Το «Κρέας» είναι μια βραβευμένη ταινία του Δημήτρη Νάκου. Εδώ και λίγες μέρες παίζεται στα σινεμά (και) των Ιωαννίνων και ο Τύπος Ιωαννίνων έκανε μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη, για την ταινία, αλλά και τις σημασίες και τις «προβολές» της στην πραγματικότητα.
Περί τίνος πρόκειται, το «Κρέας»;
Είναι μια ιστορία συγκάλυψης ενός φόνου στην επαρχία. Σε δύο γραμμές το στόρι είναι ότι μια μέρα πριν τα εγκαίνια του νέου κρεοπωλείου της οικογένειας, ο γιος δολοφονεί τον γείτονα με τον οποίο έχουν διένεξη για όρια των χωραφιών.
Το ενδιαφέρον επειδή γνωρίζουμε από πολύ αρχή ποιος είναι ο δολοφόνος, δεν είναι να ψάχνουμε ποιος το έχει κάνει αλλά αυτό το οποίο επωμιζόμαστε είναι το πώς θα συγκαλυφθεί το έγκλημα ποιος θα πάρει την ευθύνη. Είναι δηλαδή μία ιστορία που συνδυάζει το αστυνομικό σασπένς με το οικογενειακό δράμα
Είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε στην ελληνική επαρχία. Και πού έχει συμβεί;
Η έμπνευσή μου ήταν από το πραγματικό σημείο, το οποίο είναι στη Κύμη, στην Εύβοια.
Ανήκει στον πατέρα της γυναίκας μου. Είναι ένας τόπος που ξέρω πάρα πολύ καλά, την Κύμη την επισκέπτομαι συχνά σε αυτά τα 15 χρόνια, την έχω ζήσει καθόλου τη διάρκεια του χρόνου σε διάφορες εποχές της, γνωρίζω τους ανθρώπους εκεί, τις ιστορίες τους.
Επίσης, έχουμε κάνει ήδη τρεις μικρού μήκους πριν το «Κρέας» και ήθελα να επιστρέψω για να κάνω εκεί τη πρώτη μου μεγάλη μήκους ταινία, να στήσω εκεί μία ιστορία στο συγκεκριμένο location που έχει μια συγκεκριμένη ενέργεια και ένα βάρος, τον κόπο και τον μόχθο και όλη την πατίνα του χρόνου που είναι αποτυπωμένη εκεί.
Δεν έγινε εκεί η δολοφονία που αφηγούμαστε, αλλά κάναμε ένα «μιξ» συγκεκριμένων γεγονότων, πραγμάτων, ιστοριών, ανθρώπων για να βγει το τελικό σενάριο μυθοπλασίας που είναι το «Κρέας».
Η ταινία τώρα βγαίνει στις μεγάλες οθόνες, έχει κάνει όμως ήδη ένα μακρύ ταξίδι, Ήταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και σε άλλα διεθνή φεστιβάλ, πιο πίσω.
Ναι και πριν το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κάναμε την παγκόσμια πρεμιέρα μας στο Τορόντο, τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, σε ένα τεράστιο φεστιβάλ, με πολύ μεγάλη χαρά, καθώς η ταινία μας ήταν μέρος αυτής της πολύ μεγάλης κινηματογραφικής γιορτής.
Μείναμε μία εβδομάδα, ήταν και η δικιά μας ταινία, κουβεντιάσαμε, βρεθήκαμε με πολύ κόσμο.
Μετά έχουμε πάει στη Θεσσαλονίκη, στο Μονπελιέ της Γαλλίας όπου έχει τιμηθεί και ο Κωνσταντής Πιστιόλης για τη μουσική του. Στη Θεσσαλονίκη που είπαμε, τιμηθήκαμε και εκεί με τρία βραβεία. Ακόμα πήγαμε στις Βρυξέλλες, στην Τεργέστη, στη Γλασκώβη και έπονται και πολλά ακόμα.
Στα σινεμά έχουμε βγει από τις 6 Μαρτίου. Η ταινία κυκλοφορεί στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα, σε πολλές πόλεις και έτσι κάνουμε ένα roadtrip και επισκεπτόμαστε όσες περισσότερες πόλεις μπορούμε, mόνος μου και με συντελεστές της ταινίας.
Ερχόμαστε σε επαφή με το κοινό και τους θεατές για να κάνουμε έτσι μετά την προβολή της ταινίας, όμορφες κουβέντες.
