Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 1-01-2018, 12:20
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η δουλειά του δημοσιογράφου περιλαμβάνει (και) την ετήσια υποχρέωση για τη συγγραφή ενός κειμένου για το τέλος της χρονιάς και τον ερχομό της επόμενης. Συνήθως αυτά τα κείμενα περιέχουν όλες τις ενοχές και όλες τις ματαιωμένες επιθυμίες αυτού που τα γράφει ή τα υπαγορεύει και επειδή οι ενοχές δεν είναι καλό πράγμα, συνήθως τα κείμενα αυτά τα διαβάζεις την επόμενη χρονιά και σε πιάνει το κεφάλι σου.

Φέτος λοιπόν ας δοκιμάσουμε λίγο την απενοχοποιημένη απλότητα.

Λύσεις που η αρχή τους ορίζεται από ημερολογιακά σήμαντρα δεν υπάρχουν, το ξέρουμε από τις δίαιτες, το κόψιμο του τσιγάρου, τη συνδρομή στο γυμναστήριο.

Απολογισμοί που να υπαγορεύουν ότι τη νέα χρονιά δεν θα γίνουν λάθη, δεν υπάρχουν επίσης. Ας κάνουμε λάθη και ας μάθουμε από αυτά. Τίποτε δεν είναι τελεολογικό σε μια απόφαση, καμία εξέλιξη, εκτός από τον πυρηνικό όλεθρο ή κάποιο μετεωρίτη που μπορούν όντως να βάλουν τέλος την άλλη μέρα το πρωί.

Έτσι και αλλιώς, είμαστε εκείνο το κομμάτι του κόσμου που έμαθε να ζει με εποχές με τίτλο και λήθη: Από το ’81 και για καμιά εικοσαριά χρόνια ζήσαμε καλούτσικα και ξεχάσαμε ότι οι συλλογικότητες και η δράση τους είναι αυτές βασικά που μετατρέπουν τους όρους ζωής προς το καλύτερο και όχι ο Αντρέας ή ο ενδιάμεσος κομματάρχης.

Από το 2000 και μετά ζούμε με την ευρωπαϊκή προοπτική που έχει καταντήσει περίπου σαν το σεμεδάκι στην πρώτη έγχρωμη τηλεόραση που μπήκε στο σπίτι. Κάπου υπάρχει ακόμα, αλλά δύσκολα θυμάσαι πώς βρέθηκε εκεί. Θυμηθήκαμε στα γήπεδα πώς είναι να αισθάνεσαι «εθνικά υπερήφανος» την Κυριακή και ξεχάσαμε πώς είναι ο μεροκαματιάρης τη Δευτέρα.

Το 2008 τα ερωτήματα ξύπνησαν άσχημα, αλλά ξεχάσαμε πώς είναι να δίνουμε απαντήσεις, πειστικές πρώτα από όλα για εμάς.

Από το ’10 μπήκαμε στα μνημόνια (δεν είναι η υπογραφή που μετράει, είναι η πολιτική) και σήμερα μπαίνουμε στον όγδοο χρόνο τους. Δυστυχώς ή ευτυχώς, τα συνηθίσαμε και αυτά. Τα ξορκίζουμε με τους λάθος τρόπους, είτε αναπλάθοντας την «εποχή ΠΑΣΟΚ» σε μπαρ και ανέκδοτα, είτε με την παραίτηση από τη δημιουργία της ιστορίας.

Ξεχάσαμε πώς είναι να συμμετέχουμε και θυμηθήκαμε τη χειρότερη στιγμή να αφήσουμε τα πάντα στους αντιπροσώπους, που έτσι και αλλιώς, αποδείξανε ότι η λαϊκή βούληση, όταν φτάνει στο «ανώτερο επίπεδο εξουσίας» είναι πτητική σαν τη βενζίνη.

Ας γυρίσουμε λοιπόν πίσω, όχι «στα χωριά μας» που έλεγαν οι διάφοροι χίπστερ πριν από καμιά πενταετία, αλλά στην απλότητα της συμμετοχής. Αυτό που σπρώχνει τον κόσμο προς τα μπροστά οι είναι οι συλλογικότητες που αποφασίζουν ότι θέλουν κάτι κοινό, συμφωνούν πάνω σε αυτό και το δίνουν ζωή διεκδικώντας το. Χωρίς μονοθεματικότητες και μεταμοντερνισμούς, χωρίς υποκρισία και φαρισαϊσμούς.


Πριν από 163 ακριβώς χρόνια, την πρώτη μέρα του 1855, ο Μαρκ Τουέην που μάλλον ξεκίνησε αυτή την ιστορία με τα δημοσιογραφικά κείμενα της αρχής του χρόνου, έγραψε τα εξής:

«Τώρα είναι ο αποδεκτός χρόνος για να πάρετε τις καθιερωμένες ετήσιες αποφάσεις. Την επόμενη βδομάδα μπορείτε να καείτε στην κόλαση μαζί τους, ως συνήθως. Χτες, όλοι κάπνισαν το τελευταίο τους πούρο, ήπιαν το τελευταίο ποτό και πήραν τους τελευταίους όρκους τους. Σήμερα, είμαστε μια ευσεβής και υποδειγματική κοινότητα. Σε τριάντα μέρες από τώρα, θα έχουμε σκορπίσει τις αναμορφώσεις στους πέντε ανέμους και οι ελλείψεις μας θα είναι πιο… ελλιπείς από ποτέ.

Θα αναπολήσουμε ευχάριστα για το πώς κάναμε το ίδιο πράγμα την περασμένη χρονιά. Ωστόσο, η Πρωτοχρονιά είναι ένας αβλαβής ετήσιος θεσμός, χωρίς καμία ιδιαίτερη χρησιμότητα για κανένα, εκτός από το να γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος για τους αδηφάγους μεθύστακες, για φιλικές προσκλήσεις, για γελοίες αποφάσεις. Σας ευχόμαστε να την ευχαριστηθείτε με μια χαλαρότητα που ταιριάζει στο μεγαλείο της περίστασης».

Για να δούμε λοιπόν τι θες από εμάς, 2018…


Φωτογραφία: Πρωτοχρονιά στη Νέα Υόρκη, 1936, περιοδικό Monovisions


200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα