Πόσο πολύ και τι είδους πράσινο χρειαζόμαστε; Πώς πρέπει να σχεδιάζονται οι πράσινες υποδομές; Πώς η κλιματική αλλαγή έχει αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού; Πώς (κι αν) οι πόλεις προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα;
Οι έρευνες και η βιβλιογραφία έχουν δώσει τις απαντήσεις τους και τις λύσεις εδώ και πολλά χρόνια. Το κρίσιμο ζήτημα πάντα είναι η πολιτική απόφαση για έναν ουσιαστικό σχεδιασμό στον τομέα του πρασίνου, που δυστυχώς στην Ελλάδα πάσχει από την υποστελέχωση των υπηρεσιών αλλά και από την ενσωμάτωση της νέας γνώσης στη διαμόρφωση των στρατηγικών.
Το event για το New European Bauhaus έδωσε την ευκαιρία να έρθει πιο κοντά η επιστημονική γνώση, και συγκεκριμένα το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με τις τοπικές αρχές, και δη με τον Δήμο Ιωαννιτών. Δύο φορείς που θα έπρεπε να συνεργάζονται πιο εκτεταμένα σε διάφορους τομείς.
Έστω και με αφορμή ενός event, ένα βήμα έγινε. Οι δεσμεύσεις για πιο ουσιαστική συνεργασία κατατέθηκαν στο τραπέζι.
Τα όσα ειπώθηκαν στο φόρουμ για το αστικό πράσινο, με συντονιστή τον αρμόδιο αντιδήμαρχο Πέτρο Παλάσχα, δεν ήταν καινούρια στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο, παραμένουν όμως πάντα ενδιαφέροντα και υπενθυμίζουν τον άλλο δρόμο που υπάρχει.
Όπως προέκυψε και από τη συζήτηση, το αστικό πράσινο δεν είναι πια ζήτημα αισθητικής αλλά ζήτημα επιβίωσης. Το πράσινο -και ο περιορισμός του τσιμέντου στους δημόσιους τουλάχιστον χώρους- είναι η «ασπίδα» κατά των συνεπειών των ακραίων καιρικών φαινομένων, των πλημυρών και των καυσώνων. Είναι αυτό που μπορεί να εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό τη βιωσιμότητα σε μια πόλη.
Αναφερόμενη στην πόλη των Ιωαννίνων, η καθηγήτρια του Τμήματος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Βασιλική Κατή μίλησε για την ανάγκη κάλυψης του αστικού χώρου με πράσνο σε ποσοστό 40% . Επεσήμανε την ανάγκη για χωμάτινα (όχι τσιμέντο) πεδία, για φυσικά λιμνία (μικρές φυσικές λιμνούλες με ρηχά νερά) που θα λειτουργούν ως φυσικά σφουγγάρια για τα νερά των βροχών και για φύτευση δέντρων που απορροφούν όχι μόνο το διοξείδιο του άνθρακα αλλά δρουν ως φυσικά κλιματιστικά.
Η κα Κατή αναφέρθηκε και στην αναγκαιότητα αστικών πάρκων με στοιχεία φυσικής βλάστησης και όχι με γκαζόν και υπενθύμισε την έρευνα που κάνει το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για τις πεταλούδες που αποτελούν έναν σημαντικό δείκτη της βιοποικιλότητας. Τα Γιάννενα παρουσιάζουν μια μεγάλη αφθονία σε πεταλούδες.
Mίλησε ακόμη για την ανάγκη αύξησης της συνδεσιμότητας των πράσινων χώρων –με «πράσινους διαδρόμους» και φυσικά αναφέρθηκε στη μεγάλη σημασία του βιότοπου στο αγρόκτημα Ανατολής-Κατσικά, προτείνοντας το τμηματικό σπάσιμο του αναχώματος. «Αν θέλουμε να προστατευτούμε από πλημμύρες και να έχουμε καθαρή λίμνη…» είπε με νόημα.
Ο Χάρης Γιώτης, επίκουρος καθηγητής Ανατομίας και Φυσιολογίας Φυτών στο Τμήμα ΒΕΤ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στάθηκε ιδιαίτερα στην κρίσιμη «υποδομή» των δέντρων που μπορούν να καταπολεμήσουν το φαινόμενο των «αστικών θερμικών νησίδων» (το φαινόμενο κατά το οποίο αστικές περιοχές παρουσιάζουν σημαντικά πιο υψηλές θερμοκρασίες σε σχέση με τις περιαστικές ή αγροτικές περιοχές που τις περιβάλλουν. Η διαφορά μπορεί να φτάσει τους 10° C έως 12°).
Έθεσε δε μια ενδιαφέρουσα παράμετρο: Ότι η κλιματική αλλαγή απαιτεί όχι περισσότερο πράσινο, αλλά κατάλληλο και ανθεκτικό. Ανθεκτικό και απέναντι σε διάφορους «εισβολείς». Ένας τέτοιος «εισβολέας» είναι ο αείλανθος (ή αλλιώς βρομοκαρυδιά). Το δέντρο αυτό –ξενικό είδος που ήρθε στην Ελλάδα από την Κίνα στις αρχές του 20ου αιώνα- φυτρώνει παντού: σε ρωγμές πεζοδρομίων, σε αυλές, σε αρχαιολογικούς χώρους κλπ, και έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα. Έχει δε το χαρακτηριστικό ότι αντέχει στην ξηρασία.
Ο κ. Γιώτης ανέφερε ότι στο Εργαστήρι γίνεται καταγραφή του πληθυσμού του αείλανθου στα Γιάννενα. Αν και η έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, ανέφερε ότι φαίνεται πως το είδος αυτό «είναι τρομακτικά παντού».
«Πρέπει να φυτεύουμε τα σωστά δέντρα που θα αντέξουν στις επόμενες δεκαετίες. Γιατί μια φύτευση δέντρου είναι μια επένδυση 40-50 ετών» τόνισε.
Συμπερασματικά είπε ότι το πράσινο που απαιτείται στην πόλη, είναι δέντρα ανθεκτικά σε εισβολικά είδη και στην κλιματική αλλαγή. Αναγκαία θεώρησε και κάποια άλλα βήματα: Τη συνεργασία του Δήμου με ερευνητικούς φορείς, την καταγραφή των μικροκλιματικών συνθηκών σε γειτονιές και συνοικίες και τη συμμετοχή των πολιτών.