Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 21-12-2019, 19:52
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ «ΤΥΠΟ»

* Του Γιώργου Νάκου

…ντύθηκε Σαν τους Έλληνας, έμαθ΄ επάνω, κάτω Σαν τους Έλληνες να φέρεται.

Κων . Καβάφης

Μετά τις δημοσιεύσεις και τις καταγγελίες συναδέλφων μου στον τοπικό τύπο, όπου διαμαρτύρονται για τον αποκλεισμό τους από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. οδηγήθηκα σε κάποιες σκέψεις, που καταθέτω σήμερα με την ελπίδα ότι μπορεί να φανούν χρήσιμες, όχι μόνον στους συναδέλφους μου αλλά και σε όσους συμπολίτες μου, έχουν γνήσιο ενδιαφέρον για την εξέλιξη και την προκοπή ενός θεσμού, για τον οποίο πρώτος εργάστηκα από το 1980, όταν μαζί με τον αείμνηστο Στέλιο Τσιτσιμελή, δήμαρχο Αγρινίου τότε, οργάνωσα το πρώτο Δημοτικό Θέατρο της χώρας. Και το οποίο ήταν ο προπομπός για να γίνουν στο τέλος του 1983 τα Δημοτικά Περιφερειακά  Θέατρα –συνηγορούσης βεβαίως και της πολιτικής βούλησης –αλλά κι ενός  γενικότερου κλίματος περί αποκέντρωσης που εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ της μόδας. Επειδή όμως ή κάθε μόδα δεν έχει διάρκεια, παρά έναν χρονικά περιορισμένο εντυπωσιασμό, οι σκέψεις και οι απόψεις μου διαμορφώνονταν με γνώμονα την «πολυκεντρική» ανάπτυξη.

Τώρα το τι σημαίνει αποκέντρωση και τι σημαίνει «πολυκεντρική» ανάπτυξη ,το έχει διατυπώσει ο Λέων Κουκούλας σ’ ένα άρθρο του στην εφημερίδα «ΠΡΩΙΑ» το 1932 με τον τίτλο: «Το Θέατρό μας. Ένας θλιβερός απολογισμός». Ο Λέων Κουκούλας υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού μας Θεάτρου από το 1937 έως το 1946.

Έγραφε τότε μεταξύ άλλων: «Το αθηναϊκό θέατρο και η αθηναϊκή θεατρική κίνηση, είναι ό,τι καλό ή κακό έχει να επιδείξει σ’ αυτόν τον τομέα ολόκληρη η Ελλάδα. Δεν γίνεται δηλαδή, κι’ εδώ (εννοεί στη χώρα μας) ό,τι σε άλλες χώρες, όπου κάθε περιφέρεια ή μεγάλη πολιτεία έχει τις δικές τις παραδόσεις, τη δική της πνευματική παραγωγή και τη δική της κίνηση, για ν’ αγωνίζεται παράλληλα ή και να αντιδρά πολλές φορές σε ορισμένες τάσεις της πρωτεύουσας ή και άλλων πνευματικών κέντρων, που είτε βγαίνουν έξω από τα πλαίσια ειδικών προτιμήσεων είτε οδηγούν σ’ έναν γενικότερο ξεπεσμό». Ε λοιπόν, αυτός ο ξεπεσμός παρατηρείται σήμερα στα Δημοτικά Θέατρα που θέλουν να μοιάσουν με τα θέατρα της Αθήνας, να μαϊμουδίσουν δηλαδή με ό,τι λαϊκίστικο, με όποια  μοντερνιά, με όποια ψευτοκουλτούρα ή χαριτομενιά, με όποια καινοφανή ΔΗΘΕΝΙΑ.

Γιατί ο ξεπεσμός και κυρίως ο ξιπασμός του κατοίκου της περιφέρειας που θεωρεί ότι τότε παίρνει κύρος και αίγλη, όταν συναγελάζεται με γνωστούς και μοδάτους προβεβλημένους απ’ τα Μ.Μ.Ε. του κέντρου, τα διάφορα περιοδικά και τον τύπο. Μη έχοντας κριτήριο και γνώση δεν μπορεί να διακρίνει ή να συγκρίνει και ν’ αντιπαραβάλει τη δική του παράδοση στο ιλουστρασιόν, στο δήθεν, τη λαϊκίστικη ψευτοκουλτούρα.

