Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 20-11-2020, 10:50
ΑΠΟΨΕΙΣ

Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί για άλλη μια φορά ότι η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί να υποκαταστήσει ποτέ και πουθενά τη δια ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία, ειδικά στις μικρότερες μαθητικές ηλικίες. Ας μην έχουμε αυταπάτες ότι η ποσοτική «κάλυψη της ύλης» μπορεί σε καμία περίπτωση να σημάνει και παιδευτική πληρότητα.

Γιατί όμως η διαδικασία στην Ελλάδα είναι τόσο προβληματική;

Καταρχάς, πρέπει να γίνει καθαρό ότι για ένα εγχείρημα τέτοιου μεγέθους απαιτείται η πλατιά και καθολική πρόνοια εξοπλισμού.  Είναι αδιανόητο να μείνει έστω και ένας μαθητής εκτός. Ακόμα και ένας.

Δεύτερον, για την προβληματική λειτουργία της πλατφόρμας που επέλεξε το Υπουργείο Παιδείας δεν ευθύνεται βασικά η ποιότητα των διαδικτυακών υπηρεσιών στην Ελλάδα. Προφανώς, η ελληνική παροχή ίντερνετ είναι κατά μέσο όρο μέτρια και ακριβή, αλλά ακόμα και όταν μειώνεται το διαθέσιμο εύρος, και πάλι μια τηλεκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να «τρέξει», όσο και μαζική να είναι. Υπό αυτή την έννοια, οι τυπικές εκκλήσεις του «ψηφιακού» υπουργείου να μπαίνουμε λιγότερο στο facebook τις εργάσιμες ώρες, είναι σε ένα βαθμό ανούσιες.

Τρίτον, για να συντονιστεί ένα τέτοιο εγχείρημα που συγκαταλέγει δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες συν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες τελικούς χρήστες, χρειάζεται συντονισμός. Αν μαντεύετε ότι αυτός δεν υπάρχει ή ότι είναι λιγότερος από τον απαιτούμενο, σωστά μαντεύετε.

Μια τέτοιου τύπου διαδικασία απαιτεί υλικό και υποδομές (οι λέξεις «load balancers» είναι… επίκαιρες αυτές τις μέρες στους τεχνικούς), ώστε η αυξημένη κίνηση να διοχετεύεται με λειτουργικό τρόπο στις «λεωφόρους» ή και τα πιο στενά σημεία του διαδικτύου. Ένα κομμάτι αυτής της διαδικασίας ήταν και τα εσπευσμένα μηνύματα σε γονείς και μαθητές, Κυριακή 11 το βράδυ, να προσθέσουν το «2» στους συνδέσμους που είχαν διαθέσιμους. Και αυτό όμως, ήταν ένα μόνο μέρος της διαδικασίας.

Αν δεν υπάρχει σωστή, γενική συνεργασία σε επίπεδο (και) υλικού μεταξύ της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και του παρόχου (στην περίπτωσή μας, της Cisco), τότε τα αποτελέσματα είναι αυτά που βλέπουμε σωρηδόν τις τελευταίες μέρες: αδυναμία συνδέσεων, καθυστερήσεις, βγες εσύ να μπω εγώ κ.λπ. Λίγο καλύτερη τύχη είχαν οι γνώστες που χρησιμοποίησαν τα σχετικά apps.

Η θέση του Υπουργείου Παιδείας σε όλα αυτά είναι πραγματικά ακατανόητη. Όλες σχεδόν οι δικαιολογίες του ήταν ανεπαρκείς και βρέθηκε εκτεθειμένο ουκ ολίγες φορές. Στην αρχή έριξε την ευθύνη αποκλειστικά στη Cisco, η οποία όμως δεν την ανέλαβε ποτέ επίσημα σε όλο της το εύρος (σε ό,τι αφορά την Ελλάδα).

Μετά, προσπάθησε με διαρροές να πει ότι «εντάξει, έχουμε προβλήματα, αλλά πάμε καλά». Κρατάμε την απίθανη εξήγηση ότι την πρώτη μέρα της τηλεκπαίδευσης για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση (εκπαιδευτικά, αυτό το πράγμα δεν στέκει πουθενά, να μην ξεχνάμε…) το σύστημα λειτούργησε καλά στον… internet explorer. Παρεμπιπτόντως, ο browser της Microsoft δεν ονομάζεται καν έτσι πια. Τουλάχιστον, αυτή ήταν διαρροή και όχι επίσημη θέση του υπουργείου.

Ανεξάρτητα όμως από όλα τα προηγούμενα και με δεκτά όλα τα επίδικα, δηλαδή την ποιότητα της εκπαίδευσης, τις παλινδρομήσεις του υπουργείου στο θέμα «ανοιχτά-κλειστά σχολεία», ακόμα και τις καλές προθέσεις του υπουργείου, υπάρχει ένα ακόμα θέμα:

Για να δουλέψει απρόσκοπτα ένα τέτοιο εγχείρημα χρειάζεται πόρους. Ένας ιδιώτης πάροχος, ακόμα και του μεγέθους της Cisco, δεν διαθέτει όλους τους πόρους του μόνο σε ένα project του, γιατί αφενός δεν είναι ατέλειωτοι και αφετέρου, τους κοστολογεί, όχι φτηνά.

Θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να μάθουμε επίσημα ποια είναι ακριβώς η συμφωνία του Υπουργείου Παιδείας με τη Cisco. Εκεί, ίσως δοθεί και η οριστική εξήγηση για το «τι αγοράσαμε»…

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
kaissa 2