Ένα εξάρτημα συνδεδεμένο άρρηκτα με την ποιμενική κτηνοτροφία. Που φέρει μαζί του στοιχεία της λαϊκής τέχνης, της πολιτιστικής κληρονομιάς, της μνήμης και των βιωμάτων μιας ολόκληρης κοινότητας του βουνού.
Τα κουδούνια είναι οι ήχοι στο βουνό, οι ήχοι της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, η «μουσική του βουνού», όπως το περιγράφουν οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι.
Η «μουσική» αυτή έχει περιοριστεί πια. Όχι μόνο επειδή η μετακινούμενη κτηνοτροφία έχει περιοριστεί, αλλά και επειδή οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι επιλέγουν πια πιο σύγχρονες μεθόδους για τον εντοπισμό του κοπαδιού τους (π.χ. GPS). Ωστόσο, κάποιοι μερακλήδες επιμένουν και διατηρούν ακόμα -κι όσο αντέξουν- ζωντανή αυτή την πολιτιστική κληρονομιά.
Το εργαλείο-αυτό της καθημερινής κτηνοτροφικής πρακτικής αποτέλεσε το αντικείμενο μιας ενδιαφέρουσας ημερίδας που έγινε την Παρασκευή 26 Ιουνίου, στο Μουσείο Αργυροτεχνίας Ιωαννίνων, από το Δίκτυο Μετακινούμενων Κτηνοτρόφων Ελλάδας και την Ένωση Μετακινούμενων Κτηνοτρόφων Ηπείρου υπό την αιγίδα του Δήμου Ιωαννιτών και με την υποστήριξη του ΚΕΠΑΒΙ.
Ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού Μηνάς Πασχόπουλος, στον χαιρετισμό του, έθεσε με σαφήνεια τη σημασία των κουδουνιών στον «χάρτη» της πολιτιστικής κληρονομιάς, προσθέτοντας όμως ότι ο ήχος των κουδουνιών αποτελεί και μια «προειδοποίηση» για όλα τα προβλήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η κτηνοτροφία, και η δη μετακινούμενη κτηνοτροφία.
Η πρόεδρος του Δικτύου Μετακινούμενων Κτηνοτρόφων Ελλάδας Βασιλική Λάγκα μίλησε για τη σημασία της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, η οποία από το 2020 έχει εγγραφεί στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.
«Ένα από τα βασικά έθιμα ακαι ουσιαστική πρακτική που συνεχίζει και σήμερα, ήταν η επιλογή των κατάλληλων κουδουνιών-κυπριών, κυρίως πριν τη μετακίνηση, ανάλογα με τις προτιμήσεις του κάθε κτηνοτρόφου στους ποικίλους μελωδικούς ήχους των κουδουνιών . Έτσι είχε τη δυνατότητα να εντοπίσει και να ξεχωρίσει το κοπάδι του κατά τη βόσκηση» ανέφερε.
Ο κτηνοτρόφος Άγγελος Φούκας ως εκπρόσωπος της Ένωσης Μετακινούμενων Κτηνοτρόφων Ιωαννίνων μίλησε για «μουσική του βουνού» και για τη μετακινούμενη κτηνοτροφία. «Η μετακινούμενη κτηνοτροφία ‘ζωντανεύει’ τα βουνά» είπε.
Ο Γιώργος Μπέλλος, γεωπόνος-ζωοτέχνης στο Κέντρο Ζωικών Γενετικών Πόρων Ιωαννίνων, έκανε μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση για τα κουδούνια. Ο ίδιος έχει ασχοληθεί με το εξάρτημα αυτό σε ερευνητικό επίπεδο, συνομιλώντας με κτηνοτρόφους και κατασκευαστές κουδουνιών στην ευρύτερη περιοχή. Όπως είπε, έχουν καταγραφεί περισσότερες από 200 ονομασίες για τα κουδούνια.
