Tο περίφημο πρόγραμμα Antinero για την προστασία των δασών βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έχει κληθεί να διεξάγει προκαταρκτική έρευνα μετά την αποδοχή αναφοράς από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τη σχετική αναφορά είχαν υποβάλλει 213 περιβαλλοντικοί σύλλογοι και ενεργοί πολίτες οι οποίοι κατήγγειλαν σοβαρές παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε οικοτόπους και δάση.
Στην περιοχή των Ιωαννίνων, εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται προγράμματα Antinero σε αρκετές περιοχές. Ένα από αυτά είναι στο πανεπιστημιακό δάσος της Δουρούτης, που ξεκίνησε πρόσφατα. Η διοίκηση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έχει χαρακτηρίσει το πρόγραμμα «εμβληματικό» και έχει δηλώσει το εξής: «Η ένταξη του Πανεπιστημιακού Δάσους στο πρόγραμμα AntiNERO III αποτελεί ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα που επιβεβαιώνει τη στρατηγική δέσμευση όλων μας στην προστασία του περιβάλλοντος, την αειφόρο ανάπτυξη και την υπεύθυνη διαχείριση των φυσικών πόρων, με τη στήριξη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας».
Ωστόσο, στο προσκήνιο έρχεται μια πολύ σοβαρή καταγγελία από συλλογικότητες. Το κείμενο της καταγγελίας υπογράφει η ΚοινΣΕπ «Τα Ψηλά Βουνά» και συνυπογράφουν ο Σύλλογος Μανιταρόφιλων Ελλάδας, η Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, ο Σύλλογος Μανιταρόφιλων Ηπείρου, το «Σχολείο της γης», Habibi Works και Boulouki, όπως και ο Ηλίας Πολέμης, γεωπόνος, μυκητολόγος PhD, μεταδιδακτορικός ερευνητής, και ο Σάββας Χριστοδούλου, υποψήφιος διδάκτορας στο Εργαστήριο Γενικής και Γεωργικής Μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Σύμφωνα με την καταγγελία, οι πρόσφατες επεμβάσεις στο δάσος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, δηλαδή «οι εκτεταμένοι ‘καθαρισμοί’ με αποψιλωτική κοπή της βλάστησης του υπορόφου του δάσους, ανεξαρτήτως ειδών, έχουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή ενός μοναδικού βιότοπου».
Όπως σημειώνεται, το δάσος φιλοξενεί πλήθος σπάνιων μακρομυκήτων και αποτελεί τον σημαντικότερο βιότοπο ενός νέου για την επιστήμη είδους τρούφας, Tuber pulchrosporum, το ολότυπο του οποίου προέρχεται από το δάσος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
«Η βλάστηση του υπορόφου, η φυσική αναγέννηση των δέντρων, καθώς και είδη που δεν καίγονται εύκολα όπως οι ρούσκοι, οι εδαφόβιες μορφές κισσού και οι κληματίδες συνιστούν κρίσιμα στοιχεία της δομής και της οικολογικής ισορροπίας του οικοσυστήματος στο οποίο βρέθηκε και περιγράφηκε το νέο αυτό είδος. Από οικολογικής άποψης, ο συγκεκριμένος σχηματισμός παρουσιάζει χαρακτηριστικά υγρόφιλου και μεσοφυτικού δάσους και δεν έχει σχέση με την τεχνητή φυτεία τραχείας πεύκης που κυριαρχεί στις υπόλοιπες ξηροφυτικές θέσεις. Η παρουσία ειδών που προϋπήρχαν στην περιοχή αυτή πριν τις αναδασώσεις όπως ο κισσός, οι φτελιές και τα πουρνάρια δενδρώδους μορφής δημιουργεί μικροκλίμα με αυξημένη εδαφική και ατμοσφαιρική υγρασία» σημειώνεται.
Προστίθεται δε ότι το μικροκλίμα αυτό συμβάλλει στη μείωση της θερμοκρασίας και της ευφλεκτότητας της βιομάζας, καθιστώντας το δάσος αυτού του τύπου λειτουργικά έναν φυσικό επιβραδυντή της πυρκαγιάς.
«Το φυλλόστρωμα και το επιφανειακό χώμα κάτω από τα φυτά φιλοξενούν πλούσια βιοκοινότητα: μυκήλια, μακρομύκητες, νωποτροφικούς και αποικοδομητικούς μικροοργανισμούς, έντομα, αραχνοειδή, σκουλήκια και πλήθος άλλων οργανισμών που συμβάλλουν στην ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων, στη διατήρηση της εδαφικής γονιμότητας και στη δέσμευση άνθρακα. Η αποψίλωση του υπορόφου έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αποσύνδεση αυτών των πολύπλοκων οικολογικών λειτουργιών, με συνέπειες μακροπρόθεσμης υποβάθμισης της οικολογικής ισορροπίας του δάσους» αναφέρεται στην αναλυτική ανακοίνωση.
