Τι σκέφτεσαι όταν βαδίζεις προς τον θάνατό σου;
Τι θες να κάνεις αυτές τις τελευταίες στιγμές που ορίζεις την ύπαρξή σου, πώς θα υπερνικήσεις το «χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου»;
Ίσως η μεγαλύτερη νίκη των 200 κομμουνιστών, αρχειομαρξιστών, τροτσκιστών της Καισαριανής, είναι αυτές οι φωτογραφίες που επανήλθαν στη δημοσιότητα 82 χρόνια μετά τη θυσία τους.
Σε μια από αυτές τις έτσι και αλλιώς συγκλονιστικές στιγμές αποφασισμένων ανθρώπων, που πέρασε κάπως απαρατήρητη, είναι εκείνη με τα πεταμένα πανωφόρια, στην πύλη του σκοπευτηρίου της Καισαριανής.
Οι ναζί οδηγούν τους ανθρώπους στο σκοπευτήριο και πίσω τους αυτοί, αφήνουν τα ρούχα τους.
Γιατί;
Υπάρχει τουλάχιστον άλλη μια καταγραφή παρόμοιου γεγονότος. Είναι τέσσερα χρόνια μετά την Πρωτομαγιά της Καισαριανής, στα Γιάννενα. Οι ναζί έχουν νικηθεί, οι ίδιοι άνθρωποι που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή όμως, συνεχίζουν να εκτελούνται, αυτή τη φορά από το ελληνικό κράτος.
Η Ελπινίκη Βασδέκη από τη Βίτσα ήταν 29 χρονών όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από το στρατοδικείο, γιατί ήταν μέλος του ΚΚΕ. Ήταν παντρεμένη από το 1946 με τον βετεράνο του αλβανικού μετώπου και επίσης αντιστασιακό, Απόστολο Μπίτη.
Για τη συμμετοχή τους στο δίκτυο αλληλεγγύης, συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν.
Η Ελπινίκη Μπίτη είδε τελευταία φορά την ανατολή, από τον λόφο του Σταυρακίου, στις 27 Ιουλίου 1948.
Καθώς μεταφερόταν εκεί, μαζί με την Ευτυχία Πρίντζου και τους υπόλοιπους μελλοθάνατους, η Μπίτη πέταξε τα ρούχα της δίπλα στο δρόμο, εκτός από το πανοφώρι της.
Σύμφωνα με τον Σπύρο Εργολάβο (2006) ένας στρατιώτης της φρουράς, τη ρώτησε γιατί το κάνει αυτό.
Εκείνη του απάντησε: «Εμένα δεν μου χρειάζονται πια. Τα ρίχνω για να τα πάρουν οι φτωχοί. Εμάς μας πηγαίνουν για εκτέλεση, χωρίς να βλάψουμε κανένα».
Όταν γυρίσω
θα γυρίσω με τα ρούχα και τ’ όνομα ενός άλλου.
Kανείς δε θα με γνωρίσει.
Kι αν δε θα με γνωρίσεις και πεις “Δεν είσαι εσύ”, θα σου δώσω σημάδια, να πιστέψεις.
Tη λεμονιά στον κήπο σου. Tο ακρινό παράθυρο που μπάζει το φεγγάρι.
Kι ακόμα, σημάδια του κορμιού και της αγάπης.
Kι όταν ανεβούμε τρέμοντας στο παλιό δωμάτιο, ανάμεσα σ’ ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο, ανάμεσα σ’ ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
θα σου διηγούμαι το “ταξίδι” όλη νύχτα
κι όλες τις νύχτες που θα ‘ρθουν.
Aνάμεσα σ’ ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο, ανάμεσα σ’ ένα κάλεσμα κι ένα άλλο,
όλη την ανθρώπινη περιπέτεια, την περιπέτεια που ποτέ δεν τελειώνει.
Πρωτομαγιά 2026