Συντακτης: Γιώργος Τσαντίκος
Δημοσιευση: 4-07-2021, 22:36
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είπε σε συνέντευξή του ότι «δεν θα πληρώσει το μάρμαρο η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που είναι εμβολιασμένη». Μόνο που αυτή τη στιγμή, η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού είναι ανεμβολίαστη και δεν φταίνε μόνο οι «ψεκασμένοι», οι αρνητές και οι καχύποπτοι. Και γι αυτό, τα μέτρα «διαχωρισμού» σε καφετέριες κ.λπ. είναι λάθος και σε λάθος χρόνο.

Καταρχάς, ο εμβολιασμός είναι εκ των ων ουκ άνευ. Είναι πρακτικά ο μοναδικός τρόπος να περιοριστεί η πανδημία σε διαχειρίσιμα επίπεδα και επίσης, είναι μια κατάκτηση της ανθρώπινης επιστήμης που σώζει ζωές εδώ και χρόνια.

Δεύτερον, στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι εμβολιασμένο το 37,01% του πληθυσμού. Είναι λίγο. Για την ακρίβεια είναι το μισό από όσο υποσχόταν η κυβέρνηση, ότι θα έχει εμβολιαστεί τον Ιούνιο. Καμία κυβερνητική πρόβλεψη ή δέσμευση δεν τηρήθηκε, βασικά γιατί η διάθεση των εμβολίων είναι περιορισμένη.

Δεν είναι όμως καινούργια όλα αυτά. Η εμβολιαστική διαδικασία στην Ελλάδα «τρέχει» τους τελευταίους 7 μήνες με αριθμούς που σπάνια ξεπέρασαν τις 120.000 δόσεις τη μέρα, στην καλύτερη περίπτωση. Αυτές τις μέρες ο ρυθμός έχει πέσει ξανά κάτω από τις 100.000 και τις τρεις τελευταίες συγκεκριμένα, κάτω από τις 90.000 δόσεις τη μέρα. Με αυτούς τους ρυθμούς, ήταν ήδη γνωστό από τα μέσα Απριλίου ότι η ανοσία του 70% (ή του 80% που συζητιέται πρόσφατα, λόγω των μεταλλάξεων), θα γινόταν εφικτή το φθινόπωρο.

Τι έκανε η κυβέρνηση; Χρησιμοποίησε κάθε πιθανό αριθμό για επικοινωνιακούς λόγους. Ο κ. Σκέρτσος, υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, χρησιμοποίησε προχτές το 44%, εννοώντας προφανώς ποσοστό επί του ενήλικου πληθυσμού. Δεν το εξήγησε ποτέ φυσικά, γιατί το 44% ακούγεται καλύτερο από το 34%. 

Κάθε υπουργός και στέλεχος, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, εκστομίζει τα διαθέσιμα «επικοινωνιακά σωστά» νούμερα, που όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Μόνο σε αποστροφές των λόγων τους κυβερνητικά στελέχη παραδέχονταν ότι η κατάσταση είναι «όσα παραλαμβάνουμε, τόσα χορηγούμε». Αυτή είναι μια γενική ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Άλλο όμως να την υποδεικνύεις και άλλο να προσπαθείς να δημιουργήσεις την εντύπωση ότι ως χώρα κάνεις... εμβολιαστικό πρωταθλητισμό (που ούτε υπάρχει, ούτε τον κάνεις).

Πώς από εκεί που κριτήριο για να κάνεις δήλωση αν είσαι στην κυβέρνηση ήταν η «τουλάχιστον μια δόση» -ακόμα και το κλείσιμο ραντεβού- που κάνει τους αριθμούς μεγαλύτερους, ξαφνικά πήγαμε στα μέτρα «ξεχωριστών καφενείων»; Αυτό δεν το εξήγησε κανείς. Πώς από τη σιγουριά της «άριστης διαχείρισης» φτάσαμε σε μέτρα που αν εφαρμοστούν, θα μετατρέψουν τους ιδιοκτήτες καταστημάτων σε «παιδονόμους»; Μήπως ανάμεσα σε όλα αυτά κρύβεται μια αποτυχία, η οποία πήρε διαστάσεις ακριβώς λόγω της θρασύτατης επικοινωνιακής διαχείρισης από την κυβέρνηση;

Τα ερωτήματα δεν σταματάνε εδώ.

Αν για παράδειγμα ένας πολίτης που έχει κλείσει ραντεβού, αλλά δεν έχει έρθει ακόμα η ημερομηνία (γιατί η διαδικασία δεν ήταν δα και η γρηγορότερη, λόγω της αρχικής περιορισμένης διαθεσιμότητας), συγκαταλέγεται στους «λίγους ανεμβολίαστους» που λέει ο πρωθυπουργός; Κάποιος-α που δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα τον εμβολιασμό και υπολείπεται η δεύτερη δόση; Και αυτός με τους «κακούς», όπως τους ομαδοποιεί ο πρωθυπουργός; Αν κάποιος ανήκει στο ποσοστό των ανθρώπων που δεν μπορούν να εμβολιαστουν για λόγους υγείας, τσουβαλιάζεται και αυτός στην επικοινωνιακή επίθεση της κυβέρνησης απέναντι στον «απρόσωπο εχθρό»;

Για το ποσοστό του ολοκληρωμένου εμβολιασμού στην Ελλάδα δεν ευθύνονται μόνο οι αρνητές, οι «ψεκασμένοι», οι καχύποπτοι κ.λπ. Το ελληνικό κοινό διατηρεί πάγια την καχυποψία του προς το κράτος, διαχρονικά, γιατί μεταξύ άλλων το κράτος έχει φροντίσει να εκθέσει και να εκτεθεί διαχρονικά. Και ναι, ένα κομμάτι του είναι πρόθυμο να βρει στήριγμα στην πιο απίθανη και τραγελαφική θεωρία συνωμοσίας που διαδίδει ο τελευταίος ανθυποσελέμπριτι.  

Τώρα όμως δεν μιλάμε για υπόσχεση φτηνών αυτοκινήτων που την επομένη των εκλογών φορτώθηκαν με τέλη ή για χρηματιστήριο όπου η μετοχή ιχθυοκαλλιεργειών δεν ήταν τελικά το μπλου τσιπ που διαφήμιζε ο τάδε ανθυποϋπουργός. 

Τώρα που μιλάμε για εμβολιασμό-ακόμα και στην αποτυχία του κράτους να πείσει, εξαιτίας και των πολλών παλινδρομήσεών του τους τελευταίους 15 μήνες- ας εμπιστευτούμε την επιστήμη. 

Την κανονική, όχι αυτή από την οποία νομίζουμε ότι ξέρουμε περισσότερα.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα
espa