Είναι κάτι που δεν συνηθίζεται γενικά. Ήταν μια πρωτοβουλία της εταιρείας διανομής μας της Feelgood που μου άρεσε πάρα πολύ. Mου άρεσε να ταξιδεύω και θέλω να έρχομαι και σε επαφή και με το κοινό. Αυτή είναι η ετερότητα με το θέατρο, γιατί εκεί όταν τελειώνει η παράσταση μπορείς να μιλήσεις με τους συντελεστές.
Ενώ αντίθετα δεν είναι πολύ σύνηθες να συμβαίνει αυτό με μια κινηματογραφική ταινία.
Είναι λοιπόν μια ωραία ευκαιρία να έρθει και το κοινό σε επαφή με μας και εμείς με το κοινό.
Κάποια σημεία της υπόθεσης μου θύμισαν λίγο την «Επιστροφή» του Βασίλη Δούβλη
Την έχω δει και με τον Βασίλη είμαστε και φίλοι και μάλιστα στην επόμενη του ταινία, από την «Επιστροφή» είχαμε συνεργαστεί. Όχι όμως δεν έχει πολλά κοινά. Αλλά είναι όμως μια ιστορία ελληνικής επαρχίας.
Τα πράγματα που συμβαίνουν λοιπόν στην ελληνική επαρχία μπορούν να δώσουν υλικό για τα πάντα πλέον;
Όπως είπες δεν είναι μόνο ότι συμβαίνουν στην ελληνική επαρχία. Απλά συμβαίνουν σε μια κλειστή κοινωνία και είναι σαν να παίρνουμε ένα μεγεθυντικό φακό, ας πούμε, και να βλέπουμε με περισσότερη προσοχή και ενάργεια πράγματα τα οποία συμβαίνουν γύρω μας.
Η βάση όμως όπως είναι η έννοια της συγκάλυψης, δυστυχώς είναι πολύ επίκαιρη η μη ανάληψη της ευθύνης. Είναι ζητήματα διαχρονικά, για παράδειγμα την ιστορία της ταινίας τη δουλεύω τουλάχιστον πέντε χρόνια και συμπίπτει τώρα με την επικαιρότητα. Είναι στοιχεία και παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, πάντα παρούσες.
Ο κόσμος που έχει δει την ταινία μιλάει με πολύ καλά λόγια για τη μουσική της. Πώς «δέσατε» με τον Κωνσταντή Πιστιόλη;
Είμαστε πάρα πολύ τυχεροί. Για μένα η ψυχή της ταινίας είναι η μουσική του Κωνσταντή. Όταν έγραφα στην ιστορία, τη φανταζόμουν με μια τέτοια τύπου μουσική, αυτό που κάνει δηλαδή πολύ πετυχημένα και ωραία ο Κωνσταντής: το συνδυασμό των παραδοσιακών ήχων με τους μοντέρνους.
Όταν συναντηθήκαμε με τη μουσική και με τον ίδιο τον Κωνσταντή αρχίσαμε να δοκιμάζουμε πράγματα, να γράφει δηλαδή κομμάτια, να ακούμε και να τα δοκιμάζουμε πάνω στις σκηνές.
Ήταν και πολύ παραπάνω από αυτό που μπορούσα να φανταστώ για την ταινία. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της και έχει ο Κωνσταντής κάνει φοβερή δουλειά. Νομίζω ότι η μουσική είναι ένας από τους λόγους να δει κάποιες ταινίες και να την ακούσει στον κινηματογράφο.
Λέμε πολλές φορές ότι οι ταινίες είναι πολύ διαφορετικές όταν τις βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη και πράγματι έτσι είναι.
Είναι προορισμένες και φτιαγμένες για τη μεγάλη οθόνη αλλά είναι και διαφορετικό και να τις ακούμε γιατί είναι πολύ διαφορετικό από τη τηλεόραση, από το λάπτοπ ή ακόμα χειρότερα από ένα κινητό όπου πολλές φορές μπορεί και να δούμε ταινία.
Είναι διαφορετικό αυτό το 5:1 που έχει ο κινηματογράφος, όπου μπορείς να ακούσεις τον παραμικρό ήχο που βάζουμε από τη φύση: το δέντρο, το περπάτημα και φυσικά την μουσική επένδυση-ειδικά μια τόσο σπουδαία μουσική όπως έχει κάνει ο Κωνσταντής. Υπάρχει αυτός ο συνδυασμός του ηχοτοπίου όπου μόνο στο σινεμά μπορούμε να το απολαύσουμε.
Info
Κρέας
Κοινωνικό θρίλερ, 104 λεπτά
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Νάκος, με τους Ακύλλα Καραζήση, Μαρία Καλλιμάνη, Κώστα Νικούλι, Παύλο Ιορδανόπουλο, Γιάννη Αναστασάκη, Ναταλία Σουίφτ