Το ερώτημα της μείωσης του εργατικού δυναμικού και κατ’ επέκταση, της ανεργίας είναι πολύ διαδεδομένο στην Ελλάδα. Το κυβερνητικό αφήγημα στηρίζεται πολύ στη σημαντική μείωση του ποσοστού ανεργίας, τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, παρότι τα ποσοστά μειώνονται, οι συνθήκες που θα περίμενε κανείς να βελτιώνονται (κατανάλωση, ευημερία κ.λπ.), παραμένουν σταθερές ή χειροτερεύουν.
Οι χαμηλοί μισθοί, η υπερβολική ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών, οι κακές εργασιακές συνθήκες, η μεγάλη φορολογία και η ακρίβεια που συμπιέζουν τις μικρές επιχειρήσεις, δεν βοηθάνε. Τα ποσοστά ανέργων μειώνονται, αυτοί που κυρίως αυξάνονται όμως είναι οι εργαζόμενοι-ες που δουλεύουν με βασικό μισθό, ο οποίος παραμένει πολύ χαμηλός και αναντίστοιχος με την καθημερινή ανάγκη.
Πόσοι-ες όμως δουλεύουν πραγματικά, ειδικά σε έναν Δήμο όπως των Ιωαννίνων;
Καταρχάς, τα διαθέσιμα δημόσια δεδομένα για την ανεργία, δεν περιλαμβάνουν «κάθετη αποτύπωση» σε τόσο περιορισμένο γεωγραφικό-πληθυσμιακό μέγεθος.
Η ΕΛΣΤΑΤ ακολουθεί μεθοδολογία απόδοσης στατιστικών, είτε σε μηνιαία βάση και επίπεδο Αποκεντρωμένης Διοίκησης, είτε σε τριμηνιαίο για τις Περιφέρειες.
Υπάρχει όμως μια γενική δήλωση για την εργασία, η οποία περιλαμβάνεται στα στοιχεία της απογραφής πληθυσμού.
Έτσι λοιπόν, στις απογραφή του 2021, οι οικονομικά ενεργοί κάτοικοι των Ιωαννίνων ήταν 50.549 άτομα και οι ανενεργοί, 63.429.
Σημειώνεται ότι στο πεδίο των οικονομικά ενεργών περιλαμβάνονται και οι άνεργοι.
Είναι ένας συσχετισμός που ανταποκρίνεται γενικά στην εικόνα της Ηπείρου, η οποία παρουσιάζει πάντα μικρότερο του 50% εργατικό δυναμικό, επί του πληθυσμού της.
Ακόμα όμως και στον αστικό ιστό του Δήμου Ιωαννιτών, στον «παλιό Δήμο» δηλαδή, ο συσχετισμός ήταν αρνητικός: 36.195 εργαζόμενοι-ες, 45.428 «οικονομικά μη ενεργοί».
Οι πιο ισορροπημένες δημοτικές κοινότητες είναι η Εξοχή, το Νεοχωρόπουλο, τα Μάρμαρα και ακολουθούν η Ανατολή και σε μικρότερη κλίμακα, η Κρύα.