ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από το φαρμακείο στα Γιάννενα, στον Αμαζόνιο

Εικόνα του άρθρου Από το φαρμακείο στα Γιάννενα, στον Αμαζόνιο
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Κύριος Τύπος
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 25/09/2019, 11:23
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Πάνος Λασκαράκης γεννήθηκε το 1973 την Αθήνα και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φαρμακευτική Σχολή Αθηνών. Σήμερα ζει στα Γιάννενα όπου και εργάζεται ως φαρμακοποιός από το 2002. Οι πρώτες φωτογραφικές εμπειρίες του έλαβαν χώρα το 2005 και με γρήγορους ρυθμούς εξελίχθηκαν σε ένα φωτογραφικό ντόμινο σε διάφορα μέρη του πλανήτη όπως η Αρκτική, τα εθνικά πάρκα της Βόρειας Αμερικής της Αφρικής, της Ευρώπης και της Ελλάδας.

«Όταν φωτογραφίζεις ένα άγριο ζώο στη φύση, η ομορφιά του είναι μεγαλύτερη από τον φόβο σου. Όταν είσαι πολύ κοντά, νιώθεις την ίδια τη δύναμη του ζώου... Το δε βλέμμα του αιλουροειδούς, σε αφήνει άναυδο... Κάποια στιγμή φωτογράφιζα ένα λιοντάρι από απόσταση ενός μέτρου. Δεν ένιωθα ότι κινδύνευα, γιατί ήμουν μέσα σε τζιπ. Παρόλα αυτά, όταν έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου, δεν μπόρεσα, χαμήλωσα το δικό μου, δεν μπορούσα να το κοιτάξω κατάματα. Το έβλεπα και σκεφτόμουν "ναι, είσαι ο βασιλιάς". Δεν έχω αισθανθεί ποτέ φόβο φωτογραφίζοντας άγρια ζώα... Συγκίνηση όμως, ναι, καθε φορά. Όσες φορές και να το κάνεις, κάθε φορά είναι διαφορετική και θα μείνεις με το στόμα ανοιχτό, θα φωτογραφίσεις με το ίδιο πάθος και το πάθος είναι το παν όταν κάνεις κάτι τέτοιο...»: με τις λίγες αυτές φράσεις, ο σαρανταεξάχρονος φωτογράφος τοπίου και άγριας ζωής, Πάνος Λασκαράκης, που παράλληλα διατηρεί φαρμακείο στα Γιάννενα, δίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μια πρώτη γεύση του τι σημαίνει να ταξιδεύεις σε όλον τον κόσμο φωτογραφίζοντας τοπία και άγρια ζωή, αλλά και οργανώνοντας ταξίδια ανά την υφήλιο, από την Αφρική μέχρι την Αρκτική, για όσους επιθυμούν να μοιραστούν τέτοιες εμπειρίες.

Όπως εξηγεί, δεν είναι μόνο τα μεγάλα αρπακτικά που σε συναρπάζουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

 «Στην Ινδία, για παράδειγμα, οι ήχοι του δάσους είναι μια συνεχής μελωδία. Στην Αφρική ακούς μεν το λιοντάρι το βράδυ και νιώθεις ότι είναι δίπλα σου και θα ρίξει το lodge (κατάλυμα), αλλά στην Ινδία ολόκληρο το δάσος πάλλεται από ήχους... Πώς μυρίζει η ζούγκλα; Υπέροχα. Και μπορεί ανά χιλιόμετρο να έχει διαφορετική μυρωδιά. Επίσης αλλάζει ανά εποχή. Άλλη ζούγκλα βλέπεις, ακούς και μυρίζεις το καλοκαίρι, άλλη τον χειμώνα, άλλη την άνοιξη κι άλλη το φθινόπωρο, άλλα ζώα, άλλα φυτά, άλλοι ήχοι, άλλες μυρωδιές» τονίζει και προσθέτει:

«Το πιο σημαντικό πράγμα που έμαθα φωτογραφίζοντας ανθρώπους σε όλον τον κόσμο είναι πόσο ίδιοι είμαστε όλοι».

Πέραν των τοπίων και των άγριων ζώων, έχει φωτογραφίσει και ανθρώπους, διάφορες φυλές και φύλα, έθιμα και παραδόσεις, από τους Κωδωνοφόρους της Δράμας, ώς τους Μασάι στην Κένυα ή τους Χίμπα, που «κρύβονται» στη βόρεια Ναμίμπια, προσπαθώντας να μείνουν μακριά από τις σειρήνες του δυτικού πολιτισμού, παρότι γοητευμένοι ταξιδιώτες συρρέουν από όλο τον κόσμο για να τους δουν.

«Οι άνθρωποι κάτω από τις στολές των κωδωνοφόρων στη Δράμα και οι Μασάι έχουν τις ίδιες θλίψεις και βασικές ανάγκες, συχνά ακόμη και το ίδιο χιούμορ, όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, θα σε ‘πειράξουν’ για τα ίδια πράγματα. Οι Μασάι βέβαια είναι πιο αθώοι σε σχέση με εμάς στη Δύση και δεν ζητούν ανταλλάγματα, για να κάνουν κάτι για εσένα».

Ερωτηθείς πάντως τι είναι το εντυπωσιακότερο που έχει φωτογραφίσει ποτέ γύρω από τον άνθρωπο μένει στην Ελλάδα. «Το πιο εντυπωσιακό που έχω φωτογραφήσει σε αυτό το είδος, θεωρώ πως βρίσκεται στην Ελλάδα, είναι οι κωδωνοφόροι στη Δράμα. Οι στολές τους είναι ηλικίας 300 χρόνων, ακόμη και ο τρόπος που περπατούν και στέκονται, έρχεται κι αυτός από τις προηγούμενες γενιές, δηλαδή και η ίδια η στάση και η περπατησιά τους είναι ηλικίας 300 ετών! Δεν τους φωτογράφισα μέσα στην πόλη ή στα χωριά, καθώς εκεί πολλά παραδοσιακά σπίτια έχουν γκρεμιστεί και δεν ήθελα να έχω για φόντο πολυκατοικίες».

«Η Αφρική έχει τη δύναμη να σου αλλάζει τη ζωή, όπου και αν έχω ταξιδέψει, αυτό δεν το έχω ξανανιώσει. Αλλάζεις διάθεση με το που κατεβαίνεις από το αεροπλάνο και πατάς στο έδαφος. Ισως είναι το φως, ίσως είναι η σκόνη που δίνει μια ιδιαίτερη εικόνα, ίσως οι άνθρωποι και το χαμόγελό τους, ίσως όλη αυτή η ομορφιά του τοπίου και της άγριας ζωής, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, αλλά νιώθεις πως έχει τη δύναμη να σου αλλάξει τη ζωή» σημειώνει.

Κατά τον ίδιο, η πιο όμορφη χώρα του κόσμου, από άποψη φυσικού τοπίου, είναι η Ναμίμπια. «Εκεί βλέπεις τα πιο σεληνιακά τοπία στον κόσμο. Δεν είναι απλά ένα όμορφο τοπίο, είναι λες και κάποιος το έχει ζωγραφίσει, με στόχο να μαγέψει το μάτι. Οι εναλλαγές είναι τόσο πολλές, το τοπίο τόσο όμορφα περίεργο»

Πόσο εύκολο είναι αλήθεια για έναν φωτογράφο, ιδίως γεννημένο στη Μεσόγειο, να φωτογραφίσει μέσα στο απέραντο, αδιάκοπο λευκό της Αρκτικής; «H Αρκτική... Είναι πολύ δύσκολο τοπίο για να φωτογραφίσεις, αλλά ταυτόχρονα είναι και από τα ομορφότερα που υπάρχουν. Οι φωτογράφοι θέλουμε κοντράστ και εναλλαγές. Στην Αρκτική είναι δύσκολο να βρεθεί το κοντράστ, αλλά όταν το βρεις είναι κάτι εκπληκτικό. Όσο για το Βόρειο Σέλας... Νιώθεις τόσο μικρός, σαν να είσαι ένα βακτήριο. Την πρώτη φορά που το είδα, έκανα δύο μέρες να μιλήσω. Στην Αρκτική είναι επίσης δύσκολο να φωτογραφίζεις λόγω των πολύ χαμηλών θερμοκρασιών. Η μηχανή σου δεν λειτουργεί όπως θα ήθελες, δεν εστιάζει το ίδιο, έχεις δυσκολίες με τον αισθητήρα. Μου έχει τύχει βέβαια να είμαι τρεις ώρες στους -40 βαθμούς Κελσίου και η μηχανή να έχει γίνει άσπρη από τον πάγο, αλλά να δουλεύει κανονικά» λέει.

Ένα από τα τελευταία ταξίδια του Πάνου Λασκαράκη, τον έφερε και στον φλεγόμενο Αμαζόνιο, τον Αύγουστο: «Δεν περίμενα ότι υπάρχει τέτοιο δάσος... Σε κάθε σου βήμα είναι χιλιάδες τα είδη, έντομα, ερπετά, λουλούδια, θηλαστικά, τόσο συγκεντρωμένα και διαφορετικά. Σε 1 τετραγωνικό χιλιόμετρο στην Ελλάδα, πόσα είδη θα δεις, δεκάδες; Στο 1 τετραγωνικό χιλιόμετρο στον Αμαζόνιο θα δεις χιλιάδες. Κι εκεί, στο δάσος του Αμαζονίου, οι ήχοι είναι φοβεροί...Αν έκανα κάτι τώρα για τον Αμαζόνιο, θα έπαιρνα τις καλύτερες φωτογραφίες που τράβηξα πριν τη μεγάλη πυρκαγιά και φωτογραφίες από το ίδιο σημείο μετά και θα έλεγα "δείτε τι κάνουμε", αυτά δεν θα ξαναγίνουν δάση. Ποτέ».

Συμπληρώνει: «Πιστεύω ότι αν υπάρχουν σήμερα εθνικά πάρκα με άγρια ζωή, αυτό οφείλεται καθαρά στους φωτογράφους και τους επισκέπτες. Αν δεν υπήρχαν φωτογράφοι και επισκέπτες να αποφέρουν έσοδα, πιθανώς θα είχαν ξηλωθεί όλα. Οι κοινωνίες όμως και οι κυβερνήσεις βγάζουν λεφτά από τον τουρισμό και συντηρούν τα εθνικά πάρκα. Δεν κατηγορώ τους κατοίκους κάθε χώρας. Οι φτωχοί άνθρωποι πεινάνε, δεν φταίνε αυτοί, τα μεγάλα συμφέροντα φταίνε»...

Πηγή: ΑΠΕ/Αλεξάνδρα Γούτα

ΣΧΟΛΙΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
Μαννι πισω dodoni back