Εδώ και καμιά δεκαπενταριά χρόνια, η ελληνική κοινωνία έχει προσπαθήσει αρκετές φορές να περάσει από τη χαραμάδα ελπίδας που άνοιξαν διάφορα γεγονότα, για να διαπιστώσει ότι η χαραμάδα, όχι απλά δεν είναι αρκετά μεγάλη, αλλά κλείνει κιόλας.
Εδώ και λίγα χρόνια ψυχορραγούμε. Η ελληνική κοινωνία ψυχορραγεί.
Χάνει τη ζωτικότητά της, άγεται και φέρεται από την ανάγκη του επιούσιου και τον τρόμο της φωτεινής ένδειξης του καλοριφέρ, δεν προλαβαίνει να ψάξει για χαραμάδες.
Εδώ και δύο χρόνια ψυχορραγεί μετά από ένα έγκλημα: αυτό που συνέβη στα Τέμπη.
Η σιδηροδρομική τραγωδία έκοψε οριζόντια την ελληνική κοινωνία, όπως «οριζόντιο μέσο» είναι και το τρένο. Είναι για όλο τον κόσμο, για λαϊκούς και μη (όχι ιερωμένους, πιο «έχοντες») και υποτίθεται ότι ήταν ασφαλές.
Ε, δεν ήταν. Και δεν ήταν γιατί εδώ και μια εικοσαετία σχεδόν, αποσαθρώνεται κάθε υποδομή, εκχωρείται για να γίνει μέσο κερδοφορίας, διαλύεται σε μικρότερες δομές που δεν εξασφαλίζουν ούτε την ασφάλεια, ούτε τη λειτουργικότητα, ούτε εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Φτάσαμε σε εκείνο το βράδυ δύο χρόνια πριν. Η αίσθηση της συγκάλυψης επιτάθηκε από τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και ο «κάθετος» μηχανισμός διακυβέρνησης: γρήγορο «σκούπισμα κάτω από το χαλί», μπαζώματα χωρίς να έχουν προηγηθεί οι δέουσες πράξεις (συλλογή στοιχείων, εξακριβώσεις, εξασφάλιση αποδεικτικών μέσων), ταχεία υπόδειξη «ατομικής ευθύνης», επιμονή επίσημων (πρωθυπουργός, υπουργοί) σε πρόωρα και βολικά γι αυτούς συμπεράσματα. Μια αλληλουχία ανακριβειών και ισχυρισμών που αποδεικνύονται διαχρονικά ψέματα, υπεκφυγές και υλικό για βίντεο του Luben.
Μην ξεχνάμε ότι πριν από δύο χρόνια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το σύστημά του πήγαιναν σε εκλογές. Τις κέρδισαν πανηγυρικά, ελλείψει αντιπάλου και χάρη σε μια βαθιά κοινωνική συμφωνία που έχει επιτύχει η ΝΔ. Όλα τότε λειτούργησαν άψογα και η κυβέρνηση πίστεψε ότι είχε ελέγξει το πρόβλημα, όπως έλεγξε την πανδημία, τις υποκλοπές, άρα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, με την γνωστή της έπαρση.
Δεν τις έλεγξε όμως.
Η ψυχορραγούσα ελληνική κοινωνία δεν ξέχασε και δεν αποσιώπησε τις προφανείς (όχι πρωτοφανείς) προσπάθειες, που δεν είναι καθόλου ξένες στο ελληνικό κράτος. Η κυβέρνηση όμως αυτή τη φορά έχασε την παροιμιώδη αλαζονική ψυχραιμία της. Την έχασαν οι σκληροί ακροδεξιοί λαϊκιστές όπως οι κ.κ. Βορίδης και Γεωργιάδης, την έχασαν όμως και τα πασοκικά στελέχη σαν τον κ. Φλωρίδη που θυμήθηκε τον… εμφύλιο. Εύκολα εκτρέπεται ένας υποτίθεται «δημοκρατικής προέλευσης» υπουργός, όταν δεν έχει εκλεγεί καν και η θέση του εξαρτάται από τη βούληση του προϊσταμένου του…
Αυτή τη φορά δεν έφτασε η πανστρατιά των απίθανων έμμισθων, ανώνυμων και επώνυμων που εκτελούν τα συμβόλαια «δολοφονίας χαρακτήρα». Όλοι τους έχουν συνήθως και κάποια πιο στενή, άμεση ή έμμεση, ενίοτε έμμισθη, σχέση με την κυβέρνηση.
Δεν μπορείς όμως να αντιπαρέλθεις με τέτοια κόλπα –φτηνά ή ακριβά- την αίσθηση της αδικίας και της απουσίας του τελευταίου πράγματος που υποτίθεται εγγυάται το σύστημα: τη λειτουργία των θεσμών.
Όταν οι θεσμοί έχουν εξελιχθεί σε προσωπικές υποθέσεις πρωθυπουργικών εκλεκτών, θα συμμερίζονται τη θέση του πρωθυπουργού απροκάλυπτα και θα απαντούν ωσάν να βρίσκονται σε άλλη θέση.
Μια κοινωνία που ψυχορραγεί, ελπίζει σε αυτά που ήταν παλιά δεδομένα. Όταν αυτά δεν είναι πια δεδομένα, δεν πείθεται εύκολα.
Και βγαίνει στον δρόμο.