Έτσι το μόνο που θα επιλέγει, θα’ ναι η περιφρόνηση προς την εντόπια πνευματική παράδοση, και το παράδωμα στους καταφερτζήδες που εφευρίσκουν τρόπους να εντυπωσιάζουν την επαρχία και βεβαίως να οργανώνουν σεμινάρια επιμόρφωσης  και να επαίρονται οι άσχετοι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων πώς φέρνουν τις μοντερνιές και τους δήθεν στα Γιάννινα σαν την πιο σύγχρονη πρωτοπορία και να διαθέτουν μεγάλα ποσά για τις αμοιβές των σεμιναριστών.

Το εντόπιο καλλιτεχνικό δυναμικό που αποκλείεται από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. αντί να διαμαρτύρεται, καλόν και ωφέλιμον για τους ίδιους και για την κοινωνία,  θα ήταν να συνεργαστούν και να οργανώσουν οι ίδιοι έναν ενιαίο θεατρικό φορέα και να αφήσουν το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. στον κατήφορό του, στα σεμινάρια με τα φανταχτερά δήθεν ή με τους ξένους σκηνοθέτες που βάζουν τους ήρωες της τραγωδίας ν’ ανάβουν τσιγάρα στην ορχήστρα ή να περιδιαβαίνουν  ανάμεσα σε σφαχτάρια κρεμασμένα σε τσιγκέλια. Ν’ αφήσουν ήσυχο το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. στην εγωιστική του αυτάρκεια ν’ ασχολείται με το «σωματικό θέατρο» (άλλη μοντερνιά αυτή) λες και το θέατρο πριν απ’ αυτή τη φοβερή ανακάλυψη, ήταν ασώματο.

Βέβαια το καίριο πλήγμα στα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της χώρας, όπως και στην πόλη μας ήταν πάντα οι διάφοροι παράγοντες που ουδέποτε εμπιστεύτηκαν το δικό τους καλλιτεχνικό δυναμικό και πάντα προσπαθούσαν να φέρουν ηθοποιούς κυρίως προερχομένους  από το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» ως το εκλεκτότερο είδος. Έτσι εμποδίστηκε και πιθανολογώ πως θα εμποδίζεται κάθε εξέλιξη και ανάπτυξη των εντοπίων καλλιτεχνών, έτσι θα περιφρονείται, θ’ απαξιώνεται και θα χλευάζεται όποια δυναμική μπορεί ν’ αναδείξει το ήθος και το ύφος, την πνευματικότητα της τοπικής παράδοσης και συνακόλουθα τη στασιμότητα και τον αποκλεισμό.

Το δίκαιο αίτημα που υπέβαλαν ομονοούντες για πρώτη φορά όλοι οι διαμένοντες στα Ιωάννινα ηθοποιοί, και αυτοί που έχουν περάσει μέσα από συστηματικές θεατρικές σπουδές και κάποιοι  που έχουν απλώς χαρτιά παρακολούθησης σεμιναρίων, σημαίνει ότι επιθυμούν διακαώς να εργαστούν στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι., κάποιοι δε πάσχοντες από μία περίεργη ίωση που λέγεται σκηνοθετήτιδα  δεν παρέλειψαν να το επισημάνουν στην επιστολή-διαμαρτυρία.

