παρέμεινε εκεί μέχρι το 1929. Σήμερα παρεμπιπτόντως, στεγάζεται εκεί το Νομισματικό Μουσείο.

Η προθεσμία των ληστών έληγε στις 10 Αυγούστου. Το θέμα συζητήθηκε στο υπουργικό συμβούλιο, όπου ο Βενιζέλος ανακοίνωσε την έκκληση της οικογένειας για τη συγκέντρωση του ποσού.

Όντως, το συμβούλιο ενέκρινε το αίτημα και ο ίδιος ο Βενιζέλος υπέγραψε την επιστολή προς την Εθνική Τράπεζα των Ιωαννίνων, με την οποία το κράτος μπήκε εγγυητής για δάνειο ύψους 7 εκατομμυρίων δραχμών. Το ποσό θα παραλάμβαναν οι Αλέξανδρος Μυλωνάς και ο Βασίλης Μελάς, προκειμένου να το καταβάλλουν στους απαγωγείς.  

Στις 10 Αυγούστου οι διαπραγματεύσεις ήταν σε εξέλιξη, για την καταβολή των λύτρων και την απελευθέρωση του Μελά. «Οπωσδήποτε το ζήτημα των λύτρων θα κανονισθή εντός της αποψινής νυκτός» έγραφε ο Αχιλλέας Μαμακής στο «Ελευθέρον Βήμα», παρότι μέχρι τότε, δεν είχαν επιστρέψει ακόμα οι απεσταλμένοι διαπραγματευτές.

Η καταβολή των λύτρων έγινε στη Δοβρά.  Ο Μυλωνάς είχε την εντολή να σβήσει τα φώτα του αυτοκινήτου, μόλις βρισκόταν σε ένα σημείο με πολλούς θάμνους κατά μήκος του δρόμου. Μάλιστα, ο Μυλωνάς είχε ζητήσει από το χωρικό Ευγένιο Χούσιο ή Χούσα, δικολάβο από την Κόνιτσα, να μεσολαβήσει για να μειωθούν τα λύτρα. Ο Χούσας γνώριζε τους Κουμπαίους και τους είχε υπερασπιστεί σε δικαστικές υποθέσεις. Όπως περιγράφει ο ίδιος, τους είπε ότι οι οικογένειες Μελά και Μυλωνά μπορούσαν να καταβάλλουν μέχρι 3 εκατομμύρια, αλλά ο Τάκης Κουμπής του αντέτεινε ότι γνώριζε τα περί κρατικής εγγυοδοσίας από τις εφημερίδες. Ήταν υποχωρητικός, όχι όμως και ο ξάδερφός του, ο οποίος, σύμφωνα με τον Χούσα είπε «και για 53 δραχμάς λιγώτερο εγώ θα τον χαλάσω».

Τελικά, ο Χούσας πέτυχε μια… έκπτωση 500.000 δραχμών, ενώ ο ίδιος ο Μυλωνάς περιέκοψε άλλες 300.000 δραχμές κατά την παράδοση. Η παράδοση ήταν επίσης κινηματογραφική. Χούσας και Μυλωνάς επέβαιναν στο αυτοκίνητο, το οποίο σταμάτησε στο προσυμφωνημένο σημείο. Ανέβηκαν σε αυτό ο Τάκης Κουμπής, δίπλα στον οδηγό και ο Κώστας στο πίσω φτερό του οχήματος. Συνέχισαν για 500 μέτρα και στο παρεκκλήσι της Δοβράς, σταμάτησαν για να γίνει η καταβολή.

Μάλιστα, κατά το έθιμο, οι ληστές έδωσαν στον Μυλωνά ένα μέρος των χρημάτων, ως κομιστή τους, τα οποία ο Μυλωνάς αρνήθηκε. Οι Κουμπαίοι όμως του είπαν «πάρε για να σου ξαναγυρίσουν ταλεπτά σου».

