Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 2-04-2020, 11:39
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ «ΤΥΠΟ»

Ο Γιώργος Χουσμεκερίδης  οικονομολόγος, Μ.Β.Α., φοροτεχνικός Σύμβουλος, Λογιστής Α' Τάξης γράφει για την επίπτωση της πανδημικής κρίσης, στην οικονομία και την ανάγκη μέτρων για τις επιχειρήσεις

Τα δραστικά μέτρα που λαμβάνονται για την καταπολέμηση του ιού COVID-19 θα έχουν βαθιές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις και συνεπώς στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό. Όσο περισσότερο θα διαρκεί η περίοδος του επονομαζόμενου «lock – down», τόσο πιο έντονες θα είναι και οι συνέπειες.

Ο λόγος είναι απλός: κάθε επιχείρηση που στερείται όλων της των εσόδων εξακολουθεί να πρέπει να καταβάλει μια σειρά ανελαστικών λειτουργικών δαπανών όπως μισθοί, ενοίκια, πληρωμή προμηθευτών, πληρωμή ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων, δόσεων δανείων, κλπ. Είναι αδύνατο για μια επιχείρηση να τα αντιμετωπίσει χωρίς μια εισερχόμενη ροή ρευστότητας (cash flow), εκτός από πολύ σύντομες σε διάρκεια περιόδους. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχει καμία επιχείρηση, όσο ακμάζουσα κι αν είναι, που να μπορεί να αντέξει περισσότερο από μερικούς μήνες.  

Επακόλουθα εάν οι επιχειρήσεις κλείσουν ή χρεοκοπήσουν, η ζημιά που θα προκληθεί στον οικονομικό ιστό γίνεται ανεπανόρθωτη, η επανεκκίνηση της οικονομίας αδύνατη, και το κοινωνικό κόστος πολύ υψηλό.

Προκειμένου να αποφευχθεί αυτό το καταστροφικό σενάριο, θα πρέπει να εφαρμοσθεί ένα σχέδιο αντιμετώπισης κρίσης (crisis management plan) αποτελούμενο από δύο φάσεις ξεχωριστές μεταξύ τους.

Και οι δύο παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να είναι σύμφωνες με το μέγεθος της κρίσης, διότι διαφορετικά θα είναι αναποτελεσματικές, και θα πρέπει να είναι στοχευμένες έτσι ώστε να αφορούν τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις, ώστε οι χρησιμοποιούμενοι πόροι να παράγουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Η πρώτη φάση είναι η τρέχουσα φάση του «lock – down» και περιγράφεται ως ακολούθως: η οικονομική δραστηριότητα έχει επιβραδυνθεί σημαντικά, η κατανάλωση έχει σταματήσει και δεν υπάρχει τρόπος να αυξηθεί.

Σε αυτή τη φάση, ο στόχος πρέπει να είναι να «κρατήσουμε τον ασθενή ζωντανό». Αν οι επιχειρήσεις δεν φτάσουν ζωντανές στο τέλος αυτής της φάσης, οποιαδήποτε θεραπεία αποκατάστασης για να τις επαναφέρουμε θα είναι άχρηστη. Για να αντισταθμιστεί η έλλειψη εσόδων, χρειάζονται εναλλακτικές εισερχόμενες ταμειακές ροές: οι αναστολές των συμβάσεων εργασίας ή οι αναστολές στις πληρωμές φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων βοηθούν αλλά δεν επαρκούν.

Απαιτείται ενίσχυση για όλες τις εταιρείες που έχουν ανάγκη χωρίς τον διαχωρισμό των ΚΑΔ (Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας), που μόνο προβλήματα και στρεβλώσεις έχει προκαλέσει μέχρι σήμερα.

Για την επιλογή θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ποσοτικά και ποιοτικά οικονομικά στοιχεία που έχει ήδη στην διάθεσή της η φορολογική αρχή μέσω των εντύπων οικονομικών στοιχείων (Ε3), όπως ενδεικτικά ο μέσος όρος εργαζομένων με βάση τις ετήσιες μονάδες εργασίας (ΕΜΕ), που θα έδινε έμφαση στις επιχειρήσεις που απασχολούν προσωπικό με συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, το συνολικό ποσό μισθωμάτων που κατέβαλλαν κατ’ έτος, το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας, οι ετήσιες δαπάνες για ενέργεια, ύδρευση, και τηλεπικοινωνίες, η πορεία των ακαθαρίστων εσόδων κατά την τελευταία τριετία, καθώς επίσης και σύνθετοι οικονομικοί δείκτες που θα μπορούσαν να υπολογιστούν μέσα από τα στοιχεία αυτά εν είδει ενός «οικονομικού τεστ» για το κατά πόσον μια επιχείρηση αποτελεί «θύμα» του ιού COVID – 19.