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ακόμη ότι στις αρχές Απριλίου, χωρίς να υφίσταται η γνώση για την επικείμενη εφαρμογή προγράμματος Antinero στο πανεπιστημιακό δάσος, οι υπογράφοντες έστειλαν αίτημα για συνάντηση στην πρυτανεία. Στο αίτημα επισημαινόταν τόσο η οικολογική και επιστημονική αξία του δάσους όσο και η μοναδικότητα του βιότοπου, με αναφορά στις δεκάδες καταγραφές μακρομυκήτων και στις πολυάριθμες συλλογές του νέου είδους Tuber pulchrosporum που συνέβαλαν καθοριστικά στην περιγραφή του.
Και όντως έγινε συνάντηση με τον αρμόδιο αντιπρύτανη. Στη συνάντηση αυτή συζητήθηκαν πιθανοί τρόποι προστασίας και αξιοποίησης του δάσους ως χώρου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και έρευνας.
«Παρά τις ανωτέρω ενέργειες, το Πανεπιστήμιο αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση των εργασιών χωρίς να λάβει υπόψη τις σημαντικές αυτές θέσεις για την επιστήμη. Πραγματοποιήθηκαν έτσι εκτεταμένες επεμβάσεις με χρήση βαρέος μηχανικού εξοπλισμού (τρακτέρ και καταστροφείς), οι οποίες οδήγησαν στην πλήρη απομάκρυνση της βλάστησης του υπορόφου όπου «φιλοξενείται» η συντριπτική πλειοψηφία των οργανισμών που συνιστούν τη βιοποικιλότητα του πανεπιστημιακού δάσους» αναφέρεται.
Οι καταγγέλλοντος δεν αποδέχονται δε τις τοποθετήσεις «περί συσσωρευμένης επί δεκαετίες βιομάζας που έπρεπε να αφαιρεθεί», καθώς, όπως σημειώνουν, «δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, αφού οι φυσικοί αποικοδομητές του δάσους — οι μακρομύκητες — για δεκαετίες επιτελούσαν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους σε ένα μοναδικό, μέχρι πρότινος ανέγγιχτο λόγω της θέσης του, οικοσύστημα ανυπολόγιστης περιβαλλοντικής αξίας. Υγρόφιλες θέσεις όπως αυτή στην οποία γίνεται η παρέμβαση πρέπει να μένουν ανέγγιχτες καθώς δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξάπλωση πιθανήςπυρκαγιάς, το αντίθετο μάλιστα!».
Επισημαίνεται ακόμη ότι «το πευκόφυτο, ανώτερο τμήμα του λόφου — το οποίο είναι δυσκολότερα προσβάσιμο λόγω κλίσης και χαρακτηρίζεται από μεγάλη συσσώρευση ξερής φυτικής ύλης και υψηλό βαθμό ευφλεκτότητας — παραμένει έως τώρα ανέπαφο (!)».
«Κάθε άλλο παρά ‘το πλέον σημαντικό βήμα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος’ λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί η εφαρμογή του AntiNERO στο Πανεπιστημιακό Δάσος. Οι παρεμβάσεις αυτές οδηγούν στην υποβάθμιση ενός οικοσυστήματος με καταγεγραμμένη βιοποικιλότητα διεθνούς ενδιαφέροντος, αντιβαίνοντας στις αρχές της περιβαλλοντικής προστασίας και της αειφόρου διαχείρισης που το ίδιο το Πανεπιστήμιο επικαλείται. Η πολιτική του προγράμματος AntiNERO, όπως εφαρμόζεται σήμερα, έχει δεχθεί δημόσια κριτική για ασάφεια στους όρους εφαρμογής και έλλειψη οικολογικών κριτηρίων» τονίζεται.
«Τα Ψηλά Βουνά» ζητούν την άμεση παύση των παρεμβάσεων, τη σύσταση κοινής επιστημονικής επιτροπής με συμμετοχή του Πανεπιστημίου, ανεξάρτητων ειδικών και περιβαλλοντικών φορέων, και την αναθεώρηση του σχεδίου καθαρισμού του πανεπιστημιακού δάσους με σαφή προσανατολισμό στην προστασία, την έρευνα και την περιβαλλοντική εκπαίδευση.