Τα κουδούνια διακρίνονται σε σφυρήλατα και χυτά. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάκριση, ανάλογα με το υλικό κατασκευής και το σχήμα τους:
Τα απλά κουδούνια, τα τσοκάνια (σφυρήλατα από επιχαλκωμένη λαμαρίνα σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου), τα κυπριά (χυτά από ορείχαλκο ή μπρούντζο) και τα σφαιρικά κουδούνια (χυτά που στο εσωτερικό τους κινείται ελεύθερα μια μπίλια).
Το μέγεθος δε των κουδουνιών ποικίλλει. Ένα κυπρί μπορεί να φτάσει μέχρι και τα έξι κιλά. Στα κυπριά συναντώνται πολλές φορές ανάγλυφα σύμβολα.
Ο κ. Μπέλλος μίλησε για τη διαδικασία του κρεμάσματος –του «αρματώματος»- των κουδουνιών τα ζώα, χαρακτηρίζοντας την ως μια τελετουργική διαδικασία για τους κτηνοτρόφους, η οποία όμως έχει πια ατονήσει.
Η πρόσδεση των κουδουνιών στα ζώα γίνεται προς το τέλος της άνοιξης καθώς τότε τα ζώα βρίσκονται σε καλή σωματική κατάσταση και μπορούν να αντέξουν το βάρος των κουδουνιών στην επίπονη μετακίνηση προς τους ορεινούς βοσκοτόπους.
Τα κουδούνια προσαρμόζονται στο λαιμό των ζώων με περιλαίμια, διαφόρων τύπων, που κατά περίπτωση αποτελούν κι αυτά «μικρά έργα τέχνης».
«Είναι βέβαιο ότι η σταδιακή μείωση των εμπλεκόμενων με την κτηνοτροφία καθώς και η στροφή των νέων προς εντατικά συστήματα εκτροφής, λειτουργεί συμπιεστικά ως προς τη χρήση των κουδουνιών στο μέλλον.
Δεν παύουν όμως να αποτελούν εργαλεία που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη λαϊκή μας τέχνη και κατά συνέπεια την πολιτιστική μας κληρονομιά, η διαφύλαξη της οποίας είναι χρέος όλων μας» ανέφερε ο κ. Μπέλλος.
Οι υποψήφιες διδάκτορες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αικατερίνη Βασιλάκη και Ζωή Παναγή, παρουσίασαν τα κυπριά όχι μόνο ως ένα βασικό στοιχείο εθιμικών πρακτικών, με ανθρωπολογικές και λαογραφικές διαστάσεις, αλλά και ως ένα σύγχρονο, ψηφιακό και επιστημονικά τεκμηριωμένο μουσειακό έκθεμα.
Η μουσικός και φιλόλογος Μαρία Τσιρώνη στάθηκε στη μουσική διάσταση των κουδουνιών. Η κα Τσιρώνη τόνισε ότι τα κουδούνια μπορούν να θεωρηθούν όχι μόνο ως πρακτικά εργαλεία της κτηνοτροφίας, αλλά και ως αυθεντικά μουσικά όργανα.
Μάλιστα, η βραδιά έκλεισε μουσικά συνοδεία του ήχου των κουδουνιών, με τη συμμετοχή της Μαρίας Τσιρώνη (φωνή, κουδούνια), του Θεοχάρη Κύρκου (ηλεκτρικό μπάσο), του Κώστα Κωσταγιώργου (βιολί, τραγούδι) και του Νίκου Τομαρά (κλαρίνο, τραγούδι).

Στην εκδήλωση, δύο κατασκευαστές κουδουνιών, ο Αργύρης Καραματσούκας και ο Φώτης Γαλανόπουλος παρουσίασαν την τέχνη τους.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε ακόμη προβολή σύντομου αποσπάσματος από την παράσταση «Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννινα» του ΔΗΠΕΘΙ και την προβολή του ντοκιμαντέρ «Τα Κουδούνια ως στοιχείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της κτηνοτροφίας» του Θεόδωρου Σδρούλια.