Η συζήτηση για τα φεστιβάλ, τις πολιτικές εκείνες διοργανώσεις που πλέον έχουν αναχθεί σχεδόν σε βιομηχανία (και μια μικρή επιστήμη συνάμα), άνοιξε και πάλι στα Γιάννενα, τα οποία δεν έχουν φεστιβάλ.
Επίσης, δεν είχαν και παλιότερα.
Τα φεστιβάλ που εμπεριέχουν όλες τις διαστάσεις του όρου και «δένονται» με τον τόπο όπου δημιουργούνται και λειτουργούν, δεν υπάρχουν στα Γιάννενα. Οι δημοτικές αρχές διαχρονικά, τον 21ο αιώνα, έχουν ή αποτύχει στη δημιουργία τους ή προσεγγίσει το αντικείμενο με έναν συγκεκριμένο, διεκπεραιωτικό και τελικά ελλιπή, τρόπο.
Φεστιβάλ, έχει η Πρέβεζα: το τζαζ φεστιβάλ, το οποίο τα Γιάννενα αρνήθηκαν γιατί η δημοτική αρχή Γκόντα το υποτίμησε και η πρώτη διοργάνωση έπεσε πάνω στο μπαράζ της Καλαμάτας. Ακυρώθηκε 23 χρόνια πριν γιατί «θα έβρεχε» και μετά, οι διοργανωτές του το πήραν και το πήγανε στην Πρέβεζα. Εκεί βρίσκεται και σήμερα και το καλύτερο είναι ότι συμπυκνώνει όλα αυτά που κυνηγάνε οι τοπικές συντεχνίες: σχέσεις με το εξωτερικό, αναγνωρισιμότητα, επισκεψιμότητα κ.ο.κ.
Φεστιβάλ, έχουν τα Γιάννενα, αλλά είναι μια ιδιωτική πρωτοβουλία στην οποία ο Δήμος συμμετέχει επικουρικά: η Photometria είναι το πιο καλό και ζωντανό παράδειγμα για το πώς γίνεται μια πόλη «φεστιβαλικό τοπόσημο» και είναι ήδη 17 ετών.
Φεστιβάλ έχουν και άλλες πόλεις, όπου οι τοπικές αυτοδιοικήσεις αποφάσισαν να τα δημιουργήσουν από το μηδέν, με συγκεκριμένη στοχοθεσία, με συγκεκριμένους προϋπολογισμούς και συγκεκριμένους στόχους βιωσιμότητας.
Ένα φεστιβάλ πρέπει να έχει κάθε χρόνο χρήματα για να ξεκινάει τα βασικά και στη συνέχεια, να αναζητά επιπλέον πόρους.
Ένα φεστιβάλ πρέπει να προσελκύει κόσμο, αλλά να μπορεί να αντιπαρέλθει μια κακή χρονιά.
Ένα φεστιβάλ πρέπει να καταστεί πολιτισμική συνήθεια. Πρέπει να λείψει στους πολίτες, αν δεν γίνει.
Ένα φεστιβάλ, για να μπορεί να παράγει όντως «πολιτισμικό κεφάλαιο» δεν μπορεί να αναπαράγει κάθε χρόνο τα ίδια, ούτε να γίνεται αυτοαναφορικό. Δεν φτάνει δηλαδή το πλάνο «μια μεγάλη μπάντα-δέκα τοπικές» για να επιβιώσει και να αποτυπωθεί στη συνείδηση κοινού, καλλιτεχνικού και μη.
Επίσης, ένα φεστιβάλ χρειάζεται άπειρο τρέξιμο, οργανωτικά πλάνα και σχήματα, ανθρώπους-κλειδιά και κόσμο που θα δουλέψει γι αυτό, όσες μέρες κρατήσει. Το Πνευματικό Κέντρο δεν δρέπει δάφνες σε αυτό τον τομέα.
Πολύ δε περισσότερο, ένα φεστιβάλ στα Γιάννενα χρειάζεται οργανωτικές ασφάλειες και δικλείδες, λόγω του καιρού και των (λίγων) διαθέσιμων χώρων. Πρέπει δηλαδή η τοπική αυτοδιοίκηση, αν θέλει όντως να κάνει μια μόνιμη και ανθεκτική διοργάνωση, να έχει τις κατάλληλες υποδομές και να εξασφαλίσει-διαμορφώσει έναν χώρο που να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και όχι απλά «αν βρέξει, πάμε εκεί».
Τέτοιες αίθουσες δεν υπάρχουν στα Γιάννενα. Και πάλι όμως, μια τέτοια διοργάνωση δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένη σε έναν και μόνο χώρο, γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως οι εμπορικές εκθέσεις.
Τα παραδείγματα υπάρχουν και περνάνε ανεκμετάλλευτα: η οργανωτική τακτική εκθέσεων όπως τα Plasmata που πέρασαν από τα Γιάννενα, θα μπορούσε να γίνει «μάθημα», αλλά δεν έγινε. Οι εναλλακτικές χωροθετήσεις της Μπιενάλε Δυτικών Βαλκανίων θα μπορούσαν να υιοθετηθούν άμεσα, αλλά δεν υιοθετήθηκαν. Το ενδιαφέρον παράδειγμα του φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος, έπεσε θύμα μικροπολιτικών ανταγωνισμών και δεν προχώρησε.
Εν τέλει, ο Δήμος Ιωαννιτών πρέπει πρώτα να αντιληφθεί και να εμπεδώσει τι είναι ένα φεστιβάλ και μετά να προχωρήσει στην απόπειρα.
Διαφορετικά, θα φτιάχνει αποσπασματικά γεγονότα, που είτε καλά, είτε άριστα, είτε αδιάφορα, είτε τραγέλαφοι, θα είναι πάντα αποσπασματικά…