Όλοι γνωρίζουν ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι εποχικό και ως εκ τούτου ανασφαλές. Αν θέλουν να εργάζονται συνεχώς και αδιαλείπτως, ας παλέψουν ως ελεύθεροι επαγγελματίες και ας ρισκάρουν την ίδρυση δικού τους θεάτρου, αφού μάλιστα αρκετοί έχουν ικανούς οικονομικούς πόρους για να αναλάβουν μία θεατρική παραγωγή. Υπότροφοι ή μόνιμοι ηθοποιοί δεν υπάρχουν ούτε στο ελεύθερο θέατρο ούτε στα κρατικά ή δημοτικά θέατρα. Βέβαια σε κάποια Δημοτικά Θέατρα, όπως και στο δικό μας, υπήρξαν εξαιρέσεις και κάποιοι εξασφάλισαν υποτροφία και μονιμότητα, αφού κάθε φορά ήταν οπαδοί της δημοτικής αρχής που αναρριχώνταν στην ηγεσία του Δήμου. Θέλω να πιστεύω πως οι συνάδελφοι -που δικαίως διαμαρτύρονται- θα ‘χουν την αξιοπρέπεια και την περηφάνια να μην καταφεύγουν σε παρόμοιες δόλιες ενέργειες.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνω ότι ο νεοεκλεγείς δήμαρχος υπήρξε, απ’ τον καιρό του Ο. Η.Θ. μέλος, σε όλα σχεδόν τα διοικητικά συμβούλια του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. και όλοι οι σύμβουλοι που εναλλάσσονταν, του αναγνώριζαν ότι ήταν ο εξπέρ περί τα θεατρικά. Μπορεί, βέβαια, να εγνώριζε πρόσωπα και προσωπεία τους και να ευνοούσε κάποιους ομοϊδεάτες και κουμπάρους του ηθοποιούς, αλλά αγνοούσε τι σημαίνει ανάπτυξη και στήριξη των ντόπιων καλλιτεχνών, αφού κανέναν δεν προετοίμασε να σπουδάσει σε θεατρική σχολή και κανενός ηθοποιού δεν μπορούσε να ιδεί τις δυνατότητες.

Σήμερα που είναι δήμαρχος και υφίσταται ποικίλες πιέσεις, δεν αποκλείεται ν’ αλλάξει πολιτική και τακτική. Όμως το πλήγμα που υπέστη η πολιτιστική ανάπτυξη στον τομέα του θεάτρου, φέρνει και τη δική του σφραγίδα και πολλών άλλων που ξιπάζονταν να συναγελάζονται με διαφόρους επωνύμους-γνωστούς εξ Αθηνών, να συντρώγουν και να ευωχούνται στις διάφορες ταβέρνες της πόλης και να περιφρονούν το εντόπιο καλλιτεχνικό δυναμικό και να περηφανεύονται για τις υψηλές γνωριμίες. Η γενιά μου που πάλεψε-παρ’ όλες τις στερήσεις και τις αντιξοότητες-να οργανώσει θέατρα στην περιφέρεια, εάν δεν χρησιμοποίησε τα θέατρα της επαρχίας ως εφαλτήριο για να επιστρέψει στο κατεστημένο θέατρο της Αθήνας, χλευάστηκε και απαξιώθηκε απ’ τους αδαείς και την ψευτοκουλτούρα.

Κλείνοντας, να θυμίσω το εξής: Το 2001 με κάλεσαν -για πρώτη φορά από συστάσεως ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι.- να τους προτείνω θεατρικό έργο και ν’ αναλάβω να το σκηνοθετήσω. Επρότεινα το θεατρικό έργο «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού» του Ιακώβου Καμπανέλλη. Εκάλεσα όλους τους Γιαννιώτες που στελέχωσαν τον θίασο, εκτός μίας ηθοποιού κάποιας ηλικίας που δεν υπήρχε στην πόλη. Στην πρεμιέρα είχε έρθει και ο Καμπανέλλης και συνεχάρει όλους- τους αγνώστους σ’ αυτόν ηθοποιούς- και μάλιστα, μίλησε στο τέλος της παράστασης για το πόσο σημαντικό είναι να στελεχώνονται το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ από εντόπιο καλλιτεχνικό δυναμικό.

Οι συνάδελφοι: Γιολάντα Καπέρδα, Βασίλης Γουργούλης και Βασίλης Σιάφης θυμούνται –πιστεύω- πόσο πολύ πασχίσαμε όλοι για να έχουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Όμως, αφού παρέδωσα την παράσταση, δεν πέρασαν ούτε δύο μέρες για να γίνουν κομμάτια και θρύψαλα μεταξύ τους. Γιατί δεν υποψιάστηκαν τον ύπουλο και διαβρωτικό ρόλο ενός υπαλλήλου (που αργότερα κατηγορήθηκε για κλοπή ενός μεγάλου ποσού χρημάτων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι.) κι ενός εκ των μονίμων που διέβαλαν και διέσυραν όλους τους άλλους στα διοικητικά συμβούλια για να έχουν την εύνοιά τους.

