Κάπου το 1966, το Melody Maker χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «σούπερ γκρουπ» για να αναφερθεί σε ένα σούπερ γκρουπ: τους Cream.
Ήδη, τα τρία μέλη της μπάντας ήταν «γυρολόγοι πολυτελείας»: ο Έρικ Κλάπτον είχε παίξει ακόμα και στη Φωκίωνος Νέγρη, ο Τζίντζερ Μπέικερ ήταν ο ορισμός του λόκο λονδρέζου ντράμερ και ο Τζακ Μπρους ήταν απλώς χαρισματικός.
Το Fresh Cream ήταν το πρώτο τους άλμπουμ, που κυκλοφόρησε αρχές Δεκεμβρίου του ’66, 59 χρόνια πριν.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε σε δύο εκδοχές, μια αγγλική και μια αμερικάνικη.
Η δεύτερη ξεκινούσε με το I Feel Free, ένα από τα σήματα κατατεθέντα του κατακλυσμιαίου ήχου των Cream, μια σύνθεση του Μπρους σε στίχους του ποιητή Πιτ Μπράουν.
Όλος ο δίσκος είναι αυτό το τρίλεπτο flow: πώς τρεις τρομερά χαρισματικοί μουσικοί, στο άνθος της νιότης τους, θα παίξουν αυτό που βγαίνει πηγαία από μέσα τους.
Ψυχεδέλεια, μπλουζ, αλλά και μια αίσθηση ότι τους άλλους δύο, τους κυνηγάει ο Μπέικερ με τη δίκαση, σε βαθμό που κάποιοι μιλήσανε για τα «σπερματικά χαρακτηριστικά του heavy metal». Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για το 1966.
Η αγγλική έκδοση είχε και μια αδιανόητη διασκευή στο Spoonful του Γουίλι Ντίξον, η οποία έβαζε απέναντί της την αγριεμένη απόδοση του Howlin’ Wolf και την τρόμαζε.
Ο Μπρους ήταν η βασική δημιουργική μορφή στον δίσκο, που ήταν μια μίξη αυτών των συνθέσεων και μπλουζ κομματιών, όπως το I’m so Glad του Σκιπ Τζέιμς.
Κοινώς, οι Cream ήταν μια σούπερ μπάντα που πήγαινε εξαιρετικά εύκολα από τα delta blues στην ψυχεδέλεια της εποχής της και ακόμα παραπέρα.
Τα ωραία θα συνεχίζονταν ένα χρόνο αργότερα με το Disraeli Gears, σε παραγωγή ενός άλλου τρελάκια, του Φίλιξ Παπαλάρντι.
Το Fresh Cream όμως, θα παραμένει για πάντα ένα μίλλιον στη μεγάλη λεωφόρο του ροκενρόλ.