Το ανώτατο ευρωπαϊκό δικαστήριο αποφάνθηκε την Τετάρτη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κακώς αρνήθηκε στους New York Times την πρόσβαση σε μηνύματα κειμένου που εστάλησαν μεταξύ της προέδρου Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του διευθύνοντα συμβούλου της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Η απόφαση είναι πιθανό να έχει τεράστιες επιπτώσεις στη διαφάνεια και τη λογοδοσία στην ΕΕ και να επιφέρει τεράστιο πλήγμα στη φήμη της Φον ντερ Λάιεν.
Οι δικηγόροι της αμερικανικής εφημερίδας «κατάφεραν να αντικρούσουν το τεκμήριο της μη ύπαρξης και της μη κατοχής των ζητούμενων εγγράφων», σύμφωνα με ανακοίνωση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο.
Η υπόθεση αναδεικνύει τα συνεχιζόμενα ερωτήματα σχετικά με την εποπτεία της Επιτροπής, η οποία επιμένει ότι τα μηνύματα κειμένου και άλλες «εφήμερες» ηλεκτρονικές επικοινωνίες δεν αποτελούν απαραίτητα έγγραφα ενδιαφέροντος που πρέπει να αποθηκεύονται ή να δημοσιοποιούνται.
Σε ανακοίνωση του δικαστηρίου αναφέρεται ότι «η Επιτροπή δεν μπορεί απλώς να δηλώσει ότι δεν κατέχει τα ζητούμενα έγγραφα, αλλά πρέπει να παράσχει αξιόπιστες εξηγήσεις που να επιτρέπουν στο κοινό και στο δικαστήριο να κατανοήσουν γιατί δεν μπορούν να βρεθούν τα έγγραφα αυτά».
Είπε ότι η Επιτροπή απέτυχε να εξηγήσει «με εύλογο τρόπο» γιατί τα μηνύματα δεν περιείχαν σημαντικές πληροφορίες.
Είπε επίσης ότι η Επιτροπή «δεν διευκρίνισε επαρκώς εάν τα ζητούμενα μηνύματα διαγράφηκαν και, εάν ναι, εάν η διαγραφή έγινε σκόπιμα ή αυτόματα ή εάν το κινητό τηλέφωνο του Προέδρου είχε στο μεταξύ αντικατασταθεί».
Οι υποστηρικτές της διαφάνειας υποστηρίζουν ότι ο ολοένα και πιο ισχυρός εκτελεστικός κλάδος της ΕΕ θα πρέπει να δημιουργήσει ένα αρχείο όλων των συναλλαγών του και να δημοσιεύει έγγραφα όταν του ζητείται.
Οι New York Times ανέφεραν ότι ανταλλάχθηκαν κείμενα μεταξύ της Φον ντερ Λάιεν και του διευθύνοντος συμβούλου της Pfizer, Albert Bourla, καθώς το COVID-19 κατέστρεφε κοινότητες από την Πορτογαλία έως τη Φινλανδία και η ΕΕ προσπαθούσε να αγοράσει δισεκατομμύρια εμβόλια.
Η Φον ντερ Λάιεν βρισκόταν κάτω από έντονο έλεγχο, ειδικά αφού η AstraZeneca δεν μπόρεσε να παραδώσει δόσεις εμβολίων στις 27 χώρες της ΕΕ.
Εν μέσω σκληρού διεθνούς ανταγωνισμού για την πρόσβαση στα εμβόλια, η Φον ντερ Λάιεν επαινέθηκε για τον ηγετικό της ρόλο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αλλά βρέθηκε επίσης να δέχεται έντονη κριτική για την αδιαφάνεια των διαπραγματεύσεων για τη γρήγορη συγκέντρωση 2,7 δισεκατομμυρίων ευρώ για την παραγγελία περισσότερων από ένα δισεκατομμύριο δόσεων εμβολίων.
Την ίδια στιγμή που φέρεται να αντάλλασσε μηνύματα απευθείας με το αφεντικό της Pfizer, η Φον ντερ Λάιεν επαινούσε δημοσίως την εταιρεία ως «αξιόπιστο εταίρο».
Η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της κάτι περισσότερο από δύο μήνες για να ασκήσει έφεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε περίπτωση που αποφασίσει να αμφισβητήσει την απόφαση της Τετάρτης.
Όπως αναφέρει το Politico, η υπόθεση ήταν νομικά δύσκολη για τη Φον ντερ Λάιεν, διότι όχι μόνο υπέγραψε προσωπικά τη μεγαλύτερη σύμβαση εμβολίου του μπλοκ, αλλά προεδρεύει και του ίδιου του θεσμού που έχει αναλάβει την επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ, η οποία περιλαμβάνει τις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Με την απόφαση του δικαστηρίου εναντίον της, παρέχει πολιτικά πυρομαχικά σε ένα ευρύ φάσμα επικριτών.
Προκαλεί, επίσης μεγάλη αμηχανία, δεδομένου ότι συμβαίνει μόλις λίγους μήνες αφότου δεσμεύτηκε δημοσίως να υπερασπιστεί τα πρότυπα διαφάνειας, αποτελεσματικότητας και εντιμότητας κατά τη δεύτερη θητεία της.
Mε πληροφορίες από ΑΡ, Politico