Η μικροκλίμακα της επαρχίας που τρέφει το κουτσομπολιό και τη συκοφαντία φανερώθηκε σ’ όλο το μεγαλείο της όταν αφαιρέθηκαν κάπου 80.000€ απ’ το ταμείο του θεάτρου για να χρηματοδοτηθεί ένα συνέδριο γυναικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έγινε στα Γιάννενα περί το τέλος του 2007, από την τότε πρόεδρο του Δ.Σ. Αλλά και σχεδόν όλα τα διοικητικά συμβούλια συμπεριφέρονταν ως εργοδότες λες και τα χρήματα που διαχειρίζονταν, προέρχονταν από την προσωπική τους περιουσία και είχαν το δικαίωμα να επιβάλουν ή να αποβάλουν όσους κατασυκοφαντούσαν οι ευνοούμενοι υποτακτικοί τους.

Εννοείται ότι σε κάποια διοικητικά υπήρξαν -όπως και σήμερα-διάφορα μέλη που έχουν τις καλλίτερες των προθέσεων να συμβάλουν στην ομαλή λειτουργία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. Όμως, είμαι πολύ επιφυλακτικός εάν μπορέσουν ν’ ανατρέψουν το κλίμα που έχει διαμορφωθεί, «από αιώνων φαρμάκι, γενιές φαρμάκι».

Ομονοείτε αγαπητοί συνάδελφοι; Αν το ενδιαφέρον σας είναι γνήσιο, μπορείτε και να στηρίξετε το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι. και να στηριχτείτε και να συμβάλετε στην εξέλιξη του θεσμού και στην προσωπική σας εξέλιξη. Διαφορετικά, αν ψάχνετε την προστασία από εργοδότες, αυτή θα την έχετε, αλλά εκείνο που δεν θα ‘χετε είναι η περηφάνεια του καλλιτέχνη που παλεύει τίμια τόσο για την προσωπική όσο και για τη συλλογική βελτίωση. Παλεύει καθημερινά και με περίσκεψη πώς θα βγει απ’ το τέλμα του συντηρητικού καθωσπρεπισμού που και το υποτιμά και τον καθιστά δυστυχισμένο, μεροκαματιάρη και υπηρέτη πολιτικάντηκων προθέσεων, ή προθέσεων των καλλιτεχνικών διευθυντών που τους στέλνουν για πρόβες στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη.

Αναλογιστείτε ποιοι και πόσο σας περιφρόνησαν ή σας χρησιμοποίησαν κατά καιρούς αλλά και ποιους περιφρονήσατε εσείς ή διασύρατε ή υποτιμήσατε ή ανταγωνιστήκατε.

Στον πολιτισμό και στους καλλιτέχνες όταν εμφιλοχωρεί ο ανταγωνισμός, μετατρέπει τα πάντα σε εμπορευματοποίηση. Ενώ το πνεύμα του συναγωνισμού, προάγει και παράγει ζηλευτά αποτελέσματα και στους ίδιους και στην κοινωνία.

Και να μην ξεχνάτε ούτε στιγμή, αγαπητοί συνάδελφοι, πως το ενδιαφέρον των περισσότερων εκ των εμπλεκομένων στα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. είναι ένα ενδιαφέρον ευκαιριακό φορτωμένο με σκοπιμότητες. Εσείς θα πρέπει ν’ αποδείξετε πως το δικό σας ενδιαφέρον είναι γνήσιο και ξεκάθαρο κι ότι δεν κουβαλά καμία σκοπιμότητα παρά σκοπούς ευγενικούς κοινωνικής- πολιτιστικής-προσφοράς.    


* Ο Γιώργος Νάκος είναι σκηνοθέτης-ηθοποιός με μεγάλη διαδρομή στα θεατρικά δρώμενα του τόπου

200 λέξεις απομένουν.
  • Μιχάλης Η. Αράπογλου
    Μιχάλης Η. Αράπογλου
    Σε πολλά συμφωνώ με τον Γιώργο Νάκο και σε πολλά δεν συμφωνώ. Όμως, θα ήθελα να προσθέσω στο άρθρο του τα εξής: Προσοχή στους Ερασιτέχνες, αλλά Προσοχή και στους Επαγγελματίες!!!
    200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα