Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 17-11-2021, 19:31
ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

Η ανά δεκαετία απογραφή του πληθυσμού στην Ελλάδα είναι και πάλι εδώ, το 2021, με αρκετά διαφορετικά από τα συνηθισμένα, χαρακτηριστικά.

Πρώτον, ότι αυτή τη φορά σε ένα σημαντικό βαθμό, θα γίνει ηλεκτρονικά. Είναι μια φυσιολογική τεχνολογική εξέλιξη αφενός, αλλά και μια αναγκαιότητα λόγω πανδημίας.

Δεύτερον, ότι γίνεται σε μια φάση που θα επιβεβαιώσει την κατιούσα του πληθυσμού της Ελλάδας. Το ζήτημα είναι λεπτό και πολυσύνθετο και γίνεται συχνά εποπτικό αντικείμενο διαμετρικά αντίθετων αναλύσεων και απόψεων. 

Δείτε εδώ πώς θα απογραφείτε ψηφιακά

Τρίτον, έχει… αρνητές. Ακόμα και στα Ιωάννινα παρατηρούνται περιπτώσεις άρνησης απογραφής, ως ένα ακόμα «επεισόδιο» στο γενικό σίριαλ καχυποψίας που εκτυλίσσεται εδώ και καιρό στην Ελλάδα. Το ελληνικό κράτος αποτύγχανε σε διάφορους βαθμούς και για διάφορους λόγους να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους πολίτες, αλλά τώρα, το κακό παράγινε…




Η πρώτη απογραφή στην Ελλάδα έγινε το 1828. Για πρώτη φορά η χώρα απέκτησε ξεχωριστή υπηρεσία στατιστικής το 1861, τον πρόδρομο της σημερινής ΕΛΣΤΑΤ.

Χρειάστηκε να μπει ο νέος αιώνας, ο 20ος, για να γίνουν μερικές από τις πιο χρήσιμες πρώτες απογραφές, όσο το ελληνικό κράτος μεγάλωνε: Απογραφή γεωργίας και αγαθών το 1911, πληθυσμού των νέων χωρών (ανάμεσά τους και της Ηπείρου) το 1913, προσφύγων το 1923 κ.ο.κ.

Το 1925 ιδρύθηκε επίσημα η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και άρχισε να εκδίδει τα πρώτα στατιστικά δελτία. Διατίθενται μέχρι σήμερα ως «ανοιχτά δεδομένα», όχι όμως εύκολα προσβάσιμα, καθώς ουσιαστικά είναι ψηφιοποιημένα αρχεία των στατιστικών βιβλίων και καταστίχων της εποχής.

Μια αναπτυσσόμενη κρατική υπόσταση όπως η ελληνική, είχε ανάγκη τις απογραφές. Σταδιακά, η ανάγκη θα έπρεπε να υποχωρεί για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, ότι η πρόοδος της τεχνολογίας και της μηχανογράφησης θα έπρεπε να πρόσφερε αυτά τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, κάτι που στην Ελλάδα δεν είναι ακόμα εφικτό. Βλέπετε, ακόμα και στις περιπτώσεις που τα δεδομένα είναι ψηφιακά, δεν σημαίνει ότι οι φορείς είναι «οριζόντια δικτυωμένοι» μεταξύ τους, αλλά ούτε και ότι τα δεδομένα είναι ανοιχτά.

Δεύτερον, ότι η φύση του πληθυσμού πλέον, με τις μετακινήσεις και τη μετανάστευση, θα έπρεπε να επιβάλλει διαφορετικό τρόπο έρευνας και καταγραφής. Όχι βέβαια σε κοινωνίες που παραμένουν προσκολλημένες σε αντιπροσφυγικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις…

Από τη άλλη, υπάρχει πάντα το σενάριο συνωμοσίας. Εκτός από ένα κομμάτι του πληθυσμού που πιστεύει ότι η απογραφή γίνεται προκειμένου να «ανιχνευτεί» ποιος δεν είναι εμβολιασμένος, υπάρχει και η αντίληψη ότι «απογραφή δεν κάνει κανείς πια».

Η πρώτη περίπτωση εντάσσεται στη γενική κάπως αλλοπρόσαλλη κατάσταση που επικρατεί. Η δεύτερη, δεν είναι ακριβής, αν και έχει κάποια βάση.

Η Μεγάλη Βρετανία για παράδειγμα, έκανε απογραφή τον Μάρτιο του 2021 και μάλιστα, ήταν η πρώτη στο Ηνωμένο Βασίλειο που έδινε τη δυνατότητα για online απογραφή. Το 15% ως 19% της απογραφής έγινε με ψηφιακό τρόπο. Πάντως, ο στόχος που είχε τεθεί από το 2014, ήταν πολύ ψηλότερος, σε σχέση με την ψηφιακή καταγραφή. Στη χώρα του Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους, ο οποίος ασχολήθηκε ερευνητικά με τα πληθυσμιακά δεδομένα, η πρώτη απογραφή είχε γίνει σε ένα από παλιότερα βασίλεια της Αλβιόνας, τον 7ο αιώνα μ.Χ.

Σε άλλες χώρες ο τρόπος απογραφής έχει αλλάξει, προκειμένου να γίνει οικονομία κλίμακας και οι στόχοι ποικίλουν και προστίθενται: μετακίνηση υποπληθυσμών, χαρακτηριστικά των ανθρώπων που πρωτοεγκαθίστανται σε κάποια περιοχή κ.α. Στη Γερμανία, όπου η πρώτη απογραφή έγινε το 1719 (στην Πρωσία τότε), γίνεται πλέον ένας δειγματοληπτικός έλεγχος αντί για πλήρη απογραφή.

Στην Ολλανδία η πρώτη απογραφή έγινε το 1795. Δεν γίνεται πλέον με τον παραδοσιακό τρόπο, καθώς από το 1991 τέθηκε ζήτημα προστασίας της ιδιώτευσης.

Στην Ελβετία, από το 2010 τα απογραφικά δεδομένα ελέγχονται κάθε χρόνο, με πηγές κυρίως από μητρώα και στοιχεία υπηρεσιών και μόνο ένα μικρό ποσοστό γίνεται πλέον δια ζώσης ή από τηλεφώνου.

Τα δεδομένα παραμένουν μια τεράστια δύναμη για τον κάτοχό τους, αναλυτική, πολιτική, αλλά και οικονομική. Μπορεί όντως να είναι λίγο ανακριβής ο συσχετισμός «μεγαλύτερος πληθυσμός=περισσότερη χρηματοδότηση» από κρατικούς και υπερκρατικούς φορείς, αλλά μην ξεχνάμε ότι το 1,52% που συνεισφέρει η Ελλάδα στον προϋπολογισμό της ΕΕ, καθορίζεται (και) από τον πληθυσμό της.

Για την ιστορία, τα επίσημα στοιχεία της Ηπείρου, σύμφωνα με την απογραφή του 2011 (αναθεώρηση του 2014), είναι τα εξής:



ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
ΑΝΔΡΕΣ
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
ΗΠΕΙΡΟΣ
336.856
165.775 (49,2%)
171.081
(50,8%)
ΙΩΑΝΝΙΝΑ (Δήμος-10ος στη χώρα)
112.486
53.975 (48%)
58.511 (52%)

 



200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
solidus espa