Φεύγοντας, διαμήνυσαν «η καταδίωξις να στραφή εναντίον των μοναδικών υπευθύνων, μηδέ να τυραννηθούν οι αθώοι πληθυσμοί»

Στις 12 Αυγούστου, στις 2.30 τα ξημερώματα, ο Μελάς έφτασε στο Λυκόστομο και ζήτησε ένα αυτοκίνητο για να τον παραλάβει. Είχε απελευθερωθεί στις 4 το απόγευμα.

Οι συγγενείς του και η οικογένεια Μυλωνά έλαβαν την είδηση της απελευθέρωσης στην οικία Βλαχλείδη, όπου ήταν συγκεντρωμένοι.

Οι Κουμπαίοι στη συνέχεια, διέφυγαν με τα λύτρα στην Αλβανία.

Η σύλληψη και η δίκη

Ωστόσο, η δέσμευση του Βενιζέλου για πάταξη της ληστείας ήταν κυριολεκτική. Ήδη, η Ελλάδα είχε σύμφωνο με την Αλβανία για την έκδοση εγκληματιών, από το 1926 και βάση αυτού, οι Κουμπαίοι συνελήφθησαν στο Δέλβινο στις 10 Νοεμβρίου 1928. Στις 19 Απριλίου του 1929 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων εξέδωσε Βούλευμα σύμφωνα με το οποίο οι Κουμπαίοι και οι συνεργάτες τους παραπέμπονταν σε δίκη στο Μεικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Κερκύρας.

Η δίκη ήταν ένα ακόμα μεγάλο κεφάλαιο στην απίστευτη ιστορία της απαγωγής.

Ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1929 και στο εδώλιο κάθονταν 12 άτομα συνολικά. Ο Μελάς κατηγόρησε ευθέως τους πολιτικούς του αντιπάλους και ιδιαίτερα, τους βουλευτές Ιωαννίνων Δημήτρη Μπότσαρη και Αλκιβιάδη Λούλη, ότι ευθύνονταν για την απαγωγή του. Αποκάλυψε μάλιστα σχέσεις τους με τους Ρεντζαίους.

Τελικά, οι δύο ξάδερφοι Κουμπή και ο Σωτήρης Πάσχος, συνεργός τους, καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Η απόφαση όμως προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς οι ποινές θεωρήθηκαν επιεικείς.

Τελικά, ο Τάκης και ο Κώστας Κουμπής καταδικάστηκαν σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Αθηνών, για παλιότερα εγκλήματά τους. Εκτελέστηκαν στις 27 Φεβρουαρίου του 1930, στο Γουδί.  Η «Ακρόπολις» στον επίτιτλό της ανέφερε τον «επίλογο της ληστροκρατίας της Ηπείρου».

Η απαγωγή των βουλευτών από τους Κουμπαίους, ήταν το δεύτερο ηχηρό «ληστρικό» γεγονός στα Γιάννενα, στον Μεσοπόλεμο. Το πρώτο, ήταν η ληστεία της Πέτρας από τους Ρεντζαίους, δύο χρόνια πριν. Αλλά αυτή, είναι μια άλλη ιστορία…

 

Πηγές-άρθρα:

Αναστασόπουλος, Νικόλαος Η ληστεία στο ελληνικό κράτος (μέσα 19ου - αρχές 20ού αιώνα) Εκδόσεις της Εστίας, 2018

Λασσάνης, Γεώργιος Έκθεσις Περί Ληστείας  Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, 2018

Τζανακάρης, Βασίλης Οι Λήσταρχοι, τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν Μεταίχμιο, 2016

Εφημερίδες

Ακρόπολις, 1η Μαρτίου 1929

Ελεύθερον Βήμα, 4-12 Αυγούστου 1928

Εμπρός, 4-5/3/1930

Σκίτσο: Εφημερίδα «Εμπρός», 5/3/1930


200 λέξεις απομένουν.
  • Ελένη
    Ελένη
    Πολύ ενδιαφέρον άρθρο. Λεπτομέρειες για τη δίκη υπάρχουν? Ποιοι ήταν οι δικηγόροι π.χ και της μιας και της άλλης πλευράς .
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
kaissa 2