Ακόμη οι παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι γρήγορες, διότι σε δύο ή τρείς μήνες από την έναρξη της κρίσης θα είναι ήδη αργά, και άμεσες, χωρίς γραφειοκρατία ή διαμεσολάβηση δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, για να βοηθηθούν οι επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και την απασχόληση.

Τα αποτελεσματικά μέτρα σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να προκαλούν εισροή ρευστότητας ή / και να μειώνουν τις εκταμιεύσεις, όπως για παράδειγμα η καταβολή του 80% των μηνιαίων εσόδων τους, για τρεις μήνες, για αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες με βάση τα δηλωθέντα κέρδη τους κατά το 2018, ένα μέτρο το οποίο θα ενίσχυε και την φορολογική συνείδηση των πολιτών, η παροχή κρατικής εγγύησης επί πιστώσεων έκτακτης ανάγκης μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (πρώην ΕΤΕΑΝ), την παροχή προσαυξημένης φορολογικής έκπτωσης σε συγκεκριμένες κατηγορίες δαπανών, το πάγωμα των αποπληρωμών των τραπεζικών δανείων, η απορρόφηση του κόστους των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας για τρεις μήνες. Τα πιθανά μέτρα είναι αρκετά, όμως δεν είναι ανώδυνα. Θα έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του δημόσιου χρέους.

Η δεύτερη φάση ουσιαστικά θα περιλαμβάνει την επανεκκίνηση όλων των δραστηριοτήτων μετά το τέλος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Αυτή θα είναι η περίοδος κατά την οποία η κατανάλωση, η κύρια συνιστώσα του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της χώρας μας, θα πρέπει απαραίτητα να ξαναπάρει μπροστά.

Στο πρώτο μέρος της περιόδου αυτής, θα είναι αποτελεσματική η λήψη άμεσων μέτρων που θα ενθαρρύνουν την κατανάλωση, την απασχόληση και την εκ νέου λειτουργία των επιχειρήσεων, αλλά κυρίως θα είναι απαραίτητα και έμμεσα μέτρα στήριξης για τις επιχειρήσεις, τα οποία θα τις βοηθήσουν στην επανέναρξη της κατανάλωσης τους αλλά και των επενδύσεων τους.

Αυτή θα είναι η φάση όπου θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για την αγορά διαρκών καταναλωτικών αγαθών με έμφαση στις νέες τεχνολογίες και την εξοικονόμηση ενέργειας και στην παροχή κινήτρων για εργασίες συντήρησης (για ιδιώτες και επιχειρήσεις) καθώς και ένα έξυπνο σύστημα άμεσης επιστροφής χρηματικών ποσών με κάθε αγορά για την οποία εκδίδετε φορολογικό παραστατικό.

Ακόμη οι ιδιωτικές επενδύσεις θα πρέπει να ενθαρρυνθούν και θα είναι η στιγμή να αντλήσουμε χρήματα και από τα ευρωπαϊκά ταμεία για να ξεκινήσουμε ένα μεγάλο επενδυτικό σχέδιο κυρίως στις τεχνολογικές υποδομές.

Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την δημιουργία δικτύου 5G πανελλαδικής κάλυψης, δικτύου οπτικών ινών, την χρηματοδότηση για την κατασκευή και εκμετάλλευση Κέντρων επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων (data centers), δικτύων υπολογιστικής υψηλών επιδόσεων (high - performance computing) με τη διασύνδεση υπολογιστικών μονάδων που εργάζονται παράλληλα, την παροχή κινήτρων για την ένταξη στην καθημερινότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων όλων των σύγχρονων ηλεκτρονικών υπηρεσιών που κατά τη διάρκεια της κρίσης, ασθμαίνοντας, ενεργοποιήσαμε.

Όλα αυτά θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στο ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της χώρας μας, θα ενισχύσουν ήπια τα κρατικά έσοδα και θα αφήσουν μια κληρονομιά και για τις επόμενες δεκαετίες.

Η αποδοχή της πραγματικότητας, η σαφήνεια στην επικοινωνία, και η δημιουργία κουλτούρας εμπιστοσύνης έχουν θεμελιώδη σημασία για την αντιμετώπιση μιας κρίσης προκαλούμενης από εξωγενείς αιτίες σε όλα τα είδη των οργανισμών. Τώρα είναι η στιγμή να κρατήσουμε τις επιχειρήσεις και την απασχόληση ζωντανές εφαρμόζοντας ένα σχέδιο που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ακολουθήσει η φάση της επαναφοράς και της ανάκαμψης για την οικονομία της χώρας μας.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα