Συντακτης: κύριος Τύπος
Δημοσιευση: 3-05-2020, 12:14
ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Μιχαηλίδης γράφει στον «Τύπο Ιωαννίνων» για τον «αόρατο» πολιτισμό.


Του Θανάση Μιχαηλίδη

Αυτές τις μέρες ζούμε καταστάσεις άγνωστες, πρωτόγνωρες για όλους μας. Μια «επιδημία», ένας άγνωστος ιός που «φυλακίζει» ανθρώπους, ένας άγνωστος που αντιμετωπίζεται ως «γνωστός» και επικίνδυνος. Ένας ολόκληρος κόσμος εγκλωβισμένος. Ένας λαός, ή ακόμα χειρότερα, μια χώρα που δεν πρόλαβε να ανασάνει από την κρίση βρίσκεται ξανά στην άκρη ενός γκρεμού που ίσως δεν έχει τέλος. Ένας λαός που «κρέμεται» από τα χείλη αυτών που κυβερνούν. Μία κυβέρνηση που «κρέμεται» από τα χείλη των ειδικών. Ειδικοί που «κρέμονται» από τα χείλη ειδικών άλλων χωρών που αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση.

Σκηνές παρελθόντος. Τότε που μαζεύονταν οι άνθρωποι γύρω από τη μοναδική τηλεόραση της γειτονιάς για να παρακολουθήσουν τον «Άγνωστο πόλεμο». Έτσι και τώρα. Άγνωστος ο πόλεμος, αόρατος ο εχθρός. Μόνη μας ελπίδα να μην είναι αόρατες οι κυβερνήσεις μας.

Παρακολουθούμε σχεδόν καθημερινά μεγάλα ή μικρά διαγγέλματα. Διαγγέλματα που μας λένε «κοιτάξτε πόσο σας φροντίζουμε» ή «αναλάβετε τις προσωπικές σας ευθύνες». Και τις αναλάβαμε. Και εξακολουθούμε να το κάνουμε. Και ελπίζαμε, όχι σε ένα μπράβο, αλλά τουλάχιστον σε υποστήριξη. Υποστήριξη της συνέχισης της ζωής μας και της αξιοπρέπειάς μας. Υποστήριξη ηθική αλλά και υλική. Γιατί ξέρετε και τρεφόμαστε και ποτιζόμαστε. Και αντ’ αυτού βρήκαμε κοροϊδία. Voucher για να ανοίγουμε έναν υπολογιστή, επιδοτήσεις για να μην δουλεύουμε, επιδοτήσεις για να μην ανοίξουν στην ουσία ξανά οι επιχειρήσεις. Επιδοτήσεις απραξίας. Επιδοτήσεις παντού. Εκτός από τον μεγάλο εχθρό. Τον Πολιτισμό.

«Και να που φτάσαμε εδώ χωρίς αποσκευές μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι» γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης. Φτάσαμε και εμείς. Αλλά αφήσαμε το φεγγάρι μας, τον Πολιτισμό, απ’ έξω. Φτάσαμε στο σημείο που οι άνθρωποι που ασχολούνται με τον Πολιτισμό να είναι αόρατοι από  την κυβέρνηση και τα προγράμματα ενίσχυσης. Προφανώς, εμείς είμαστε απλοί «διασκεδαστές». Προφανώς, εμείς δεν κάνουμε εργασία αλλά «πλάκα». Προφανώς, την εργασία μας μπορεί να την κάνει ο οποιοσδήποτε. Προφανώς, εμείς είμαστε καλοί ως φόντο για να φωτογραφίζονται δίπλα μας μετά τις πρεμιέρες μας. Προφανώς, ο Πολιτισμός έρχεται μετά την γεμάτη κοιλιά. Αυτό μπορώ να το δικαιολογήσω μόνο στον εργαζόμενο που μάχεται για το μεροκάματό του και θεωρεί πρώτη του ανάγκη το ψωμί της οικογένειάς του. Όχι όμως στην κυβέρνηση.

«Άρτος και θεάματα» μας έλεγαν κάποτε. Τώρα, μας τελείωσε ο άρτος, σας κόβω και τα θεάματα. Αυτές τις ημέρες νιώσαμε όλοι οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με τις τέχνες, αόρατοι. Παρατημένοι από το Υπουργείο Πολιτισμού, από τα ΔΗΠΕΘΕ, από τους Δήμους και τις Περιφέρειες. Παρατημένοι από αυτούς που κάθε καλοκαίρι «κόπτονταν» για τους ψηφοφόρους τους να γεμίσουν με εκδηλώσεις τις πόλεις και τα χωριά των περιφερειών τους για να δείξουν έργο. Από αυτούς που σου έλεγαν «800 ευρώ για μια παράσταση;» θεωρώντας τα πολλά. Ναι, για μια παράσταση με πέντε, έξι ή και δέκα ηθοποιούς και με άλλα τόσα άτομα πίσω από τη σκηνή.

Τώρα, σαν να τους ακούμε να λένε - να ψοφήσει ο γελωτοποιός, ο καραγκιόζης, ο θεατρίνος, ο μουσικάντης, ο κλαριντζής, η τραγουδιάρα, ο κουλτουριάρης, ο μπογιατζής, η χορεύτρια που όποτε γουστάρουμε την αποκαλούμε και καμπαρετζού. Να μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που αποδίδονται ελαφρά τη καρδία στους εργάτες της βαριάς βιομηχανίας της χώρας μας. Τον Πολιτισμό.

Όμως η κοινωνία έχει ως βάση της τον άνθρωπο. Και αυτό πρέπει να το καταλάβει επιτέλους η Κυβέρνηση. Να βλέπει τον άνθρωπο και όχι την τσέπη της. Να μάθει να βλέπει μακριά. Να αντιμετωπίζει την κρίση, όχι ως προσωπική ευκαιρία κάλυψης της ανυπαρξίας και ανικανότητάς της, αλλά ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα αλληλεγγύης και δοτικότητας. Να μάθει να σέβεται τον άνθρωπο και όχι να τον φοβίζει κουνώντας του το δάχτυλο και απειλώντας τον με συστάσεις και πρόστιμα. Γιατί τα πρόστιμα δεν παράγουν δημοκρατία. Ούτε να ειρωνεύεται τον εγκλεισμό του πληθυσμού λέγοντας πως «δεν σας ενισχύουμε οικονομικά για να μην γίνετε 300 κιλά».

Ακόμα και στις σοβαρές κυβερνήσεις υπήρχαν άστοχες επιλογές. Πόσο μάλλον στη σημερινή που είναι εξ ολοκλήρου άστοχη. Τελειώνοντας, θα τονίσω το εξής: δεν είμαστε ζητιάνοι, δεν παρακαλάμε. Απαιτούμε. Το Σύνταγμά μας ορίζει πως σε καιρούς κρίσης το κράτος υποχρεούται και αναλαμβάνει τη στήριξη του πολίτη. Δεν τον εξαφανίζει.

Πριν λίγες μέρες, ο Πρωθυπουργός στο όγδοο διάγγελμά του μίλησε για νομοσχέδια που θα είναι ελκυστικά σε ξένους και ντόπιους επενδυτές. Έκλεισα την τηλεόραση, μάζεψα σε ψιλά 0.90 λεπτά του ευρώ και πήγα απέναντι στον φούρνο για να αγοράσω λίγο ψωμί. Στάθηκα απ’ έξω στην ουρά περιμένοντας υπομονετικά να βγει από τον φούρνο ο προηγούμενος ντόπιος «επενδυτής» που είχε επενδύσει το δικό του κεφάλαιο σε ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης.

Ας μην τους αφήσουμε να μας καταστρέψουν.

200 λέξεις απομένουν.
σχετικα αρθρα