Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ξαναπαίξει αυτό το χαρτί κατά τη διάρκεια του πεντάμηνου πολέμου με το Ιράν: Ξεκινά με μια αυστηρή προειδοποίηση προς την Τεχεράνη ότι βρίσκεται ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν διατάξει τις αμερικανικές δυνάμεις να «εξαφανίσουν» τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας ή να καταλάβουν βασικά τμήματα της πετρελαϊκής της βιομηχανίας, αν οι ηγέτες της δεν αποδεχθούν γρήγορα τους όρους των ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου. Καταλήγει με τον ίδιο να κάνει πίσω με μια δήλωση της τελευταίας στιγμής, μερικές φορές κατόπιν πίεσης των συμμάχων του στον Κόλπο, ότι θα δώσει περισσότερο χρόνο στη διπλωματία.
Η στρατηγική της σκληρής γραμμής — την οποία ο Τραμπ τελειοποίησε κατά τη διάρκεια των ετών που δραστηριοποιούνταν στον τομέα των ακινήτων της Νέας Υόρκης και έχει εφαρμόσει στην πολιτική — στοχεύει να δημιουργήσει κίνηση στις διαπραγματεύσεις μέσω της πίεσης και του χάους. Ωστόσο, η τακτική αυτή αντιμετωπίζει μια πρόκληση από τους Ιρανούς, οι οποίοι πιστεύουν ότι διαθέτουν υψηλότερο όριο στρατηγικής αντοχής στον πόνο από ό,τι η Ουάσιγκτον.
Ενώ ο Τραμπ απολαμβάνει το γεγονός ότι ο αμερικανικός στρατός αποδεκατίζει στρώματα της ηγεσίας της Τεχεράνης και καταστρέφει την αεροπορία και το ναυτικό της, το Ιράν στοιχηματίζει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τον Τραμπ, καθώς αυτός αντιμετωπίζει μειωμένα αποθέματα πυρομαχικών και τη δυσκολία διεξαγωγής ενός πολέμου που είναι αντιδημοφιλής στο αμερικανικό εκλογικό σώμα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Το τελευταίο επεισόδιο ξεκίνησε την Παρασκευή, όταν ο Τραμπ, περιτριγυρισμένος από το Υπουργικό του Συμβούλιο, δήλωσε με σοβαρό ύφος ότι «έχανε την εμπιστοσύνη του» στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν και προειδοποίησε ότι ο αμερικανικός στρατός «θα τους χτυπήσει πολύ σκληρά».
Λίγες ώρες αργότερα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λίβιτ, ενέτεινε τις εικασίες στην Ουάσινγκτον — και σε όλο τον κόσμο — με μια απειλητική δήλωση, στην οποία υποστήριξε ότι «το Ιράν θα συνεχίσει να πληρώνει μέχρι να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με τρόπο που ο Πρόεδρος Τραμπ θεωρεί ουσιαστικό».
Ωστόσο, αργά το βράδυ του Σαββάτου, ο Τραμπ δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι υπήρχαν ενδείξεις προόδου όσον αφορά την επίτευξη συμφωνίας και ότι αναστέλλει, προς το παρόν, το σχέδιο για τη διεξαγωγή νέων, μαζικών επιθέσεων.
Την επόμενη μέρα, ο Τραμπ τόνισε ότι τα αιτήματα για να δοθεί περισσότερος χρόνος στη διπλωματία, τα οποία προέρχονταν από ανώνυμους Ιρανούς αξιωματούχους καθώς και από ηγέτες των συμμάχων του Κόλπου — το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα —, ήταν καθοριστικά για την αλλαγή στάσης του.
«Θα ήταν καταστροφικό για αυτούς. Και δεν ήθελαν να το κάνουμε», είπε ο Τραμπ αναφερόμενος στο Ιράν, καθώς μιλούσε στους δημοσιογράφους κατά την επιστροφή του στην Ουάσινγκτον μετά από ένα Σαββατοκύριακο στο γκολφ κλαμπ του στο Νιου Τζέρσεϊ. «Και ειλικρινά, ούτε η Σαουδική Αραβία το ήθελε. Πίστευαν ότι η συμφωνία είναι κοντά».
Ο Τραμπ ενδέχεται ακόμα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητη μια μαζική κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν. Ωστόσο, οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι η διστακτικότητά του ενδέχεται επίσης να αντανακλά μια σιωπηρή αντίληψη εντός της κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ από μόνη της ίσως να μην αρκεί για να αναγκάσει το Ιράν να υποχωρήσει και να τερματιστεί ένας πόλεμος που διαρκεί πλέον μήνες, τον οποίο ο Τραμπ είχε προηγουμένως υποβαθμίσει ως μια «επιχείρηση» διάρκειας εβδομάδων.
Ο Τραμπ επιμένει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου δεν επηρεάζουν την προσέγγισή του στη σύγκρουση που έχει προκαλέσει ανησυχία σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Ωστόσο, το θέμα αυτό απασχολεί σίγουρα τους συναδέλφους του από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Περίπου τα δύο τρίτα των ενηλίκων στις ΗΠΑ δηλώνουν ότι ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, δεν άξιζε τον κόπο, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Associated Press-NORC Center for Public Affairs Research που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα. Σε αυτούς περιλαμβάνεται η συντριπτική πλειοψηφία των Δημοκρατικών και των ανεξάρτητων, καθώς και περίπου το 37% των Ρεπουμπλικάνων.
Καμία συνομιλία
Το Ιράν δεν διεξάγει επί του παρόντος διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και και, αντ’ αυτού, βρίσκεται σε συζητήσεις με το Ομάν σχετικά με μια προσωρινά ασφαλή διαδρομή μέσω των Στενών του Ορμούζ, δήλωσε τη Δευτέρα ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ.
«Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν τις παραβιάσεις τους, λογικά δεν θα υπάρξει ουσιαστική μεταβολή στην κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η κατάσταση θα παραμείνει απαράλλαχτη ενόσω η «επιθετικότητα» των ΗΠΑ συνεχίζεται, όπως είπε, προσθέτοντας ότι η επίτευξη συμφωνίας με το Ομάν σχετικά με τη θαλάσσια αρτηρία δεν αρκεί για την επαναλειτουργία των στενών.
Με πληροφορίες από ΑΡ